«Ως φωστήρα του Άθω» και «Εκκλησίας απάσης θεόπνουν διδάσκαλον» καλούμαστε εμείς οι πιστοί να τον τιμήσωμε, διότι «έμπλεως σοφίας θεϊκής» σκορπίζει σε όλους μας ως ουράνιο δώρο τις «δαψιλείς (= πλουσιοπάροχες) διδαχές» του.
Βλαστός της ναξιώτικης γης ο Νικόλαος – όπως ήταν το κοσμικό του όνομα – υπήρξε καρπός ευσεβών και ενάρετων γονέων, που τον ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (Εφ. 6:4). Ο πρωτότοκος υιός της οικογένειας Καλλιβούρτση, γεννημένος το 1749, μεγαλώνει σε μια κρίσιμη εποχή: Στα μέσα του 18ου αι. αφ’ ενός μεν κορυφώνονται οι εξισλαμισμοί, αφ’ ετέρου δε η προπαγάνδα των παπικών και δυτικών «ιεραποστόλων», οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την αμάθεια και την οικονομική εξαθλίωση των δύστυχων ραγιάδων, τους προσηλυτίζουν ευκολώτερα στις αιρετικές των δοξασίες.
Μέσα στις δύσκολες αυτές συνθήκες ανδρώνεται ο Νικόλαος, ο οποίος από μικρός έδειξε ότι θα γινόταν μέγας. Δεν ήταν μόνον ότι ακολουθούσε πιστά τα διδάγματα των σεβαστών του γονέων, Αντωνίου και Αναστασίας, και του σεπτού πνευματικού του, π. Δαμασκηνού, αλλά παράλληλα διέθετε αυτός ο νεαρός και φυσικά προσόντα, και μάλιστα μια καταπληκτική μνήμη, που τον βοηθούσε να συγκρατή αλλά και να επεξεργάζεται κριτικά και να επαυξάνη τις γνώσεις του. Αυτό το χάρισμα θα του φανή πραγματικά πολύ χρήσιμο στην μετέπειτα συγγραφική του πορεία.
Λέγεται ότι το παιγχνίδι των παιδιών καθρεπτίζει συχνά την μελλοντική των πορεία. Αναφέρεται, λοιπόν, πως ένα από τα αγαπημένα παιγχνίδια του νεαρού Νικολάου και των φίλων του, που φανέρωνε την τάση του από νωρίς να νουθετή και να καθοδηγή τους άλλους, ήταν το παιγχνίδι της «εξαγορεύσεως»: έλεγαν ο ένας στον άλλον τις «αταξίες» των και στο τέλος ενθαρρύνονταν από τον Νικόλαο να αλληλοσυγχωρεθούν!
Στην Σχολή της Νάξου, όπου φοίτησε στην συνέχεια ο Νικόλαος, ευτύχησε να έχη έναν φωτισμένο δάσκαλο, τον π. Χρύσανθο Αιτωλό, αδελφό του πατρο-Κοσμά. Αφού έλαβε την εγκύκλια παιδεία και έμαθε άριστα γαλλικά, ιταλικά, λατινικά και την ελληνική σε όλες τις τίς μορφές – σ’ αυτόν οφείλεται η μεταφορά του αναστασίμου Ευαγγελίου που ψάλλεται στον Εσπερινό της Αγάπης στην ομηρική –, συνέχισε τις σπουδές του στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, κοντά στον επίσης εξαίρετο δάσκαλο π. Ιερόθεο Βουλισμά. Όλοι οι συμφοιτητές του παραδέχονταν τον Νικόλαο για την φιλοπονία και ευρυμάθειά του, για την ευθυκρισία και την σύνεσή του, ώστε να επιδιώκουν να μελετούν μαζί του και να τον συμβουλεύωνται στις δυσκολίες των. Ο Νικόλαος, πράγματι, στην σχολή αυτήν καταρτίστηκε πολύπλευρα, στην θεολογία, στην φιλοσοφία, στην οικονομία, στην ιατρική, στην αστρονομία, ακόμη και στις στρατιωτικές επιστήμες! Ήταν πλέον έτοιμος να αναλάβη την διεύθυνση της σχολής, όπως άλλως τε επιθυμούσε και ο δάσκαλός του.
