Για τη Θεοδώρα, τη γυναίκα του Χριστόδωρου, που έπαθε οφθαλμία
Επειδή μιλήσαμε για τις ασθένειες και τις θεραπείες του Χριστόδωρου, καλό είναι να μνημονεύσουμε και τα συμβάντα στη γυναίκα του Θεοδώρα και τα επισυμβάντα σε αυτήν θαύματα από τους αγίους. Θα ξεκινήσουμε μ’ ένα θαύμα που είναι αξιομνημόνευτο, γιατί μας διδάσκει την βοήθεια προς τους απόντες και την επίσκεψη των αγίων στους μακράν του τεμένους ευρισκόμενους, τους οποίους, ενώ ασθενούν πολύ μακριά από το ναό τους, τους προτρέπουνε να έλθουν εκεί για θεραπεία και να την «εμπορευθούν» περισσότερο από τους θησαυρούς του χρυσού και του αργύρου ή τη λαμπρότητα των πολυτίμων λίθων.
Η γυναίκα είχε πάθει οφθαλμία και υπέμεινε τη νόσο ζώντας στην πόλη μέσα, όπου και το πλήθος των καλύτερων γιατρών την επισκέπτονταν, αν και διακινδύνευαν όλοι αυτοί οι σπουδαίοι να ηττηθούν από ένα και μόνο νόσημα· γιατί ήταν τόσο δεινή η ασθένεια και μέγας εχθρός των Ασκληπιάδων.
Αλλά αυτή τη μάχη τη διέλυσαν οι άγιοι έλκοντες προς το μέρος τους τη νίκη· ή μάλλον απόδωσαν το δίκιο εξ ίσου, αφού θεράπευσαν το πάθος με την επέμβασή τους, χωρίς μήτε τη νόσο, μήτε αυτούς που ήθελαν να την θεραπεύσουν να λυπήσουν, ως εάν να ήσαν ηττώμενοι αναμεταξύ τους. Όμως ας εκθέσουμε και το τρόπο, με τον οποίον έγινε η σωστή διαιτησία εκ μέρους των αγίων, γιατί παρουσιάζει και προβάλλει την ξεχωριστή προς όλους των Αγίων μας συγκατάβαση:
Εκείνον τον καιρό, που η γυναίκα ασθενούσε στην όραση, και υπήρχε η μάχη των γιατρών προς το νόσημα, πέτυχε να προσληφθεί ως οικονόμος στο τέμενος των αγίων ο Χριστόδωρος, όπως έχουμε αναφέρει. Η Θεοδώρα λοιπόν μόλις το έμαθε, άρχισε αμέσως να διαπληκτίζεται με τον άντρα της και να κακίζει την υπηρεσία αυτή, γιατί έλεγε ότι είναι πολύ μακριά από την πόλη και ότι θα εγκαταλείψουν το σπιτικό τους έρημο· και με κάθε τρόπο αρνιόνταν την έξοδο με όλες αυτές τις προφάσεις, που οι γυναίκες έχουν πάντοτε έτοιμες· και χρησιμοποιούσε το πιο σταθερό και δύσκολα να ανατραπεί επιχείρημα, την ασθένεια των οφθαλμών της, λίγο δε έλειψε να πείσει τον σύζυγό της να παραιτηθεί από το εγχείρημα – τόσο είναι δεινές οι γυναίκες στο να πείθουν τους άντρες τους και προς αυτά που ακριβώς θέλουνε, ακόμη κι αν αυτά είναι τα πλέον φαυλότατα, έχοντας σύμμαχο τη φύση, που τους παρέχει, αν και είναι το ασθενές φύλο, τη δύναμη να το πετυχαίνουν.
Και θα το είχε πετύχει, αν οι άγιοι, ευχαριστημένοι από την επιλογή του Χριστόδωρου, δεν της εμφανίζονταν στον ύπνο της και δεν την προετοίμαζαν να αποδεχθεί να πάει μαζί με τον άντρα της προς το τίμιο και σεβαστό τους τέμενος.
«Για ποιο λόγο», είπαν εμφανιζόμενοι σ’ αυτήν, «εμποδίζεις το σύζυγό σου να υπηρετήσει εκεί που διορίστηκε;» «Γιατί, ποιοι είστε σεις;», ρώτησε τους μάρτυρες. Όταν ο Κύρος είπε: «Εγώ μεν είμαι ο Κύρος, αυτός δε είναι ο Ιωάννης, που σήκωσε μαζί μου το βραβείο της ευσέβειας», εκείνη απάντησε: «Μόνη αιτία είναι η ασθένεια των ματιών μου, γιατί εκεί φτάνοντας, δεν θα έχω πλέον τη βοήθεια των γιατρών».
Όταν άκουσαν αυτήν την πρόφαση οι μάρτυρες, αμέσως εμφανίζουν μπρος στα μάτια της το ιερό τέμενος και των κατακειμένων ασθενών το αμέτρητο πλήθος και έδειχναν και τη νόσο του καθενός, ποια επακριβώς ήταν. «Τι λες; Μαζί με όλους αυτούς δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε και τα μάτια τα δικά σου;» Αυτά λέγοντας την έπεισαν με έργα την πειθώ κατεργαζόμενοι και όχι με ψιλούς λόγους…
Αυτή δε όταν βγήκε από την πόλη, και μόνο που αντίκρισε το τέμενος, την ασθένεια αμέσως απέβαλε, χωρίς να της πονέσουν καθόλου πια τα μάτια της, όχι αυτό και εκείνο να κάνει για να θεραπευθεί, αλλά από μόνη της η θέα της εκκλησίας των Αγίων την έκανε να δρέψει την αμάραντο ίαση· γιατί αρκούσε η γλυκιά μορφή του σηκού να θεραπεύσει και το πάθος το πικρό και να δείξει και των κατοικούντων εκεί Αγίων την αμέτρητη δύναμη.
Από το βιβλίο: Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Αββάκυρος. Ο ισάγγελος βίος και τα παράδοξα θαύματα των Αγίων Αμπακίρ (Κύρου) και Αμπαγιοχάνα (Ιωάννου). Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια από τον Γιάννη Φουρτούνα, Θεολόγο. Εκδόσεις ΚΕ.Π.Ε., Αθήνα, σελ. 113.
