Dogma

Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης για τη “συμπόρευση” Εκκλησίας και Κράτους – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη Ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784 – 1860) υπήρξε ο σημαντικότερος και ισχυρότερος εκκλησιαστικός άνδρας από την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους, μέχρι την ανάληψη της Αντιβασιλείας από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό Παπανδρέου, μετά  την απελευθέρωση της χώρας από τον τριπλό στρατό κατοχής. Οι απόψεις του και οι τοποθετήσεις του για […]

Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη

Ο αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784 – 1860) υπήρξε ο σημαντικότερος και ισχυρότερος εκκλησιαστικός άνδρας από την ίδρυση του Νεοελληνικού κράτους, μέχρι την ανάληψη της Αντιβασιλείας από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Δαμασκηνό Παπανδρέου, μετά  την απελευθέρωση της χώρας από τον τριπλό στρατό κατοχής. Οι απόψεις του και οι τοποθετήσεις του για τα εκκλησιαστικά πράγματα, ίσχυσαν επίσημα από την μονομερή ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1833, μέχρι την περίοδο της «επαναστατικής κυβερνήσεως» των Ν. Πλαστήρα και Στ. Γονατά, που αναγκαστικά για να ανταποκριθεί πλήρως η νέα κυβέρνηση  στις εξελίξεις μετά την Μικρασιατική καταστροφή το 1922, άλλαξε τον τρόπο της εκλογής του προκαθημένου της Ιεράς Συνόδου Εκκλησίας της Ελλάδος. Η αλλαγή αυτή  οδήγησε στην πρώτη ελεύθερη εκλογή προκαθημένου, για το θώκο του αρχιεπισκόπου Αθηνών. Η εκλογή του νέου αρχιεπισκόπου Αθηνών και όχι πλέον μητροπολίτη Αθηνών, αφού από τότε, όλοι οι αρχιερείς όλων των επαρχιών του κράτους έγιναν  μητροπολίτες και ο Αθηνών από μητροπολίτης κατέχει τον τίτλο του αρχιεπισκόπου, είχε μια διαφορετική και αποδεκτή εκκλησιαστικά αντιμετώπιση  όμως, καθοδηγούμενη και αυτή από το πολιτικό παρασκήνιο της εποχής. Η επιλογή  του καθηγητή της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Αθήνας αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, έγινε μετά από την συντονισμένη κινητοποίηση της Θεολογικής Σχολής Αθηνών με πρωταγωνιστή τον καθηγητή της Αμίλκα Αλιβιζάτο, για την προώθηση  της πρότασης της υποψηφιότητάς του συναδέλφου του.  Βέβαια, είχε προηγηθεί η αναγκαία συνεννόηση που ο καθηγητής είχε με τον Πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

      Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης υπήρξε ένας ακόμα κληρικός που ασπάστηκε τις ιδέες του Ελληνικού Διαφωτισμού (1770 -1821), όταν αυτό το κίνημα βρισκόταν στην τελευταία του περίοδο. Η πορεία της σκέψης του για το ρόλο της Εκκλησίας σε ένα Νεοελληνικό κράτος, ταυτιζόταν με αυτές του πατέρα του Ελληνικού Διαφωτισμού Αδαμάντιου Κοραή. Ήταν πάντοτε σταθερά ταγμένος στο πλευρό του αγγλικού κόμματος και πολιτικά απέναντι στη Ρωσία, υιοθετώντας όμως, την εκκλησιαστική πολιτειοκρατική μεταρρύθμιση που επέβαλε ο τσάρος Μ. Πέτρος. Σύμφωνα με τον καθηγητή της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Γεράσιμο Κονιδάρη, υπήρξε ο μοναδικός Έλληνας θεολόγος της εποχή του. Το μεγαλύτερο προσόν του υπήρξε η γνώση της Γερμανικής γλώσσας, που τον έκανε απολύτως απαραίτητο για την Αντιβασιλεία, και ιδιαίτερα για τον προτεστάντη καθηγητή Maurer που τον αξιοποίησε για να συντονίσει τόσο τα πριν από την ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου το 1833, ως ενός από τους πλέον αρμόδιους για την υλοποίηση της απαιτούμενης νόμιμης διαδικασίας, αλλά και μετέπειτα αφού διορίσθηκε ο πρώτος Γραμματέας της Συνόδου για να ακολουθήσει υπό το βλέμμα του και την άμεση συμπαράσταση του εκάστοτε βασιλικού επιτρόπου η Εκκλησία στο Νεοελληνικό κράτος σταθερά, αυτήν την «ισορροπημένη»  στρατηγική.