Όμως, αλλοιώς οικονόμησε ο Κύριος τα πράγματα. Οι σφαγές στην Σμύρνη από τους Οθωμανούς, οι οποίοι μετά από την αποτυχία των Ορλωφικών ξεσπούν στους δύστυχους Έλληνες, αναγκάζουν τον Νικόλαο να εγκαταλείψη την πανεπιστημιόπολή του και να επιστρέψη στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου διακονεί ως γραμματέας του Μητροπολίτου Παροναξίας Ανθίμου Γ’. Κατά την εκεί υπηρεσία του (1770-1775), του γεννιέται βαθύτερα η επιθυμία να αφιερωθή εξ ολοκλήρου στον Θεό. Σ’ αυτό συνετέλεσε και η γνωριμία του με τους εξορίστους στην Νάξο, εξ αιτίας των κολλυβαδικών των απόψεων, αγιορείτες μοναχούς, πατέρες Γρηγόριο, Αρσένιο και Νήφωνα. Κοντά των μαθήτευσε εκ νέου ο Νικόλαος, όπως και κοντά στον ομόφρονά των, πρώην Μητροπολίτη Κορίνθου, Μακάριο Νοταρά.
Ο σεβαστός του πόθος ικανοποιείται, επί τέλους, με την μετάβασή του στο Άγιο Όρος, όπου κείρεται μοναχός στην Ι. Μ. Διονυσίου, σε ηλικία 26 ετών. Από τότε και επί 35 περίπου έτη, συνεχώς, μέχρι και την κοίμησή του († 14 Ιουλίου 1809), ο μοναχός Νικόδημος, πλέον, επιδίδεται σε ένα τεράστιο έργο: μελετάει τους κώδικες από τις Βιβλιοθήκες των Μονών, ερμηνεύει τους Κανόνες της Εκκλησίας – το «Πηδάλιο» είναι δικό του έργο – και εκδίδει συγγράμματα των Πατέρων σε γλώσσα κατανοητή για τον λαό, με σύντομη εισαγωγή και τις απαραίτητες ερμηνευτικές εξηγήσεις. Επίσης, διορθώνει από τυχόν λάθη και αποκαθαίρει χειρόγραφα, λ.χ. της «Φιλοκαλίας», του «Ευεργετινού», «Περί συνεχούς Θείας Μεταλήψεως», και τα συμπληρώνει. Παράλληλα, συντάσσει πλήθος άλλων συγγραμμάτων με συμβουλευτικό και ποιμαντικό περιεχόμενο.
Αξίζει να αναφερθή, στο σημείο αυτό, ότι ο Νικόδημος θαύμαζε τον περίπου σύγχρονό του, πατρο-Κοσμά (1714-1779), για την διαφωτιστική του δράση, με την διδασκαλία του και με την ίδρυση σχολείων. Είναι γεγονός ότι, τόσο ο λαϊκός διδάχος Κοσμάς Αιτωλός, όσο και ο λόγιος μοναχός Νικόδημος, που έγραφε στην καθομιλουμένη, για να γίνεται κατανοητός από τον απλό λαό, βοήθησαν εξ ίσου στον φωτισμό του Γένους και τόνωσαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την πίστη και το εθνικό φρόνημα των υποδούλων κατά την κρίσιμη προεπαναστατική περίοδο.
Γράφει σχετικά, στο «Νέο Μαρτυρολόγιο», ο Νικόδημος: «φυλαχθήτε, αγαπητοί αδελφοί μου, φυλαχθήτε δια την αγάπην του Θεού και δια την σωτηρίαν των ψυχών σας, να μην σας κλέψουν τον θησαυρόν της αγίας σας πίστεως, της οποίας όλος ο κόσμος με όλας του τας δόξας και αναπαύσεις και τα βασίλεια δεν είναι αντάξιος». Σαν να ακούη κανείς τον πατρο-Κοσμά, που τόνιζε στα κηρύγματά του ότι «ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο να τα φυλάγετε να μην τα χάσετε». Κοσμάς και Νικόδημος, με τα λόγια των και με το προσωπικό των παράδειγμα, κράτησαν κυριολεκτικά στις πλάτες των, ως στυλοβάτες, το φτωχό και υπόδουλο γένος και το ενεψύχωναν να διατηρή ζωντανή την πίστη στον Χριστό και την ελπίδα για την ανάσταση και την σωτηρία του!
