Σύγχυση στον Ι. Κλήρο, από την αξιολόγηση

  • Από Dogma
c0c573e5dc7131bbef234c1db8be04d8_XL.jpg

 Προβληματισμό και σύγχυση σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται πως έχει προκαλέσει στους Κληρικούς, η υπόθεση της αξιολόγησης τους. Ήδη από τον προηγούμενο Οκτώβριο η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει προωθήσει το θέμα σε όλες τις Μητροπόλεις, δίνοντας οδηγίες για το πως θα ακολουθηθεί η διαδικασία.

Σταμάτη Αννα

Προβληματισμό και σύγχυση σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται πως έχει προκαλέσει στους Κληρικούς, η υπόθεση της αξιολόγησης τους. Ήδη από τον προηγούμενο Οκτώβριο η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει προωθήσει το θέμα σε όλες τις Μητροπόλεις, δίνοντας οδηγίες για το πως θα ακολουθηθεί η διαδικασία.

Ωστόσο, ιδιαίτερα σε περιοχές της επαρχίας υπήρξε σκεπτικισμός από πλευράς των Κληρικών.

Προκειμένου να απαντηθούν όλες οι απορίεςν, ο διευθυντής προσωπικού της Ιεράς Συνόδου, Αρχιμανδρίτης Χερουβείμ Βελέτζας συνέταξε ένα κείμενο είκοσι σημείων όπου δίνονται απαντήσεις στα πιο συχνά ερωτήματα σχετικά με την διαδικασία.

Συγκεκριμένα:

1.Γιατί πρέπει να αξιολογούνται οι κληρικοί;

Με το Νόμο 4024/2011 ορίστηκε η μισθοδοσία των κληρικών να εναρμονίζεται ευθέως με αυτή των δημοσίων υπαλλήλων. Παλιότερα έπρεπε κάθε φορά, με κοινή Υπουργική Απόφαση, να αναπροσαρμόζονται οι μισθοί των κληρικών. Ωστόσο, ο προαναφερθείς νόμος σκοπό έχει την περιστολή των δημοσίων δαπανών και δεν επιτρέπει την άμεση μετάβαση από βαθμό σε βαθμό έπειτα από τη συμπλήρωση των απαιτούμενων χρόνων υπηρεσίας (όπως ίσχυε μέχρι τώρα), αλλά επιτρέπει ένα ορισμένο ποσοστό των υπαλλήλων -και κατά συνέπεια των κληρικών- οι οποίοι θα προαχθούν βαθμολογικά και μισθολογικά. Σε εφαρμογή των Ν. 4024/2011 και 590/1977, και του Κανονισμού 230/2012 της Ιεράς Συνόδου, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος συνέταξε το έντυπο της Εκθέσεως Αξιολογήσεως.

Οι Εκθέσεις Αξιολόγησης συντάσσονται από τώρα και θα χρησιμεύσουν μελλοντικά, όταν το Μητροπολιτικό Συμβούλιο (λειτουργώντας ως Υπηρεσιακό Συμβούλιο για τους κληρικούς) θα κληθεί να ορίσει ποιοί εκ των προακτέων κληρικών, ανά κατηγορία και από βαθμό σε βαθμό, θα προαχθούν και ποιοί θα μείνουν στάσιμοι. Το θετικό στην υπόθεση αυτή είναι ότι η διαδικασία, ο τρόπος και τα κριτήρια της αξιολόγησης, κατ’ εξαίρεση των όσων ορίζει ο πιο πάνω νόμος, αποτελεί εσωτερική υπόθεση της Εκκλησίας. Αυτό επετεύχθη με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος, το οποίο αναγνώρισε στην Εκκλησία το δικαίωμα να ορίζει το δικό της σύστημα αξιολογήσεως.

