Dogma

Ο όσιος Γεώργιος Γ’ ο Αγιορείτης, ηγούμενος της Μονής Ιβήρων

 Ο όσιος Γεώργιος (Μταζμιντέλι) γεννήθηκε το 1009 στην επαρχία Τριλέτι του Τάο-Χαρντζίτι (νοτιοδυτική Γεωργία).

Ανήκε σε οικογένεια της υψηλής αριστοκρατίας και αφιερώθηκε στον Θεό από ηλικίας δέκα ετών, ενώ μυήθηκε στα ιερά γράμματα στην Μονή του Χαχουλί από τον θείο του Γεώργιο τον Γραφέα. Οι δύο τους κατόπιν υπηρέτησαν στο σπίτι ενός ευγενούς Γεωργιανού και χρειάστηκε να ταξιδέψουν στην Κωνσταντινούπολη, όπου για δώδεκα χρόνια ο Γεώργιος έλαβε πλήρη ελληνική μόρφωση κοντά σε φιλοσόφους και ανθρώπους της Εκκλησίας, μόρφωση που τον προετοίμασε λαμπρά για το έργο που του επεφύλασσε ο Θεός.

Επιστρέφοντας στην μονή του στην Γεωργία, έλαβε το μοναχικό Σχήμα σε ηλικία είκοσι πέντε ετών και σύντομα αναχώρησε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους (1036). Φθάνοντας στην περιοχή της Αντιόχειας, όπου ζούσαν τότε πολλοί Γεωργιανοί μοναχοί, έγινε μαθητής ενός οσίου ερημίτη, του Γεωργίου του Εγκλείστου, που εγκαταβίωνε στους βράχους του Θαυμαστού Όρους. Για τρία χρόνια ανέλαβε να φροντίζει τους αρρώστους στην Μονή του Αγίου Ρωμανού, κατόπιν δε ενεδύθη το Μέγα Σχήμα από τον Γέροντά του, ο οποίος τον έστειλε στο Άγιον Όρος με σκοπό να συνεχίσει το μεταφραστικό έργο που είχε αφήσει ανολοκλήρωτο ο άγιος Ευθύμιος [13 Μαΐου]. Δεν βρήκε όμως στην Μονή Ιβήρων τον πνευματικό ζήλο των κτιτόρων της και υποχρεώθηκε να αναλωθεί σε ταπεινά διακονήματα χωρίς να μπορέσει να αρχίσει να εργάζεται στις μεταφράσεις.

Όταν ο Γέροντάς του το έμαθε, φρόντισε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος και τον διέταξε θυμωμένος να αρχίσει χωρίς χρονοτριβή το έργο. Ο Γεώργιος καταπιάστηκε αμέσως με την μετάφραση του Συναξαριστή και αφού συγκέντρωσε τις απαραίτητες πληροφορίες συνέθεσε τους Βίους του οσίου Ιωάννη και του οσίου Ευθυμίου, την τιμή των οποίων εθέσπισε, ενώ προήγαγε την τιμή των λειψάνων τους.

Αφού οι αρετές του αναγνωρίσθηκαν στην πραγματική τους αξία ορίσθηκε ηγούμενος (1045) και εργάσθηκε εξαιρετικά για την αποκατάσταση της κοινοβιακής τάξης στο μοναστήρι. Συναντώντας όμως τις ίδιες δυσκολίες με εκείνες του αγίου Ευθυμίου στην ταυτόχρονη αντιμετώπιση της διοίκησης της αδελφότητος, των ασκητικών αγώνων του και του φιλολογικού έργου του, παραιτήθηκε μετά από δέκα χρόνια και επέστρεψε στην Μονή του αγίου Συμεών του Θαυμαστού Όρους (1056).

Επιστρέφοντας στην περιοχή της Αντιόχειας εγκαταστάθηκε στο Μαύρο Όρος, όπου βρίσκονταν δεκατρία μοναστήρια στα οποία ζούσαν πολλοί Γεωργιανοί μοναχοί. Ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα υπέρ της αυτονομίας της Γεωργιανής Εκκλησίας κοντά στον πατριάρχη Αντιοχείας και ανέλαβε διάφορες διπλωματικές αποστολές που του ανέθεσε η βασίλισσα Μαρία, μητέρα του βασιλιά Μπαγκράτ Δ’ (1027-1072). Όταν όμως του προτάθηκε μία επισκοπική έδρα, αρνήθηκε όπως είχε κάνει και ο άγιος Ευθύμιος.

Μετέφρασε πολλά βιβλία από την Αγία Γραφή τα οποία κατέστησαν η επίσημη έκδοση της Γεωργιανής Εκκλησίας, τα βασικά λειτουργικά βιβλία και τα σπουδαιότερα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι μεταφράσεις αυτές απέκτησαν τέτοια φήμη, ώστε ο όσιος Γεώργιος τιμήθηκε αργότερα ως ένας από τους μεγάλους διδασκάλους της γεωργιανής γλώσσας και φιλολογίας.

Επιστρέφοντας στην Γεωργία (1060) πέρασε πέντε χρόνια αναμορφώνοντας τα ήθη του λαού και κατόπιν αναχώρησε ξανά για το Άγιον Όρος, έχοντας μαζί του ογδόντα ορφανά παιδιά με σκοπό να θητεύσουν δόκιμοι στην Μονή Ιβήρων. Περνώντας από την Κωνσταντινούπολη επισκέφθηκε τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ’ Δούκα και κατά την διαμονή του αυτή στην Βασιλεύουσα παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο στις 19 Ιουνίου 1065 (ή 1068). Το σκήνωμά του μεταφέρθηκε κατόπιν στο Άγιον Όρος και ενταφιάσθηκε κοντά σε εκείνο του αγίου Ευθυμίου.

Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος δέκατος, Ιούνιος. Ίνδικτος, Αθήναι 2008, σελ. 321

Exit mobile version