Dogma

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ: Ο φόβος

Μια φορά επέ­στρε­φα στο Άγιον Όρος. Όταν φθά­σα­με με­τα­ξύ της Μο­νής Βα­το­παι­δί­ου και Παν­το­κρά­το­ρος, άρ­χι­σε να φυ­σά­ει βο­ρειο­α­να­το­λι­κός άνε­μος και ση­κώ­θη­κε φουρ­τού­να. Ο κα­ρα­βο­κύ­ρης πή­γαι­νε το μο­τέρ κόν­τρα στο κύμα, για­τί δια­φο­ρε­τι­κά θα βου­λιά­ζα­με. Ένας Ιε­ρισ­σιώ­της φο­βη­τσιά­ρης, που δεν ήξε­ρε ούτε από κα­ρά­βι, ούτε από θά­λασ­σα – μου­λά­ρια είχε, – έβα­λε τις φω­νές: «Τί κά­νεις, […]

Μια φορά επέ­στρε­φα στο Άγιον Όρος. Όταν φθά­σα­με με­τα­ξύ της Μο­νής Βα­το­παι­δί­ου και Παν­το­κρά­το­ρος, άρ­χι­σε να φυ­σά­ει βο­ρειο­α­να­το­λι­κός άνε­μος και ση­κώ­θη­κε φουρ­τού­να. Ο κα­ρα­βο­κύ­ρης πή­γαι­νε το μο­τέρ κόν­τρα στο κύμα, για­τί δια­φο­ρε­τι­κά θα βου­λιά­ζα­με. Ένας Ιε­ρισ­σιώ­της φο­βη­τσιά­ρης, που δεν ήξε­ρε ούτε από κα­ρά­βι, ούτε από θά­λασ­σα – μου­λά­ρια είχε, – έβα­λε τις φω­νές: «Τί κά­νεις, θα μας πνί­ξεις! Δεν βλέ­πε­τε; Στην Κα­βά­λα θα μας πάει!». Τότε ξε­ση­κώ­θη­καν και άλ­λοι και έπε­σαν πάνω στον κα­ρα­βο­κύ­ρη. «Αφή­στε με, έλε­γε ο καη­μέ­νος, ξέρω εγώ την δου­λειά μου». Ευ­τυ­χώς ένας από τους επι­βά­τες ήταν ναυ­τι­κός και τους κα­θη­σύ­χα­σε: «Αφή­στε τον, ξέ­ρει αυ­τός. Κό­βει το κύμα, έτσι που πάει». Αν δεν ήταν εκεί­νος, θα βού­λια­ζε το μο­τέρ, για­τί οι άλ­λοι δεν άφη­ναν τον κα­ρα­βο­κύ­ρη να κά­νει την δου­λειά του. Βλέ­πεις, ένας ήταν φο­βη­τσιά­ρης, δη­μιούρ­γη­σε πα­νι­κό, ξε­ση­κώ­θη­καν όλοι μέσα στο πλοίο και θα το βού­λια­ζαν…

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Exit mobile version