2.Δε θα μπορούσε να υπάρχει ένας ενιαίος πίνακας ανα βαθμό, και να προάγονται οι αρχαιότεροι από βαθμό σε βαθμό; ‘Αλλωστε ο δικός μας Καν. 230/11 δεν κάνει πουθενά αναφορά σε πίνακες.

Ο Κανονισμός 230 κάνει λόγο για προαγωγές (άρθρ 11, παρ.2). Οι προαγωγές άλλωστε, ή μάλλον η απαγόρευση να προαχθούν όλοι αλλά ένα ποσοστό, αποτελεί πρόβλεψη του Ν. 4024, ο οποίος επιβάλλει τη σύνταξη πινάκων προακτέων και μη προακτέων. Σε πρακτικό επίπεδο, η όλη δυσκολία έγκειται στην προαγωγή την πρώτη φορά (ίσως και τη δεύτερη) εφαρμογής του νέου νόμου, και ειδικότερα σε εκείνους τους κληρικούς της ΠΕ και ΤΕ κατηγορίας που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία πέραν των 30 ετών και ο νόμος απαγόρεψε να τους δοθεί ο Α βαθμός.

Σε αυτή και μόνο την περίπτωση θα μπορούσε ίσως το Μητροπολιτικό Συμβούλιο να λάβει υπόψη την αρχαιότητα. Εξάλλου με την πάροδο του χρόνου, και εφόσον δεν υπάρξουν αλλαγές στη νομοθεσία, η όποια ανωμαλία θα αμβλυνθεί από μόνη της. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, δηλαδή όσων έχουν λιγότερα από 25 χρόνια υπηρεσίας, θα κρίνονται οι κληρικοί που έχουν χειροτονηθεί το πολύ σε διάστημα τριετίας, και επομένως η αρχαιότητα από μόνη της δεν επαρκεί σαν κριτήριο.

3.Η Αξιολόγηση είναι σύμφωνη ή αντίθετη με τους Κανόνες της Εκκλησίας;

Οι Ιεροί Κανόνες δεν ορίζουν κάτι, διότι απλά η μισθοδοσία των κληρικών αποτελούσε ανέκαθεν μέριμνα της Εκκλησίας. Από τη στιγμή που η Πολιτεία μισθοδοτεί τους κληρικούς, ορίζει η ίδια το ύψος της χρηματικής αμοιβής και θέτει -εν προκειμένω- φραγμούς και όρια, τη διαχείριση των οποίων άφησε στην Εκκλησία, σύμφωνα με το αυτοδιοίκητο της Εκκλησίας, κατ’ εφαρμογή των Ιερών Κανόνων και του Συντάγματος. Η ανάληψη επίσης της ευθύνης αξιολογήσεως από τους Αρχιερατικούς Επιτρόπους δεν αντίκειται σε εκκλησιολογικές αρχές:

Ο Επίσκοπος είναι η κεφαλή της κάθε τοπικής Εκκλησίας, και εκχωρεί μέρος των διοικητικών του αρμοδιοτήτων στους Πρωτοσυγκέλλους και στους Αρχιερατικούς Επιτρόπους, οι οποίοι εν ονόματι του Επισκόπου και αντί Αυτού ρυθμίζουν συγκεκριμένα κάθε φορά θέματα και υπογράφουν κάποιες κατηγορίες εγγράφων (π.χ. Άδειες Γάμου κλπ).

Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, με τον Κανονισμό 230/2012 και ειδικότερα στο άρθρο 11, επιφόρτισε τους Αρχιερατικούς Επιτρόπους και τον Πρωτοσύγκελλο με το καθήκον του αξιολογητή, στα πλαίσια της προαναφερθείσας εκχώρησης αρμοδιοτήτων του Επισκόπου. Εξάλλου, τον καταληκτικό λόγο περί της προαγωγής των κληρικών από βαθμό σε βαθμό τον έχει στην πράξη ο Μητροπολίτης – Πρόεδρος του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, κάθε φορά που αυτό συγκαλείται ως υπηρεσιακό για τους κληρικούς.

