Το 1977 αναχώρησε για τη Μονή Συχαστρία, το 1984 ήλθε στη Ρουμανική Σκήτη Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του Αγίου Όρους και από το 1992 ασκείται στη Σκήτη Λάκκου μαζί με την συνοδεία του που αποτελείται από 14 μοναχούς και δοκίμους. Αυτός μας είπε τα εξής για τον όσιο Γέροντα Διονύσιο:
Ο π. Διονύσιος, όταν ήλθε στο Άγιον Όρος το 1926, σε ηλικία 17 ετών, επισκέφθηκε με τον αδελφό του ιεροδιάκονο Γυμνάσιο τις Μονές του Αγίου Όρους. Μετέβησαν και στη Σκήτη του Προδρόμου, η οποία τότε αριθμούσε 120 μοναχούς. Λόγω ελλείψεως κελλιών δεν τους δέχθηκαν εκεί και αναζήτησαν καταφύγιο σε κελλιά της περιοχής Καψάλας.
Ο Γέροντας Διονύσιος αγωνίσθηκε σκληρά σαν εργάτης στην νεότητά του και κατόπιν σαν μοναχός. Έζησε στην αφάνεια. Δεν έλεγε πολλά λόγια, μόνο λίγα και σοφά. Είχε λάβει πολλά χαρίσματα από τον Θεό. Ιδιαίτερα το δώρο της καρδιακής προσευχής, της ταπεινώσεως και της αγάπης για τον Χριστό και τον κάθε άνθρωπο. Με την δύναμη της προσευχής του έκανε θαύματα. Και αρκούμαι να αναφέρω μόνο ένα.
Στο χωριό Στρεχάγια κοντά στη Κράγιοβα ζει μέχρι σήμερα μία μεγάλη κοινότητα τσιγγάνων. Κάποια χρονιά μία ομάδα δέκα ατόμων από αυτούς με επικεφαλής τον Ιωάννη, δικό τους άνθρωπο, αλλά ακόμη αβάπτιστο, ήλθαν στο Άγιον Ορος. Πήγαν και στη Σκήτη του Αγίου Γεωργίου Κολιτσού, όπου ζούσε ο Γέρο-Διονύσιος με την συνοδεία του. Όταν τους αντιλήφθηκε να έρχονται από μακριά, ενώ ήταν τυφλός, με θεία φώτιση τους είπε τα εξής:
– Γιατί εσείς θέλετε να ζείτε σαν τα σκυλιά, χωρίς να θέλετε να βαπτισθείτε και να παντρευθείτε; Δεν είσθε παιδιά του ιδίου Θεού, όπως και εμείς;
Ο Ιωάννης είπε στο π. Στέφανο: «Όταν άκουσα αυτά τα λόγια του, μου κόπηκαν τα πόδια και η ανάσα… Δεν μπορούσα να του μιλήσω. Τελικά του είπα:
– Γέροντα, εγώ θέλω, αλλά δεν θέλει η γυναίκα μου.
– Δεν είναι ζωή αυτή που κάνετε, του είπε και πάλι ο Γέροντας.
Έφυγαν οι τσιγγάνοι από το Κελλί του με σκοπό να επισκεφθούν άλλες Μονές τού Όρους. Κατόπιν επέστρεψαν στο χωριό τους, στη Ρουμανία. Μετά από ένα χρόνο ήλθαν και πάλι στο Ορος, στη Σκήτη της Κολιτσούς. Τότε όμως είχε πεθάνει ο Γέροντας. Ο αρχηγός τους, ο Ιωάννης, πήγε στο τάφο του Γέροντα, έπεσε μπρούμυτα επάνω και έλεγε με πόνο στον Γέροντα: «Συγχώρεσέ με, Γέροντα. Εγώ θέλω να βαπτίσω όλη την οικογένειά μου και να στεφανωθώ με τη γυναίκα μου, αλλά αυτή αρνείται, λέγοντάς μου ότι στο χωριό μας έτσι είναι όλοι αβάπτιστοι και αστεφάνωτοι, γιατί να το κάνουμα αυτό πρώτα εμείς;»
Όταν ο Ιωάννης επέστρεψε στο σπίτι του στη Ρουμανία, η γυναίκα του τον υποδέχθηκε με πολλή χαρά και τον ερώτησε: «Πράγματι, γιατί να ζούμε σαν τα σκυλιά, αφού υπάρχει και για εμάς αιώνια ζωή;» Κάλεσαν ιερέα, κατηχήθηκαν και βαπτίσθηκαν όλη η οικογένειά τους. Κατόπιν στεφανώθηκαν. Ένα μεγάλο δωμάτιο του σπιτιού τους το μετέτρεψαν σε εκκλησάκι και παντού στους τοίχους κρέμασαν εικόνες των Αγίων της Εκκλησίας μας. Διαβάζουν πνευματικά βιβλία. Ο Ιωάννης έλεγε με χαρά στον π. Στέφανο ότι έχει διαβάσει όλα τα βιβλία του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου, τα οποία, ως γνωστόν, έχουν μεταφρασθεί όλα από τον π. Στέφανο. Στην συνέχεια τους ακολούθησαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Κάθε χρόνο έρχονται καθ’ ομάδες χριστιανοί τσιγγάνοι απ’ αυτό το χωριό στο Άγιον Όρος πάντοτε με άφθονα δώρα. Στον π. Στέφανο έφεραν ολόκληρο κοντέϊνερ με πάγκους, καθίσματα και άλλα έπιπλα, τα οποία κατασκεύασαν οι ίδιοι.
Το θαύμα αυτό μας δείχνει το μέγεθος της δυναμικής προσευχής τού Γέροντα Διονυσίου ενώπιον του Φιλανθρώπου Θεού μας!
Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης
Πηγή: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης, “Αυθεντικές μαρτυρίες Αγιορειτών πατέρων και προσκυνητών για την προσωπικότητα του οσίου Γέροντα Διονυσίου του Ρουμάνου, Αγιορείτη ησυχαστή”. Ομιλία στο Μοναχικό συμπόσιο προς τιμήν τού οσίου Γέροντα Διονυσίου του Ρουμάνου, Αγιορείτη ησυχαστή. Ιάσιο Ρουμανίας, 12-15 Νοεμβρίου 2015. (Αποσπάσματα.)
