Αυτό είναι το νομοσχέδιο για τις θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα

  • Dogma

Είναι η πρώτη φορά που η ελληνική πολιτεία νομοθετεί και βάζει τάξη σε ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα της κοινωνίας, μέσω του οποίου λύνονται, όπως υποστηρίζει το Υπουργείο, μια σειρά από προβλήματα που αντιμετώπιζαν τόσο οι θρησκευτικές κοινότητες όσο και το κράτος. 

Dogma Newsdesk

Την ερχόμενη εβδομάδα πιθανότατα θα εισαχθεί στην Βουλή το σχέδιο νόμου για τις θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα. Είναι η πρώτη φορά που η ελληνική πολιτεία νομοθετεί και βάζει τάξη σε ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα της κοινωνίας, μέσω του οποίου λύνονται, όπως υποστηρίζει το Υπουργείο, μια σειρά από προβλήματα που αντιμετώπιζαν τόσο οι θρησκευτικές κοινότητες όσο και το κράτος.

Το dogma.gr δημοσιεύει αυτούσιο το σχέδιο νόμου και καλεί όλους εσάς που έχετε απορίες – θέσεις και προτάσεις να γράψετε στο email: news@dogma.gr με την ένδειξη «ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ».

Οι ερωτήσεις σας θα απαντηθούν από τον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα θρησκευμάτων κ. Γεώργιο Καλαντζή σε συνέντευξη η οποία θα ανακοινωθεί μέσα στις επόμενες ημέρες.

Στείλτε ότι ερώτηση θέλετε να απαντηθεί από τον γενικό γραμματέα στο news@dogma.gr

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεων τους στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων»


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Άρθρο 1
Έννοια Θρησκευτικής Κοινότητας

Θρησκευτική κοινότητα είναι ικανός αριθμός φυσικών προσώπων με συγκεκριμένη θρησκευτική Ομολογία γνωστής θρησκείας, μόνιμα εγκατεστημένων σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή, με σκοπό την κοινή άσκηση της λατρείας της και την τέλεση των καθηκόντων που απαιτούνται από την κοινή Ομολογία των μελών της.

Άρθρο 2
Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο

Ένωση προσώπων της αυτής θρησκευτικής κοινότητας, η οποία επιδιώκει τη συστηματική και οργανωμένη άσκηση της λατρείας της και τη συλλογική εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων των μελών της, αποκτά προσωπικότητα, όταν εγγραφεί σε ειδικό δημόσιο βιβλίο (Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων) που τηρείται στο πρωτοδικείο της έδρας του. Για να συσταθεί θρησκευτικό νομικό πρόσωπο χρειάζονται τριακόσια τουλάχιστον πρόσωπα, εκ των οποίων ένας τουλάχιστον είναι ο θρησκευτικός λειτουργός, ιερουργός ή ποιμένας της θρησκευτικής κοινότητας, στον οποίο έχει ανατεθεί η τέλεση των θρησκευτικών τελετών, ο οποίος πρέπει να είναι Έλληνας ή πολίτης κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αλλοδαπός νόμιμα διαμένων στην Ελλάδα.

