Οι γονείς του τον εμπιστεύθηκαν στον Στέφανο Ούρεση Γ’ [11 Νοεμ.] για να μορφωθεί στο παλάτι. Τρέφοντας όμως εκ νεότητος φλογερή αγάπη για τον Θεό, ο νέος εγκατέλειψε το παλάτι και αποσύρθηκε στην Μονή Σαρανταπόρου, κοντά στο Κρίβα Παλάνκα της Μακεδονίας. Ο ηγούμενος Ιωακείμ τον δέχθηκε σαν πατέρας και αφού του δίδαξε τις Αρχές του αγγελικού βίου, του έδωσε το μοναχικό Σχήμα με το όνομα Ησαΐας. Από την αρχή του μοναχικού βίου του μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μακάριος επέδειξε υποδειγματική πολιτεία σε όλες τις ευαγγελικές αρετές, χωρίς ποτέ να τον ακούσει κανείς να εκφέρει κακό λόγο για κανέναν.
Επιθυμώντας ωστόσο να ακολουθήσει έναν αυστηρότερο ασκητικό βίο αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος και έγινε δεκτός στην Μονή Χιλανδαρίου (1345). Μετά από κάποιο διάστημα επέστρεψε στην Σερβία και κατάφερε τους γονείς του να ασπασθούν την μοναχική πολιτεία, ο πατέρας του με το όνομα Γεράσιμος και η μητέρα του με το όνομα Θεοδοσία.
Επιστρέφοντας στον Άθω τέθηκε υπό την καθοδήγηση ενός γέροντα, του Αρσενίου. Το 1347, ο Σέρβος βασιλιάς Στέφανος Δουσάν μετέβη στο Άγιον Όρος και επισκέφτηκε τον Αρσένιο, τον οποίο συνήθιζε να συμβουλεύεται. Ο γέροντας παρουσίασε σε αυτόν τον Ησαΐα και έκτοτε ο ηγεμόνας επέδειξε μεγάλη εκτίμηση προς το πρόσωπό του.
Όταν εκοιμήθη ο Αρσένιος (1348), ο Ησαΐας αποσύρθηκε με τον μαθητή του Σίλβεστρο στην Σκήτη του Αγίου Παύλου και είχε για σύμβουλο και καθοδηγητή στην πνευματική ζωή τον γέροντα Διονύσιο. Εν συνεχεία εγκαταστάθηκε στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Οι μοναχοί θαυμάζοντας τις αρετές του και τις γνώσεις του τον έκαναν ηγούμενό τους και τον έστειλαν στο Στέφανο Δουσάν για να ζητήσει οικονομική βοήθεια. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα Ελένη δέχθηκαν με χαρά τον όσιο μοναχό και του χορήγησαν πρόθυμα τους απαραίτητους πόρους για την ανακαίνιση και τον εξωραϊσμό της μονής του.
Επιστρέφοντας στον Άθω, δεν αφοσιώθηκε μόνο στην επιστασία των έργων, αλλά επιδόθηκε πρωτίστως στην πρόοδό του στο εσωτερικό έργο της ησυχίας και της νήψεως. Τέλειος γνώστης της ελληνικής γλώσσας, ανέλαβε την μετάφραση, για πρώτη φορά στα σλαβικά, των έργων που αποδίδονται στον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την μετάδοση στις νεαρές σλαβικές Εκκλησίες των θησαυρών της βυζαντινής ησυχαστικής παράδοσης.
Μπροστά στην αντίδραση ορισμένων μοναχών, μετέβη στην περιοχή των Σερρών παίρνοντας μαζί του τον μαθητή του Νίκανδρο και μερικούς πιστούς μοναχούς (περί το 1366). Συνέβαλε εκεί στην διάδοση του ησυχαστικού βίου, αναδιοργάνωσε τα μοναστήρια, έκτισε εκκλησίες και κέρδισε πολλές ψυχές στον ενάρετο βίο. Όταν επέστρεψε στην αθωνική μονή του, έγινε δεκτός με μεγάλη χαρά από τους αδελφούς, εκείνοι δε που του είχαν αντιταχθεί, μετανόησαν. Η ζωή της αδελφότητος αναπτερώθηκε υπό την συνετή πνευματική καθοδήγησή του και η αγιότητά του διέλαμψε τότε σε όλο το Άγιον Όρος.
Γεμάτος ζήλο για την ενότητα της Εκκλησίας και θρεμμένος με τις πνευματικές αρχές των Πατέρων του ησυχασμού, ο όσιος Γέροντας υπέφερε σκληρά λόγω του σχίσματος που δημιουργήθηκε μεταξύ του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της Εκκλησίας της Σερβίας από την εποχή της μονομερούς ανακήρυξης του αυτοκεφάλου κατά τους χρόνους του Στέφανου Δουσάν, ο οποίος θέλησε να στεφθεί από πατριάρχη «αυτοκράτορας Σέρβων και Ελλήνων» (1336) και επιθυμούσε να αναλάβει μία αποστολή συμφιλίωσης.
Η πρότασή του έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τον ηγεμόνα Λάζαρο [15 Ιουν.] και ο Ησαΐας αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη επικεφαλής μιας αντιπροσωπείας μοναχών, γνωστών για την σοφία τους και για τον πνευματικό βίο τους, όπως ο όσιος Θεοφάνης, Πρώτος του Αγίου Όρους, ο άγιος Νικόδημος που επρόκειτο να διαδώσει τον ησυχασμό στα ρουμανικά εδάφη [26 Δεκ.] και οι δύο πιστοί μαθητές του, Νίκανδρος και Σίλβεστρος (1375).
Ο πατριάρχης άγιος Φιλόθεος [11 Οκτ.], μαθητής του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, υποδέχθηκε με πατρική στοργή τους ησυχαστές αυτούς και επείσθη από τα επιχειρήματά τους ώστε να άρει τον αναθεματισμό της Σερβικής Εκκλησίας από τον προκάτοχό του άγιο Κάλλιστο Α’ [20 Ιουν.]. Επέστρεψαν στον Άθω φέρνοντας την χαρμόσυνη είδηση της αποκατεστημένης κοινωνίας, φορτωμένοι δώρα και ιερά σκεύη που είχε προσφέρει ο πατριάρχης.
Ο Γέροντας ξανάρχισε τον βίο της προσευχής στο μοναστήρι του μέχρι την ημέρα που πηγαίνοντας στην Μεγίστη Λαύρα μαζί με πέντε αδελφούς έπεσαν στα χέρια πειρατών που τους πήραν στο καράβι τους και κακομεταχειρίστηκαν τον όσιο γέροντα με τον χειρότερο τρόπο, αφήνοντάς τον αιμόφυρτο από τα κτυπήματα που δέχθηκε στο κεφάλι. Θεραπεύτηκε όμως θαυματουργικά και μπόρεσε να γυρίσει με χαρά στην μονή του, όπου και τελείωσε τον βίο του ειρηνικά. (*)
(*) Παρόλο που η λειτουργική μνήμη του δεν έχει αναγνωρισθεί επισήμως, τιμάται παλαιόθεν από τους μοναχούς και η συμβολή του στην διάδοση του ησυχασμού στις σλαβικές χώρες δικαιολογεί την ένταξή του στον Συναξαριστή. Συνοψίζουμε τον Βίον του, που συνέγραψε ένας ανώνυμος μαθητής του, ο οποίος τοποθετεί την μνήμη του αυτή την ημέρα.
Από το βιβλίο: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου. Τόμος δωδέκατος, Αύγουστος. Ίνδικτος, Αθήναι 2009, σελ. 230.