4.Μπορεί το έργο του κληρικού -και κυρίως η πνευματική του τελειότητα- να αξιολογηθεί;

Ασφαλώς και είναι αδύνατο. Η αξιολόγηση δεν «μετρά» ούτε αποτυπώνει τις αρετές, ή την πίστη ή την αγιότητα του κληρικού, ούτε το εύρος της πνευματικής του επάρκειας, τελειότητας ή προφοράς. Το έργο ωστόσο του κάθε κληρικού, προσδιορίζεται από την Εκκλησία, διά του Επισκόπου, ο οποίος τον έχει θέσει να διακονεί σε συγκεκριμένη θέση και με συγκεκριμένες κάθε φορά απαιτήσεις. Το έργο επομένως του κληρικού, υπό αυτή την έννοια, εκτιμάται και αξιολογείται, με γνώμονα τις ιδιαίτερες συνθήκες και απαιτήσεις τόσο της Ενορίας στην οποία διακονεί, όσο και των προσωπικών του δυνατοτήτων.

Οι ποιμαντικές απαιτήσεις, καθώς και οι προσδοκίες για το αναμενόμενο έργο που καλείται να προσφέρει ο κληρικός, ορίζονται από τον κύριο υπεύθυνο για τις ψυχές όλων των πιστών, δηλαδή από τον Επίσκοπο, και είναι γνωστές κάθε φορά από τους Αρχιερατικούς.

5.Η αξιολόγηση δεν αδικεί τους «μη προσοντούχους» ή εκείνους που υπηρετούν σε μικρές ενορίες;

Όχι, δεν τους αδικεί. Η αξιολόγηση δεν είναι κλίνη του Προκρούστη, ώστε να μετρήσει ποσοτικά τις επιδόσεις του κληρικού, το πόσα παιδιά μάζεψε στο Κατηχητικό ή πόσες Λειτουργίες ή Αγιασμούς έκανε. Η αξιολόγηση κινείται στο Ευαγγελικό πνεύμα της παραβολής των Ταλάντων.

Οι απαιτήσεις δηλαδή της Εκλησίας (τόσο του Μητροπολίτου που αναθέτει στον κάθε κληρικό συγκεκριμένο έργο, όσο και των πιστών της κάθε ενορίας) είναι ανάλογες των προσόντων του κάθε κληρικού αλλά και των ιδιαίτερων συνθηκών και απαιτήσεων της θέσεως στην οποία διακονεί. Η αξιολόγηση επομένως έχει ως μέτρο σύγκρισης κάθε φορά τον ίδιο τον αξιολογούμενο, και για τον λόγο αυτό δεν χωρεί σύγκριση ανάμεσα σε συνεφημερίους της ίδιας Ενορίας ή της ίδιας Μητροπόλεως, ή μεταξύ Ιερών Μητροπόλεων.

6.Τι αξιολογείται στην Έκθεση Αξιολογήσεως;

Η Έκθεση Αξιολογήσεως περιγράφει και αξιολογεί το έργο του κληρικού κατά την χρονική περίοδο, και μόνο για αυτή, η οποία αναγράφεται στην πρώτη σελίδα. Δεν αποτελεί συνολική αποτίμηση της προσωπικότητας ή της πνευματικότητας ή των προσόντων ή του έργου του κληρικού από την ημέρα της χειροτονίας του μέχρι τη στιγμή που αξιολογείται.

7.Ευνοούνται κατά την αξιολόγηση όσοι κατέχουν οφφίκια και πτυχία;

Όχι, δεν ευνοούνται. Οι τίτλοι σπουδών από μόνοι τους κατατάσσουν τους κληρικούς σε συγκεκριμένες κατηγορίες: ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ, ΥΕ (η διάκριση των κληρικών σε Α, Β, Γ και Δ κατηγορία έχει καταργηθεί με σχετική Εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου, αποτελούσε άλλωστε απολίθωμα της παλαιάς κατάταξης των δημοσίων υπαλλήλων). Κατά τη συμπλήρωση του Εντύπου Αξιολογήσεως, βαθμολογούνται οι πιστοποιημένες -κατά κύριο λόγο- γνώσεις, όχι όμως οι τίτλοι σπουδών που κατέχει στο σύνολό τους ο αξιολογούμενος αλλά εκείνοι που αποκτήθηκαν κατά την περίοδο της αξιολογήσεως.

