Με προτροπή της Ιεράς Συνόδου, σε πολλές πόλεις της Ρωσίας οργανώθηκαν μεγάλες λιτανείες. Στις 4 Φεβρουαρίου έγινε και στο Ομσκ λιτανεία, στην οποία πήραν μέρος όλες οι ενορίες της πόλης. Η συμμετοχή των χριστιανών ήταν αθρόα και το θέαμα εντυπωσιακό. Η λιτανεία, με επικεφαλής τον επίσκοπο Ομσκ και Παβλοντάρ Σίλβεστρο, τον κατοπινό άγιο ιερομάρτυρα, περνώντας απ’ όλους τους δρόμους της πόλης, σταματούσε μπροστά σε κάθε ναό. Εκεί ο φλογερός ιεράρχης, αφού τελούσε Παράκληση, απευθυνόταν στον λαό με λόγια παραινετικά και εμψυχωτικά. Καλούσε τους χριστιανούς να διατηρήσουν μέχρι θανάτου την ορθόδοξη πίστη τους και να υπερασπιστούν με αυτοθυσία τους ναούς, που απειλούνταν με κλείσιμο ή και κατεδάφιση.
Μια μέρα αργότερα, τα μεσάνυχτα της 5ης προς την 6η Φεβρουαρίου, κατέφθασε στο επισκοπείο ένα απόσπασμα οπλισμένων ναυτών. Άρχισαν να χτυπούν δυνατά την εξώπορτα. Σύμφωνα με εντολή του επισκόπου, δεν τους άνοιξαν, επειδή πολλές φορές τέτοια αποσπάσματα, με το πρόσχημα της έρευνας, προέβαιναν σε βιαιότητες και διαρπαγές. Οι ναύτες άρχισαν να φωνάζουν και να απειλούν ότι θα ανατίναζαν την πόρτα. Τότε ο οικονόμος του επισκοπείου Νικόλαος Τσίκουρ έδωσε εντολή να σημάνουν συναγερμό οι καμπάνες του καθεδρικού ναού της πόλης. Μόλις ακούστηκε η χαρακτηριστική καμπανοκρουσία, οι ναύτες το έβαλαν στα πόδια, ενώ στο επισκοπείο άρχισε να συγκεντρώνεται πλήθος λαού. Ο επίσκοπος Σίλβεστρος βγήκε για να τους ευλογήσει και να τους ενθαρρύνει. Τότε ήρθαν κάποιοι τρεχάτοι και είπαν ότι λεηλατούνταν το σπίτι του προϊσταμένου του καθεδρικού ναού. Οι περισσότεροι χριστιανοί έτρεξαν τότε προς τα εκεί. Ελάχιστοι είχαν μείνει μπροστά στο επισκοπείο, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε πάλι το ένοπλο απόσπασμα των ναυτών. Θορυβώντας με τα όπλα τους και βρίζοντας, φώναξαν άγρια:
– Πού είναι ο δεσπότης;
– Εδώ είμαι, αποκρίθηκε εκείνος ήρεμα και επιβλητικά.
Τον άρπαξαν, του κόλλησαν ένα περίστροφο στον κρόταφο και, μην αφήνοντάς τον να πάρει ούτε ένα πανωφόρι, τον οδήγησαν μέσα στην παγωνιά στο κτίριο του τοπικού Σοβιέτ. Πρωτύτερα, όμως, ο επικεφαλής του αποσπάσματος, για να εκφοβίσει το προσωπικό του επισκοπείου και τους άλλους χριστιανούς, πυροβόλησε εν ψυχρώ και σκότωσε τον οικονόμο Νικόλαο Τσίκουρ.
Στο Σοβιέτ ο επίσκοπος Σίλβεστρος γνώρισε συνεχείς απειλές και χλευασμούς. Στο μεταξύ, οι καμπάνες όλων των ναών της πόλης χτυπούσαν ασταμάτητα. Στο άκουσμά τους πλήθη λαού γέμισαν τους δρόμους και τις πλατείες. Αγανακτισμένοι οι πιστοί ζητούσαν την απελευθέρωση του ποιμενάρχη τους…
Στις 8 Φεβρουαρίου, στις δώδεκα το μεσημέρι, ο επίσκοπος αφέθηκε ελεύθερος με τον όρο να μην απομακρυνθεί από την πόλη. Έτσι, δεν μπόρεσε να πάει στη Μόσχα και να συμμετάσχει στην Πανρωσική Σύνοδο. Στις 22 Απριλίου, ωστόσο, ο πατριάρχης Τύχων τον προήγαγε σε αρχιεπίσκοπο…
Τον Ιούνιο του 1918 ο Λευκός Στρατός απελευθέρωσε το Ομσκ και ολόκληρη σχεδόν τη Σιβηρία από τους μπολσεβίκους. Τον Οκτώβριο ο ναύαρχος των Λευκών Αλέξανδρος Β. Κολτσάκ οργάνωσε στο Ομσκ αντιμπολσεβικική κυβέρνηση, η οποία τον ανέδειξε Ανώτατο Κυβερνήτη της Ρωσίας. Τον Νοέμβριο οι αρχιερείς της ελεύθερης Σιβηρίας αποφάσισαν να συμπήξουν την Ανώτερη Προσωρινή Εκκλησιαστική Διοίκηση της Σιβηρίας, επικεφαλής της οποίας εξέλεξαν τον αρχιεπίσκοπο Σίλβεστρο…
Το φθινόπωρο του 1919 ο Λευκός Στρατός άρχισε να υποχωρεί κάτω από την πίεση του ισχυρότερου Κόκκινου. Τον Νοέμβριο οι μπολσεβίκοι κατέλαβαν το Ομσκ, και η τοπική Εκκλησία τέθηκε πάλι σε διωγμό.
Ο αρχιεπίσκοπος Σίλβεστρος προτίμησε να παραμείνει στην πόλη, μολονότι ήξερε τι τον περίμενε, μη θέλοντας ν’ αποχωριστεί το ποίμνιό του. Οι μπολσεβίκοι τον συνέλαβαν αμέσως και τον έκλεισαν στη φυλακή. Εκεί για δύο ολόκληρους μήνες τον βασάνιζαν απάνθρωπα, ζητώντας του να αποκηρύξει τη χριστιανική του πίστη. Τελικά, βλέποντας ότι με κανέναν τρόπο δεν λύγιζε ο γενναίος ιεράρχης και ομολογητής του Χριστού, τον θανάτωσαν με τρόπο φρικτό: Αφού τον ξάπλωσαν στο ξύλινο πάτωμα και κάρφωσαν εκεί τα χέρια του σαν σε σταυρό, άρχισαν να καίνε όλο του το σώμα με πυρακτωμένα σουβλιά. Όταν μ’ ένα τέτοιο σουβλί του τρύπησαν την καρδιά, ο ιερομάρτυς άφησε την τελευταία του πνοή. Έτσι, παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού και έλαβε το άφθαρτο στεφάνι του μαρτυρίου. Ήταν 26 Φεβρουαρίου του 1920.
Από το βιβλίο: Πνευματική Ανθολογία από τους βίους και τους λόγους των Αγίων της Ρωσίας. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2018, σελ. 179.