Άρθρο 3
Διαδικασίες και διατυπώσεις σύστασης

1. Για την εγγραφή του θρησκευτικού νομικού προσώπου στο βιβλίο, η διοίκησή του υποβάλλει αίτηση στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, η οποία εκδικάζεται κατά την εκουσία δικαιοδοσία και στην οποία επισυνάπτονται η συστατική πράξη υπογεγραμμένη από όλους τους ιδρυτές – μέλη του με τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας και κατοικίας τους, η Ομολογία πίστης, τα ονόματα των μελών της διοίκησης, στην οποία περιλαμβάνεται απαραίτητα και ο θρησκευτικός λειτουργός της κοινότητας, πλήρες βιογραφικό σημείωμα του τελευταίου, από το οποίο θα προκύπτουν οι τυχόν θρησκευτικές σπουδές του, ο τρόπος και ο χρόνος ανάδειξης, εκλογής ή επιλογής του στη θέση αυτή, κατάλογος με τους λατρευτικούς χώρους του και ο κανονισμός του, με τις υπογραφές των μελών του και με ημεροχρονολογία. Το μέλος δεν μπορεί να συμμετέχει ταυτόχρονα σε άλλο θρησκευτικό νομικό πρόσωπο, της αυτής ή άλλης θρησκείας ή δόγματος. Το δικαστήριο υποχρεωτικά διατάσσει με πράξη του την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο προς συζήτηση. Αντίγραφο της αίτησης με την πράξη ορισμού δικασίμου και όλα τα δικαιολογητικά επιδίδονται, με επιμέλεια των αιτούντων, δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών.

2. Τα στοιχεία ταυτότητας των μελών – ιδρυτών του θρησκευτικού νομικού προσώπου, πλην των μελών της διοίκησης που υπογράφουν την αίτηση, δεν γνωστοποιούνται καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε τρίτους ούτε περιλαμβάνονται στο τηρούμενο βιβλίο θρησκευτικών νομικών προσώπων.

3. Τα υπό σύσταση θρησκευτικά νομικά πρόσωπα που υπάγονται πνευματικά και διοικητικά σε εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο, υποβάλουν υποχρεωτικά κοινή αίτηση με το τελευταίο.


Άρθρο 4
Κανονισμός

Ο κανονισμός για να είναι έγκυρος πρέπει να μην έρχεται σε αντίθεση προς τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και πρέπει να καθορίζει : α) την επωνυμία, η οποία περιέχει οπωσδήποτε τη βασική προσδιοριστική της θρησκείας λέξη στην ελληνική γλώσσα ή την πιστή απόδοση της με ελληνικούς χαρακτήρες και την ένδειξη «Θρησκευτικό Νομικό Πρόσωπο», β) την έδρα, γ) την εσωτερική οργανωτική δομή του, δ) τα όργανα της διοίκησης, τους όρους ανάδειξης ή διορισμού και παύσης τους και τους κανόνες λειτουργίας τους, ε) τους όρους ανάδειξης, εκλογής ή επιλογής των θρησκευτικών λειτουργών, στ) τον τρόπο της δικαστικής και εξώδικης αντιπροσώπευσης, ζ) τους όρους εισόδου, αποχώρησης και αποβολής των μελών του καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, η) τους όρους με τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει το ανώτατο συλλογικό όργανο θ) τους πόρους του και την προέλευσή τους, ι) τις τυχόν σχέσεις, αλληλεξαρτήσεις, πνευματικούς και διοικητικούς δεσμούς με ημεδαπό εκκλησιαστικό πρόσωπο καθώς και με θρησκευτικές κοινότητες ή οργανώσεις της αλλοδαπής, ια) τους όρους τροποποίησης του κανονισμού και ιβ) τους όρους για τη διάλυση του νομικού προσώπου. Στον κανονισμό ορίζεται με σαφήνεια η θρησκεία, το δόγμα και η Ομολογία πίστεως, την οποία υπηρετεί το νομικό πρόσωπο, περιγράφονται οι διδασκαλίες και οι λατρευτικές εκδηλώσεις τους και αναφέρονται όλα τα ιερά κείμενα και οι κανόνες, οι οποίοι συγκροτούν το θρησκευτικό και οργανωτικό περιεχόμενό της και το δεσμεύουν.


