Μια φορά επέστρεφα στο Άγιον Όρος. Όταν φθάσαμε μεταξύ της Μονής Βατοπαιδίου και Παντοκράτορος, άρχισε να φυσάει βορειοανατολικός άνεμος και σηκώθηκε φουρτούνα. Ο καραβοκύρης πήγαινε το μοτέρ κόντρα στο κύμα, γιατί διαφορετικά θα βουλιάζαμε. Ένας Ιερισσιώτης φοβητσιάρης, που δεν ήξερε ούτε από καράβι, ούτε από θάλασσα – μουλάρια είχε, – έβαλε τις φωνές: «Τί κάνεις, θα μας πνίξεις! Δεν βλέπετε; Στην Καβάλα θα μας πάει!». Τότε ξεσηκώθηκαν και άλλοι και έπεσαν πάνω στον καραβοκύρη. «Αφήστε με, έλεγε ο καημένος, ξέρω εγώ την δουλειά μου». Ευτυχώς ένας από τους επιβάτες ήταν ναυτικός και τους καθησύχασε: «Αφήστε τον, ξέρει αυτός. Κόβει το κύμα, έτσι που πάει». Αν δεν ήταν εκείνος, θα βούλιαζε το μοτέρ, γιατί οι άλλοι δεν άφηναν τον καραβοκύρη να κάνει την δουλειά του. Βλέπεις, ένας ήταν φοβητσιάρης, δημιούργησε πανικό, ξεσηκώθηκαν όλοι μέσα στο πλοίο και θα το βούλιαζαν…
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