Όπως όλοι οι μεγάλοι Πατέρες, όμως, έτσι και ο Νικόδημος γνώρισε και εκείνος μεγάλες πικρίες και διώξεις, και μάλιστα από τον ίδιο του τον κύκλο. Αναγκάστηκε, έτσι, να απολογηθή έναντι των «Αντικολλυβάδων», που τον αντιμάχονταν και τον συκοφαντούσαν, συντάσσοντας, στο τέλος της ζωής του, «Ομολογία πίστεως» (!), στην οποία αποδίδει τις σε βάρος του κατηγορίες σε φθόνο, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «…αν ίσως οι τοιούτοι και τηλικούτοι της Εκκλησίας Άγιοι δεν ηδυνήθησαν να λυτρωθούν από τον φθόνον και τας διαβολάς, πώς ήτο δυνατόν να μείνωμεν τούτων ανώτεροι ημείς, οι μηδέ των εκείνων ποδών όντες άξιοι;»
Ενδεικτικός, εξ άλλου, του πνεύματος αγάπης και διαλλαγής που τον χαρακτηρίζει είναι ο επίλογος της επιστολής του αυτής, όπου ζητάει από τους αδελφούς να αφήσουν κατά μέρος το μίσος και τον φθόνο και να αναλάβουν την αγάπη, που είναι γνώρισμα των μαθητών του Κυρίου, και να εναγκαλιστούν «την προς αλλήλους ειρήνην, ομόνοιαν και συμψυχίαν».
Δεν υπάρχει, πράγματι, ωραιότερος τρόπος, για να ολοκληρώση κανείς την επίγεια πορεία του από το «κλείση τους λογαριασμούς του», ζητώντας, παρά την πικρία του, συγχώρηση και από αυτούς ακόμη τους συκοφάντες του! Και ο Νικόδημος διέθετε, ως φαίνεται, απαράμιλλη μεγαλοψυχία και σθένος.
Με την ίδια καρτερία πρόσμενε ο ευλαβής Νικόδημος και το τέλος της ζωής του, που ήλθε και αυτό ύστερα από πολλούς σωματικούς πόνους και οδύνες, όντας, ωστόσο, βέβαιος ότι παραδίδει την ψυχή του στον Χριστό, τον Οποίον τόσο αγάπησε και μετά πάθους διηκόνησε. «Τον Χριστόν έβαλα μέσα μου και πώς να μην ησυχάσω;» ωμολόγησε μετά από την τελευταία του θεία κοινωνία.
Εμείς, οι απόγονοι του μεγάλου αυτού πατρός, ανταξίου στην προσφορά με εκείνη όλων των παλαιών μεγάλων Πατέρων, δεν έχομε παρά να φανούμε γνήσια τέκνα του. Τι να κάνωμε δηλαδή; Ό,τι έκανε και ο γνήσιος πατέρας μας, ο Νικόδημος: να διαφυλάξωμε ακέραιη την πίστη μας και να τηρήσωμε ανόθευτη την ορθόδοξη παράδοσή μας. Πιο συγκεκριμένα: Να αντισταθούμε στην ανευλάβεια και στην αθεΐα της εποχής μας, στο εκκοσμικευμένο φιλοδυτικό πνεύμα που μας παρασύρει, στις αιρετικές πλάνες και δοξασίες που και σήμερα απειλούν να μας τυλίξουν στα δίκτυα των.
Σε μια εποχή που στα σχολεία μας διδάσκονται τα «άθεα γράμματα», η υπέροχη ελληνική μας γλώσσα κακοποιείται, και γενικώς το ορθόδοξο πατερικό πνεύμα στοχοποιείται και εν πολλοίς αλλοιώνεται, ο άγιος Νικόδημος Αγιορείτης και οι συν αυτώ ορθόδοξοι Πατέρες όλων των εποχών προβάλλουν εμπρός μας ως ο μοναδικός δρόμος στα σύγχρονα αδιέξοδα και ως η μόνη εύστοχη απάντηση στα σημερινά προβλήματα.
Ο τιμώμενος, μάλιστα, Άγιος, ως «θεόφθογγος σάλπιγξ» και «αρετών υφηγητής» (= διδάσκαλος), κοσμούμενος «σοφίας χάριτι», μας παραθέτει «σωτηρίας διδάγματα», με την «καθαρότητα του βίου» του και τον «πλούτο των ενθέων του λόγων», δια των οποίων «έλαμψε ως φως τω κόσμω» (Απολυτίκιο Αγίου).
Κοντολογίς, εμπνεόμενοι από το θείο του παράδειγμα ας λάμψωμε και εμείς ως μικρά φώτα, ώστε όλοι μαζί, συν Θεώ, να διαλύσωμε τα παχυλά σκοτάδια του κόσμου τούτου, προς δόξα Κυρίου και για την δική μας, δια πρεσβειών του Αγίου, σωτηρία. Αμήν! Γένοιτο!
Σοφία Μπεκρή