Άρθρο 5
Εγγραφή στο βιβλίο και απόκτηση νομικής προσωπικότητας

Αν συντρέχουν οι νόμιμοι όροι, το πρωτοδικείο δέχεται την αίτηση και διατάζει : α) να δημοσιευθεί στον τύπο η Ομολογία πίστεως και περίληψη του κανονισμού με τα ουσιώδη στοιχεία του και β) να εγγραφεί το νομικό πρόσωπο στο βιβλίο Θρησκευτικών Νομικών Προσώπων. Η εγγραφή αυτή είναι ημεροχρονολογημένη και περιλαμβάνει την επωνυμία και την έδρα του, την Ομολογία πίστεως, τη χρονολογία του κανονισμού, τα μέλη της διοικήσεως και τον θρησκευτικό λειτουργό, καθώς και τους όρους που περιορίζουν αυτούς. Ο κανονισμός επικυρώνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, κοινοποιείται στον εισαγγελέα πρωτοδικών και κατατίθεται στο αρχείο του πρωτοδικείου. Το θρησκευτικό πρόσωπο αποκτά προσωπικότητα από τη στιγμή που θα εγγραφεί στο βιβλίο και η εγγραφή γίνεται αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης.

Οι δικονομικές προθεσμίες άρχονται για το Δημόσιο από της κοινοποιήσεως της απόφασης στον εισαγγελέα, για τους τρίτους από την επόμενη της δημοσίευσης στον τύπο.


Άρθρο 6
Παρεμβάσεις και ένδικα μέσα

1. Τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων μπορεί να ασκήσει μόνο κύρια παρέμβαση κατά τη συζήτηση της αίτησης, ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Δικαίωμα πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του αιτούντος έχει το κατ’ άρθρο 12 του παρόντος εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο που πρεσβεύει την ίδια θρησκεία και στο οποίο εντάσσεται διοικητικά το υπό σύσταση νομικό πρόσωπο ή, εφόσον δεν υφίσταται ήδη ομόδοξο εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο, άλλα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα της αυτής θρησκείας και δόγματος.

2. Τα δικαιώματα αυτά έχει και ο αρμόδιος εισαγγελέας πρωτοδικών αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Άρθρο 7
Περιουσία νομικού προσώπου

1. Η περιουσία του θρησκευτικού νομικού προσώπου προέρχεται από τακτικές ή έκτακτες εκούσιες εισφορές των μελών του, δωρεές ή κληρονομίες, από ενισχύσεις συνδεδεμένων με αυτό ημεδαπών νομικών προσώπων της αυτής εκκλησίας ή θρησκείας και από τις προσόδους αυτής της περιουσίας. Δύναται να λαμβάνει δάνεια από νομίμως λειτουργούντα τραπεζικά ιδρύματα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, καθώς επίσης και να διενεργεί εράνους, κατά τις κείμενες διατάξεις, για συγκεκριμένους φιλανθρωπικούς σκοπούς. Δεν δύναται να κατέχει εταιρικές μερίδες σε προσωπικές εταιρίες, δύναται όμως να κατέχει μετοχές σε κεφαλαιουχικές εταιρίες, εισηγμένες ή μη, σε ποσοστό, το οποίο δεν υπερβαίνει το εκάστοτε ποσοστό της μεγάλης μειοψηφίας, χωρίς δικαίωμα διορισμού ή ειδικότερου ελέγχου των μελών της διοίκησης του.

2. Η περιουσία του θρησκευτικού νομικού προσώπου ούτε διανέμεται ούτε μεταβιβάζεται στα μέλη του για οποιοδήποτε λόγο. Σε περίπτωση διάλυσής του, η περιουσία του μπορεί να περιέρχεται σε άλλο θρησκευτικό νομικό πρόσωπο της αυτής Ομολογίας ή σε συνεστημένη Εκκλησία της αυτής θρησκείας ή Ομολογίας, εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά στον κανονισμό του. Άλλως, περιέρχεται στο Δημόσιο και διατίθεται κατά τις διατάξεις περί εθνικών κληροδοτημάτων, για φιλανθρωπικούς σκοπούς στην περιοχή όπου το νομικό πρόσωπο είχε την έδρα του.