       Η δράση του τότε, συνεχίζει ακόμα και σήμερα να προκαλεί αλλεπάλληλες συζητήσεις και προβληματισμούς για τις αποφάσεις του, σε όλους όσους προσπαθούν να προσεγγίσουν όχι μόνο την πορεία του Αυτοκέφαλου του 1833 και τα μετέπειτα από την έκδοση του Συνοδικού Τόμου του 1850, αλλά και της συνολικής αντιμετώπισης της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην απαιτούμενη από την Πολιτεία συμπόρευση  σε δύσκολους καιρούς, όπου η Μεγάλη Ιδέα από την δεκαετία του 1840 καθόριζε τα πάντα, αλλά και μετέπειτα όταν τη σκυτάλη παρέλαβαν άλλες διαφορετικές και δυσκολότερες πολιτικά φορτισμένες  καταστάσεις.

      Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η κατάσταση αυτή που είχε δημιουργηθεί,  καθόρισε τον τρόπο της σκέψης του, τον οποίο προσάρμοσε σε μία πραγματικότητα, που είχε ήδη δρομολογηθεί από την εποχή Αγώνα του 1821 για να αποφύγει το νεοσύστατο κράτος οτιδήποτε  θα το συνέδεε πνευματικά με την Ανατολή, δηλαδή, όπως αυτοί πίστευαν με την οπισθοδρόμηση και το σκοταδισμό. Σύμφωνα με τον καθηγητή πρωτ. Γεώργιο Μεταλληνό, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης «υπήρξε ο πολιτικός θεολόγος του 19ου αιώνα με τη σημερινή νοηματοδότηση του όρου». Προσπαθώντας να ανιχνεύσουμε τις κύριες αιτίες που ώθησαν τον αρχιμανδρίτη Θεόκλητο Φαρμακίδη να δώσει έναν μεγάλο και αδιάκοπο αγώνα προς αυτήν την κατεύθυνση, θα πρέπει να σταθούμε σε κάποια βασικά κομβικά σημεία του βίου του, πριν ακόμα αυτός αξιοποιηθεί στο μέγιστο βαθμό από την ετερόδοξη Αντιβασιλεία.

     Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, στη Σχολή των Κυδωνιών και στην Ακαδημία του Ιασίου όπου λίγο αργότερα χειροτονήθηκε κληρικός. Μετέπειτα πήγε στη Βιέννη όπου έμεινε εκεί για κάποια  χρόνια μαθαίνοντας τις ξένες γλώσσες γαλλικά, γερμανικά και λατινικά. Από το 1819 έως το 1821 σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γκαίτινγκεν. Ο τρόπος διδασκαλίας της Δυτικής Θεολογίας και στα δύο ρεύματα του χριστιανικού κόσμου εκείνη την περίοδο, σφράγισε ανεξίτηλα τον τρόπο της σκέψης του, όχι μόνο από αυτά τα θεολογικά γράμματα που διδάχθηκε στο Πανεπιστήμιο, αλλά και από τον τρόπο που κυρίως οι Γερμανοί αντιμετώπιζαν στην καθημερινή τους ζωή στην πράξη, τις σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία. Η εμπειρία του αυτή στάθηκε ένας πραγματικός οδοδείκτης για τον ίδιο, που εύκολα στο εγγύς μέλλον τον προσάρμοσε για να επιβληθεί ένα πολιτειοκρατικό σύστημα στο νεότευκτο κρατίδιο. Στη Δύση όπου βρισκόταν ήρθε σε επαφή με διάφορα ισχυρά πνευματικά ρεύματα της εποχής του, και κυρίως με τη Ρωσική Θεολογία που από την εποχή των μεταρρυθμίσεων  του τσάρου Μεγάλου Πέτρου, απόκτησε ένα έντονο δυτικό χρώμα. Από τον 16ο αιώνα η ρωσική Θεολογία άρχισε να υιοθετεί ένα ιδιόρρυθμο τρόπο διατύπωσης του τρόπου σκέψης της, αντλώντας από τις θέσεις των προτεσταντών τα απαιτούμενα επιχειρήματα για να απαντήσει με  θεολογικά επιχειρήματα στους ρωμαιοκαθολικούς και το αντίθετο για να  απαντήσει στους προτεστάντες, απομακρυνόμενη από τον Ορθόδοξο τρόπο που βιώθηκε και αναπτύχθηκε η θεολογική σκέψη στην Ανατολή από τους Πατέρες της Εκκλησίας. Εξάλλου οι Θεολογικές Σχολές τους στην τσαρική Ρωσία, εφάρμοζαν τις μεθόδους των υπολοίπων Θεολογικών Σχολών των φημισμένων πανεπιστημίων της Ευρώπης, ενώ παράλληλα  οι Ρώσοι θεολόγοι χρησιμοποιούσαν ευρέως την λατινική γλώσσα.

   Ένα άλλο σημαντικό γεγονός που διευκόλυνε την εφαρμογή του συγκεκριμένου πολιτειοκρατικού  τρόπου δράσης του στο μικρό βασίλειο, υπήρξε η υιοθέτηση των απόψεων του τσάρου της Ρωσίας  Μεγάλου Πέτρου και της υλοποίησής τους από ιεράρχες του Πατριαρχείου Μόσχας. Ο τσάρος διά του όμπερ – προκουρόρ είχε εισάγει ένα παρόμοιο καθεστώς με αυτό που υιοθέτησαν οι πρωτεργάτες της πολιτειοκρατίας στην επαναστατημένη Ελλάδα με την ίδρυση του Μινιστέριου της Θρησκείας το 1822, αντιγράφοντας τους δύο αυτοκράτορες Μ. Πέτρο και Μ. Ναπολέοντα. Έτσι, οι κινήσεις αυτές είχαν προετοιμάσει το έδαφος για την ίδρυση ενός παρόμοιου τρόπου για την πορεία του Ορθόδοξου εκκλησιαστικού οργανισμού, σε μια περίοδο που το κράτος απαιτούσε την υποδειγματική υπακοή της Εκκλησίας, κάθε φορά για να καταφέρει να πραγματοποιήσει τους στόχους του. Βέβαια, δεν ήταν η πρώτη εθνική Εκκλησία που υιοθέτησε τον 19ο αιώνα, παρόμοια σύμπλευση με την πολιτική εξουσία στη Βαλκανική Χερσόνησο. Στο εγγύς μέλλον θα ακολουθήσει αρχικά η Βουλγαρία με την ίδρυση της Εξαρχίας το 1870, με την ίδια περίπου τακτική να ακολουθούν και οι υπόλοιπες χώρες αργότερα, όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Βέβαια, ολόκληρο τον 19ο αιώνα αλλά και τον 20ό οι Βαλκάνιοι πίστευαν ότι η Ιστορία τους είχε αδικήσει, για αυτό δεν έπαψαν τα εθνικά τους κράτη να διεκδικούν εδάφη. Έτσι, η κάθε τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία στη Βαλκανική Χερσόνησο,  αναγκαστικά στήριζε παρόμοιες θέσεις για εθνικούς λόγους.

    Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης έφθασε στην Κέρκυρα για να διδάξει θεολογικά μαθήματα, μετά από πρόσκληση του ευεργέτη του, ύπατου αρμοστή στα Ιόνια νησιά  Άγγλου λόρδου Φρειδερίκου Δημητρίου Γκίλφορδ (1766 – 1827) που είχε βαπτισθεί το 1791  Ορθόδοξος στο δόγμα, και τον  είχε βοηθήσει οικονομικά στο παρελθόν για να σπουδάσει στο εξωτερικό. Ο λόρδος  εκείνη την περίοδο κατείχε ηγετική διοικητική θέση στην  Ιόνιο Ακαδημία, που ήταν ουσιαστικά το πρώτο Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα τον 19ου αιώνα.  Ως καθηγητής στην Ιόνιο Ακαδημία δίδαξε άμεσα  προσαρμοσμένος, σε ένα ιδιότυπο κλίμα που ο λόρδος Γκίλφορδ είχε φροντίσει να ακολουθήσει η Θεολογική Σχολή της Ιονίου Ακαδημίας ως μιας  Ορθόδοξης πρότασης. Η Θεολογική Σχολή ακολουθούσε ένα ιδιαίτερο επιστημονικά βηματισμό. Ακολουθούσε κατά γράμμα τον τρόπο της επιστημονικής της θεολογικής προσέγγισης από τα παλαιά και έγκριτα πανεπιστήμια της γηραιάς ηπείρου, συνδυαζόμενης όμως με την Ορθοδοξία. Όμως, χωρίς ο λόρδος Γκίλφορδ να έχει την ικανότητα και τις απαραίτητες θεολογικές γνώσεις και εμπειρίες ώστε, να αντιληφθεί τις προσμίξεις της από την επικρατούσα δυτικού χρώματος  θεολογική σκέψη που μεσουρανούσε στη γηραιά ήπειρο, όταν ο ελληνισμός στην συντριπτική του πλειοψηφία ασφυκτιούσε στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας.

   Η διάθεσή του για να ακολουθεί σταθερά η Εκκλησία στην Ελλάδα την πορεία που ο ίδιος ο Φαρμακίδης με κόπο χάραξε, και περιέγραψε αναλυτικά στο βιβλίο του που εκδόθηκε όταν απομακρύνθηκε  από τη θέση του στη Σύνοδο, για να διευκολυνθεί η προσέγγιση της Εκκλησίας στην Ελλάδα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ώστε, να πάψει το σχίσμα που 17 χρόνια ταλάνιζε την Εκκλησία. Το βιβλίο του που εξέδωσε  ανώνυμα και έμεινε γνωστό στην Εκκλησιαστική Ιστορία της νεότερης Ελλάδας ως  o «Αντίτομος», είναι ένα απολογητικό ουσιαστικά έργο. Οι επερχόμενες εξελίξεις   δεν του άφησαν κανένα περιθώριο μέσα στο τεταμένο κλίμα της περιόδου, και των επιθέσεων που δεχόταν από τους ανθρώπους που δεν αποδεχόταν ότι η δογματική μόνο με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ενότητα αρκούσε, όπως ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ’ Οικονόμων που το διακήρυττε ανοικτά, τονίζοντας ότι  έπρεπε να υπάρχει παράλληλα η διοικητική και πνευματική εποπτεία του Οικουμενικού θρόνου, η οποία είχε διασαλευτεί με την έναρξη της Επανάστασης του 1821.

           Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα ο Φαρμακίδης δυστυχώς, δεν κατάφερε να διερευνήσει την δυνατότητα ύπαρξης ασφαλιστικών δικλίδων, σε κάθε προσπάθεια μελλοντική, για την αλλαγή του τρόπου που ο κρατικός μηχανισμός θα απαιτούσε ξανά αλλαγής στάσης της Εκκλησίας στην Ελλάδα, προς το χειρότερο από τα ήδη  αναγκαστικά τις περισσότερες φορές  συμφωνηθέντα. Έτσι, η Εκκλησία της Ελλάδος θα έμενε απροστάτευτη κάθε φορά σε κάθε κρίση. Η ύπαρξη των δύο νόμων Σ’ / 1852 και ΣΑ΄ / 1852 θα δέσμευαν την Εκκλησία για ένα περίπου αιώνα. Ακόμα και η μικρή ανάσα που της δόθηκε από την εκλογή του αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Παπαδόπουλου ως προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν είχε συνέχεια. Λίγο αργότερα η δικτατορία του στρατηγού Πάγκαλου, συνέχισε το ίδιο πολιτειοκρατικό καθεστώς σε ασφυκτικά μεγαλύτερο βαθμό. Αυτό φάνηκε και αργότερα  στις μεγάλες πολιτικές κρίσεις, στις στρατιωτικές δικτατορίες του 20ού αιώνα και στην περίοδο της τριπλής κατοχής της χώρας από τα  ξένα εχθρικά στρατεύματα.

        Η Εκκλησία θα αντιμετωπιζόταν με μεγαλύτερη «κεκαλυμμένη» εχθρότητα, αφού η έλλειψη από αυτές τις κυβερνήσεις οποιουδήποτε λαϊκού ερείσματος, θα έβαζαν στο στόχο την Εκκλησία στην Ελλάδα, που θα έπρεπε «να αναλάβει υποχρεωτικά» η ίδια, με τη συμβολή της μειώνοντας κάποιες φορές  το κύρος της στον ελληνικό λαό, στις έμμεσες ή άμεσες υποδείξεις της για  υπακοή της κοινωνίας στις ανάλογες πολιτικές ή πολιτειακές μεταβολές. Η απαιτούμενη συνεργασία του εκκλησιαστικού οργανισμού ήταν το αίτημα όλων αυτών που έβρισκαν τρόπους μέσα από την αλλαγή της νομοθεσίας, με νέους Καταστατικούς Χάρτες και τις αναγκαστικές απομακρύνσεις προκαθημένων ή άλλων ιεραρχών να επιβάλλουν τις μονομερώς τις απόψεις τους. Έτσι, η χρήση της Εκκλησιαστικής Ιστορίας σήμερα θα διαφωτίσει τα γεγονότα που η Εκκλησία στην Ελλάδα βίωσε, χωρίς η ίδια να το επιδιώξει. Η ύπαρξη ακόμα και μιας Δημόσιας Εκκλησιαστικής Ιστορίας, εκτός από την ακαδημαϊκή που δεν φθάνει να γνωστοποιήσει τα πορίσματα της έρευνά της  στη συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου, σε καιρούς που η Εκκλησία αντιμετωπίζει σύγχρονες προκλήσεις μαζί με  την προπαγάνδα των αντιχριστιανικών κύκλων, την κάνει απολύτως αναγκαία και άμεσα απαραίτητη. Αξίζει να τονισθεί ότι η μεγάλη προσπάθεια εξοικείωσης των πνευματικών ρευμάτων της Δύσης στην Ανατολή δεν ήταν το βασικό ζητούμενο για τους Έλληνες, αλλά ήταν η προϋπόθεση όλων αυτών των κύκλων που απέρριπταν την Ορθόδοξη παράδοση που δεν τους «γοήτευε», για να απαλλαγούν από αυτήν και να νομιμοποιηθούν ηθικά για τις επιλογές τους.

         Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης δεν υπήρξε μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ούτε προϊόν της εποχής του. Υπήρξε ο κύριος εκφραστής μιας τάσης που είχε την αφετηρία της στο Δεσποτάτο του Μυστρά και την Κωνσταντινούπολη, όταν ο Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός ανάλαβε να απαντήσει η φιλοσοφία στο χριστιανισμό, που από τον 4ο αιώνα περιθωριοποιήθηκε από τη Θεολογία. Στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας μεμονωμένες δυνατές φωνές θα ακούγονται κρατώντας τη σκυτάλη για τους επόμενους, τους Έλληνες Διαφωτιστές και τους ποικίλους διαδόχους τους κάθε φορά ως τις μέρες μας.

Exit mobile version