Επιπλέον, οι κάτοχοι τίτλων σπουδών δεν είναι δυνατόν να ευνοηθούν -έναντι εκείνων που δεν κατέχουν- ούτε κατά την διαδικασία των προαγωγών, διότι οι προακτέοι και οι μη προακτέοι κρίνονται ανάμεσα σε εκείνους που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και στον ίδιο βαθμό, δηλαδή ανάμεσα σε εκείνους που έχουν τα ίδια μορφωτικά προσόντα και περίπου τα ίδια χρόνια υπηρεσίας. Τα οφφίκια δεν αποτελούν κριτήριο για την αξιολόγηση ούτε για τις προαγωγές, διότι αποτελούν εκκλησιαστικές τιμητικές διακρίσεις πνευματικού χαρακτήρα, και δίνονται ή αίρονται σύμφωνα με την κρίση του κάθε Επισκόπου.

8.Δεν αδικείται εκείνος που θα λάβει μικρότερη βαθμολογία;

Όχι, δεν αδικείται. Πρώτο, γιατί η βαθμολογία που λαμβάνει ο καθένας υπολογίζεται με γνώμονα το μέγιστο που θα μπορούσε να κάνει, ανάλογα των προσόντων του και των απαιτήσεων της θέσεως που κατέχει, οι οποίες συνεπάγονται και αντίστοιχες υποχρεώσεις. Μεγάλη βαθμολογία σημαίνει ότι ο αξιολογούμενος (κατά την περίοδο της αξιολόγησης) πέτυχε πολλά, ενώ μικρότερη σημαίνει ότι έχει τη δυνατότητα να κάνει ακόμα περισσότερα. Δεύτερο, επειδή αποτελεί όντως αδικία να λάβει την ίδια «ανταμοιβή» τόσο ο εργατικός όσο και ο οκνηρός, παρόλο που η βαθμολογία είναι σχετική και όχι με βάση μια απόλυτη κλίμακα.

9.Μοιραία όμως, δεν θα ευνοηθούν όσοι προαχθούν βαθμολογικά και δεν θα αδικηθούν όσοι παραμείνουν στάσιμοι;

Σύμφωνα με τον Ν 4024/2011, μόνο ένα ποσοστό θα προαχθεί απο τον ένα βαθμό στον άλλο. Αυτό φαίνεται ως αδικία, αλλά αποτελεί επιλογή του νομοθέτη και βρίσκεται πάνω από τις προθέσεις και τις αρμοδιότητες της Εκκλησίας. Η αξιολόγηση αποτελεί εργαλείο ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα αδικίας κατά την κρίση των προακτέων και των μη προακτέων. Εξάλλου, για την αποφυγή οποιασδήποτε αδικίας, έχουν τεθεί πολλαπλές ασφαλιστικές δικλείδες: α) οι δύο αξιολογητές κατά το στάδιο της σύνταξης της Έκθεσης Αξιολογήσεως, β) ο Μητροπολίτης και το Μητροπολιτικό Συμβούλιο κατά το στάδιο των προαγωγών και γ) η Ιερά Σύνοδος στην περίπτωση προσφυγής κατά της κρίσεως των προαγωγών. Με αυτό τον τρόπο και οι κρίνοντες κρίνονται, και έχοντας υπόψη τους αυτό αναμένεται να επιτελέσουν το συγκεκριμένο έργο με υπευθυνότητα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Όλες οι ειδήσεις
close button

Κάντε Like: Dogma.gr στο Facebook