Άρθρο 8
Διοίκηση και γενική συνέλευση

1. Το θρησκευτικό νομικό πρόσωπο διοικείται σύμφωνα με τον κανονισμό του από το θρησκευτικό λειτουργό του ή από πολυμελές όργανο στο οποίο αυτός μετέχει αναγκαστικά. Το όργανο ούτε συγκαλείται ούτε συνεδριάζει νομίμως εάν απουσιάζει ο θρησκευτικός λειτουργός. Σε περίπτωση που συντρέχει περίπτωση έκλειψης του θρησκευτικού λειτουργού, το όργανο διοίκησης συνεδριάζει και αποφασίζει νομίμως μέχρι την αντικατάσταση του εκλείποντος μέλους του, για θέματα που αφορούν στην εύρυθμη λειτουργία του νομικού προσώπου.

2. Ο κανονισμός του θρησκευτικού νομικού προσώπου μπορεί να ορίζει ως ανώτατο όργανο του τη συνέλευση των μελών του, η οποία μπορεί να αποφασίζει για κάθε υπόθεσή του που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου. Η συνέλευση, αν ο κανονισμός δεν ορίζει διαφορετικά, ιδίως εκλέγει τα πρόσωπα της διοίκησης, εγκρίνει τα οικονομικά και αποφασίζει για τη διάλυσή του νομικού προσώπου. Ο κανονισμός ρυθμίζει τουλάχιστον τους όρους με τους οποίους συγκαλείται, συνεδριάζει και αποφασίζει η συνέλευση και ελεύθερα κάθε άλλο ζήτημα, το οποίο αφορά στο όργανο αυτό, τις αρμοδιότητες και στο έργο του.

Άρθρο 9
Ίδρυση Ευκτήριων Οίκων και Ησυχαστηρίων

Τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα δικαιούνται κατά τις ισχύουσες διατάξεις, να ιδρύουν, να οργανώνουν και να λειτουργούν οπουδήποτε εντός της επικράτειας, επ’ ονόματι τους και ως παραρτήματά τους, ευκτήριους οίκους, ησυχαστήρια και γενικότερα χώρους λατρείας για συναθροίσεις με θρησκευτικούς σκοπούς, υπό τη διοικητική και πνευματική τους εποπτεία. Επίσης, δύνανται να ιδρύουν και να λειτουργούν, κατά τις κείμενες διατάξεις, κατασκηνώσεις, ιδιωτικά σχολεία, εκπαιδευτήρια, ραδιοφωνικούς σταθμούς, φιλανθρωπικά ιδρύματα, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και άλλα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, για την ανάπτυξη της προσφοράς τους και την προώθηση σχετικών δραστηριοτήτων.


Άρθρο 10
Διάλυση θρησκευτικού νομικού προσώπου

1. Το θρησκευτικό νομικό πρόσωπο διαλύεται στις περιπτώσεις που προβλέπει ο κανονισμός του και σε περίπτωση που τα μέλη του μείνουν λιγότερα από εκατό. Με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, το θρησκευτικό νομικό πρόσωπο μπορεί να διαλυθεί αν το ζητήσει η διοίκησή του για οποιοδήποτε λόγο και αν το ζητήσει η εποπτεύουσα αρχή ή ο αρμόδιος εισαγγελέας : α) αν δεν έχει τουλάχιστον ένα θρησκευτικό λειτουργό για διάστημα μεγαλύτερο dogma.gr των έξι μηνών, β) αν στην πραγματικότητα επιδιώκει σκοπό διαφορετικό από αυτό που ορίζει ο νόμος και γ) αν η λειτουργία του έχει καταστεί παράνομη ή ανήθικη ή αντίθετη προς τη δημόσια τάξη. Η αίτηση εκδικάζεται κατά την εκουσία δικαιοδοσία.

2. Η εποπτεύουσα αρχή μπορεί να προβαίνει σε τακτικούς ή έκτακτους ελέγχους για τη διακρίβωση της νόμιμης λειτουργίας του νομικού πρόσωπου, οι οποίοι περιορίζονται αποκλειστικά στη συνδρομή ή μη των λόγων διάλυσής του.


Άρθρο 11
Αναστολή λειτουργίας νομικού προσώπου

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον συντρέχουν λόγοι διάλυσης του θρησκευτικού νομικού προσώπου ή κίνδυνος διασάλευσης της δημόσιας τάξης, κατόπιν αιτήσεως της εποπτεύουσας αρχής ή του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, δύναται, να ανασταλεί η λειτουργία του θρησκευτικού νομικού προσώπου, να σφραγιστούν προσωρινά οι εγκαταστάσεις του και να ληφθούν τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα, με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 682 ΚΠολΔ. Η ισχύς της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 693 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζονται. Στην περίπτωση συνδρομής λόγων διάλυσης του νομικού προσώπου, η εποπτεύουσα αρχή ή ο αρμόδιος εισαγγελέας οφείλουν να καταθέσουν αμελλητί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου τη σχετική αίτηση περί διάλυσής του, η οποία υποχρεωτικά προσδιορίζεται και συζητείται εντός του χρονικού διαστήματος της ισχύος της αναστολής.

Άρθρο 12
Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο

1. Εκκλησία είναι η ένωση τουλάχιστον τριών θρησκευτικών νομικών προσώπων της αυτής θρησκείας, η οποία έχει επισκοπική ή συνοδική ή άλλη κεντρική δομή, λειτουργεί βάσει του κανονισμού της και διοικείται από εκλεγμένα ή διορισμένα, ατομικά ή συλλογικά όργανα. Για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας και την εγγραφή της στο ειδικό βιβλίο, απαιτείται η κατάθεση κοινής αίτησης των θρησκευτικών νομικών προσώπων στο πρωτοδικείο της έδρας της Εκκλησίας, στην οποία επισυνάπτονται η συστατική πράξη, οι Ομολογίες πίστεως και των τριών θρησκευτικών προσώπων, τα ονόματα των μελών της διοίκησης, η οποία αποτελείται απαραίτητα και από θρησκευτικούς λειτουργούς των μελών της και ο κανονισμός της. Οι διατάξεις που ισχύουν για τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα εφαρμόζονται ανάλογα και για τις Εκκλησίες. Η επωνυμία της περιέχει οπωσδήποτε και την ένδειξη «Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο».

2. Θρησκευτικές κοινότητες που δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά της πρώτης παραγράφου, έστω και χωρίς νομική προσωπικότητα, μπορούν να χρησιμοποιούν τον όρο «Εκκλησία» στην επωνυμία τους, εφόσον όμως δεν αντιποιούνται την επωνυμία των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων.


Άρθρο 13
Αναγνώριση νομικής προσωπικότητας της εν Ελλάδι Καθολικής Εκκλησίας, λοιπών υφιστάμενων Εκκλησιών και νομικών προσώπων τους

1. Αναγνωρίζονται ως ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς την τήρηση των διαδικασιών που ορίζονται στα άρθρα 3 και 12, έστω και αν δεν υφίστανται οι ελάχιστοι αριθμοί πιστών ή θρησκευτικών νομικών προσώπων που προβλέπονται στα προηγούμενα άρθρα, ως εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου η «Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα» που εδρεύει στην Αθήνα και έχει ως ανώτατη αρχή την «Ιερά Σύνοδο της Καθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος (Ι.Σ.Κ.Ι.Ε)» και ως θρησκευτικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου οι θρησκευτικές κοινότητες (Επισκοπές, Ενορίες, Μονές) με τις κάτωθι επωνυμίες, οι οποίες είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την Καθολική Εκκλησία και των οποίων η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία διέπεται από το κανονικό δίκαιό της:

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ

6. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, τα νομικά πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν να υποβάλουν σχετική αίτηση με τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στο άρθρο 3 και 12 στο πρωτοδικείο της έδρας τους προκειμένου να εγγραφούν αυτόματα στο οικείο βιβλίο θρησκευτικών νομικών προσώπων. Συστατική πράξη και κανονισμός υπογεγραμμένος από τα μέλη των νομικών προσώπων υποβάλλονται, μόνο εφόσον υπάρχουν. Τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα που υπάγονται πνευματικά και διοικητικά σε εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο, υποβάλουν υποχρεωτικά κοινή αίτηση με το τελευταίο. Η εγγραφή γίνεται με πράξη του προϊσταμένου του δικαστηρίου. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, καμία δημόσια υπηρεσία δεν συναλλάσσεται με τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα εάν δεν έχουν εγγραφεί στο οικείο βιβλίο.

7. Υφιστάμενοι ναοί, ευκτήριοι οίκοι, μονές, ησυχαστήρια και γενικότερα χώροι λατρείας των θρησκευτικών κοινοτήτων της παραγράφου 5 που δεν περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο, καθώς και χώροι λατρείας που οι τελευταίες θα ιδρύσουν στο μέλλον, δύνανται να θεωρούνται ως παραρτήματά των αντίστοιχων θρησκευτικών ή εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, να διοικούνται και να εκπροσωπούνται από αυτές και σύμφωνα με τον κανονισμό τους. Εντός προθεσμίας δύο ετών, οι άδειες ίδρυσης και λειτουργίας των νομίμως λειτουργούντων χώρων λατρείας επανεκδίδονται στο όνομα του θρησκευτικού ή εκκλησιαστικού νομικού προσώπου της συγκεκριμένης θρησκείας, μετά από αίτησή του, την οποία προσυπογράφει και ο θρησκευτικός λειτουργός που διαποιμαίνει το χώρο λατρείας χωρίς καμία άλλη διατύπωση και χωρίς την υποβολή λοιπών δικαιολογητικών.

Άρθρο 14
Μητρώο Νομικών Προσώπων Θρησκευτικών Λειτουργών

1. Στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων τηρείται ηλεκτρονικό μητρώο θρησκευτικών και εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, στο οποίο καταχωρίζονται όλα τα νομικά πρόσωπα του παρόντος νόμου, η δικαστική απόφαση που έκανε δεκτή την αίτηση, η συστατική πράξη, η Ομολογία πίστεως και ο κανονισμός τους. Επίσης, τηρείται ηλεκτρονικό μητρώο των θρησκευτικών λειτουργών που τελούν ιερολογίες με αστικές συνέπειες, είτε αυτοί ανήκουν σε θρησκευτική κοινότητα οργανωμένη καθ’ οιονδήποτε νομικό τύπο, είτε ανήκουν σε κοινότητα χωρίς νομική προσωπικότητα. Η καταχώρηση του κάθε θρησκευτικού λειτουργού, με τα στοιχεία ταυτότητας του και την θρησκευτική κοινότητα στην οποία ανήκει, γίνεται με επιμέλεια της τελευταίας, κατόπιν σχετικής αίτησης, όπου επισυνάπτεται βιογραφικό σημείωμα του λειτουργού και οι τίτλοι θρησκευτικών σπουδών που τυχόν διαθέτει. Οι θρησκευτικές κοινότητες με ή χωρίς νομική προσωπικότητα και οι θρησκευτικοί λειτουργοί τους υποχρεούνται να γνωστοποιούν αμελλητί τις αλλαγές στα τηρούμενα στοιχεία, ώστε να ενημερώνονται άμεσα τα τηρούμενα μητρώα και ιδίως να διαγράφονται σε περίπτωση απώλειας της ιδιότητας τους.

2. Το μητρώο θρησκευτικών λειτουργών συνιστά για τα κατά τόπον αρμόδια ληξιαρχεία και για τις πράξεις που εγγράφουν στα βιβλία τους, επίσημη πηγή πληροφόρησης της ιδιότητας του θρησκευτικού λειτουργού και είναι ελευθέρως προσβάσιμο από αυτά μέσω της ιστοσελίδας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, προκειμένου να καθίσταται εφικτός ο άμεσος έλεγχος της συνδρομής της ιδιότητας αυτής στα πρόσωπα που συντάσσουν τη σχετική πράξη κατ’ άρθρο 1367 ΑΚ.

3. Το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων δύναται να αναρτήσει στο διαδίκτυο, ελευθέρως προσβάσιμη στο κοινό, ηλεκτρονική εφαρμογή που να επιτρέπει την επιβεβαίωση της εγγραφής συγκεκριμένου προσώπου στο μητρώο θρησκευτικών λειτουργών και της θρησκευτικής κοινότητας στην οποία αυτό ανήκει.

Άρθρο 15
Ικανότητα Διαδίκου

Θρησκευτικές κοινότητες που δεν έχουν αποκτήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι ενώπιον αστικού και διοικητικού δικαστηρίου.

Άρθρο 16
Διατήρηση ειδικότερων νομικών καθεστώτων

Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται : (α) για τους θρησκευτικούς λειτουργούς και την οργάνωση των θρησκευτικών κοινοτήτων, που ανήκουν στην κανονική δικαιοδοσία και κλίμα της κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος ή των λοιπών, εντός ή εκτός Ελλάδος, ομόδοξων Εκκλησιών του Χριστού, Πατριαρχείων, Μητροπόλεων ή Μονών, που είναι ενωμένες δογματικώς με τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και τηρούν, όπως και εκείνη, απαρασαλεύτως τους Ιερούς Αποστολικούς και Συνοδικούς Κανόνες και τις Ιερές Παραδόσεις (β) για τους θρησκευτικούς λειτουργούς και την οργάνωση των θρησκευτικών κοινοτήτων που πιστεύουν στον ιουδαϊσμό, για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ισραηλιτικών κοινοτήτων και (γ) για τους θρησκευτικούς λειτουργούς και την οργάνωση θρησκευτικών κοινοτήτων μουσουλμάνων στις εδαφικές περιφέρειες των μουφτειών.

Άρθρο 17
Τεκμήριο γνωστής θρησκείας

Τεκμαίρεται ως γνωστή θρησκεία κάθε θρησκεία και δόγμα που για την άσκηση της δημόσιας λατρείας της, τελεί σε ισχύ σχετική άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ναού ή ευκτήριου οίκου της.

Άρθρο 18
Μεταβίβαση περιουσίας από υφιστάμενα νομικά πρόσωπα

1. Σωματεία, ιδρύματα ή αστικές εταιρίες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που έχουν συσταθεί από θρησκευτικές κοινότητες και λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, μπορούν να μεταβιβάσουν λόγω δωρεάς, , την ακίνητη περιουσία τους στα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα που θα συστήσουν οι αυτές θρησκευτικές κοινότητες, ακόμα και αν το καταστατικό τους ορίζει διαφορετικά, υπό την προϋπόθεση της λήψης σχετικής ομόφωνης απόφασης όλων των μελών τους, σε συνέλευση που θα συνέλθει ειδικά για το θέμα αυτό. Εφ’ όσον η μεταβίβαση λόγω δωρεάς του προηγούμενου εδαφίου λάβει χώρα εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας του θρησκευτικού νομικού προσώπου και, πάντως, όχι πέραν αποκλειστικής προθεσμίας τριών ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δεν υπόκειται σε φορολογική επιβάρυνση.

2. Εκκλησίες που αναγνωρίζονται δυνάμει του άρθρου 13, δύνανται να μεταβιβάσουν σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις του κανονισμού τους , περιουσιακά στοιχεία τους σε άλλα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα που υπάγονται σε αυτές πνευματικά ή διοικητικά. Εφ’ όσον η μεταβίβαση του προηγούμενου εδαφίου λάβει χώρα εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός έτους από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας του θρησκευτικού νομικού προσώπου και, πάντως, όχι πέραν αποκλειστικής προθεσμίας τριών ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δεν υπόκειται σε φορολογική επιβάρυνση.

TOP NEWS