Η έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ είχε αντίκτυπο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το οποίο βίωσε άμεσα τις συνέπειες του κυπριακού προβλήματος. Η νέα κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή αντιμετώπισε το κυπριακό ζήτημα, μέσα στο ευρύτερο γενικό πλαίσιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που αφορούσε όλα τα ανοικτά εθνικά θέματα. Το Φεβρουάριο του 1956 η Ελλάδα απέστειλε μια έκθεση για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων της μειονότητας στην Πόλη. Στο κείμενο αυτό επεσήμανε τις διαφορές του τρόπου αντιμετώπισης των μειονοτήτων των δύο πλευρών, αφού η Ελλάδα σεβόταν «[…] το καθεστώς ισοπολιτείας και ελευθερίας που απολαύνουσιν οι Τούρκοι της Δ. Θράκης και Δωδεκανήσων». Η συγκεκριμένη έκθεση ανέφερε ένα διογκούμενο αρνητικό κλίμα το οποίο στην δεύτερη κυπριακή κρίση το 1964 – 1965 θα συνεχιστεί με αθρόες απελάσεις από την Τουρκία των Ελλήνων, παραβιάζοντας ασύστολα την συνθήκη της Λωζάνης[1].
Η κυπριακή κρίση ήταν για τους κομμουνιστές στην Ελλάδα η μοναδική τους ευκαιρία να αποδείξουν ότι και αυτοί ήταν γνήσιοι Έλληνες πατριώτες και όχι προδότες της πατρίδας τους. Η ΕΔΑ από το 1958 ως αξιωματική αντιπολίτευση θα βρει την κατάλληλη ρητορική για να αποτινάξει τις κατηγορίες που τη βάραιναν κυρίως για τη στάση της στο Μακεδονικό και το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου. Οι διαθέσεις της φάνηκαν στις απόλυτες θέσεις του κόμματος για την άμεση παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα, και της αποχώρησης της βρετανικής στρατιωτικής δύναμης στο νησί. Η επαναχρησιμοποίηση του παλαιού αριστερού συνθήματος «λέφτερη Κύπρος στη λέφτερη Ελλάδα» που μεσουρανούσε στη διάρκεια των τραγικών γεγονότων 1946 – 1949 από τους κομμουνιστές, ήταν ο κύριος μοχλός άσκησης πίεσης σε όλες τις μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις. Μέσα σε αυτό το κλίμα ζήτησαν από το αριστερό αδελφό κόμμα στη Μεγαλόνησο το ΑΚΕΛ να αποσυρθεί από τις συνομιλίες των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, και να εντείνει την αγωνιστική του διάθεση για να πάψει το νησί να είναι μια ακόμα αποικία του βρετανικού στέμματος. Έτσι, το ΑΚΕΛ ζήτησε δημοψήφισμα ενώ η ΕΔΑ απαίτησε την Ένωση με την Ελλάδα, με την εφημερίδα που διέθετε ως δημοσιογραφικό όργανο Αυγή, να ερμηνεύει την λαϊκή κινητοποίηση για Ένωση ως αγώνα για την εθνική αξιοπρέπεια, την εδαφική ακεραιότητα και την ολοκλήρωσή της με την αυτοδιάθεση του Κυπριακού λαού[2].
Η επιλογή της δημιουργίας ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, σχεδιάσθηκε πολύ προσεκτικά και υλοποιήθηκε σπέρνοντας την απογοήτευση στον λαό της Ελλάδας. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1958 όταν είχε ήδη συζητηθεί για τη λύση του κυπριακού το σχέδιο Μακμίλλαν ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής διαφώνησε με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ ο οποίος τον παρότρυνε η Ελλάδα να απειλήσει τους δυτικούς, ως μέτρο πίεσης με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Ο Κ. Καραμανλής επισήμανε στον Κύπρου Μακάριο Γ΄ ότι η γεωγραφική θέση της Ελλάδος δεν επιτρέπει την έξοδο της από το ΝΑΤΟ, αφού η γειτονικές Σλαβικές χώρες που είχαν κομμουνιστική διακυβέρνηση έψαχναν ευκαιρία να υλοποιήσουν το σχέδιό τους για την δημιουργία της Μακεδονίας του Αιγαίου[3].
Οι ελληνικές κυβερνήσεις καταλάβαιναν πως θα έπρεπε να κινηθούν δυναμικά για να μπορέσουν να καταφέρουν η Κύπρος να περάσει στην ελληνική επικράτεια. Στη δεκαετίες 1950 και 1960 το κυπριακό θα μονοπωλεί το ενδιαφέρον όλων των Ελλήνων. Η πρώτη φορά που ο Κύπρου Μακάριος Γ΄ επισκέφθηκε εν μέσω σφοδρών πολιτικών εντάσεων την Αθήνα ως αρχηγός ανεξάρτητου κράτους το φθινόπωρο του 1962 έριξε λάδι στη φωτιά. Οι πολιτικοί ταγοί Γεώργιος Παπανδρέου και Σοφοκλής Βενιζέλος απέρριψαν την επίσημη πρόσκληση του άνακτα, να παραβρεθούν στην δεξίωση των ανακτόρων προς τιμήν του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Κύπρου. Οι λόγοι που οδήγησαν αυτούς του δύο πολιτικούς άνδρες να αρνηθούν, εντοπίζονται στο ζήτημα του Ανένδοτου αγώνα, αλλά και της διαφορετικής προσέγγισης τους με τους υπολοίπους απέναντι στο κυπριακό. Ο συντηρητικός ημερήσιος Τύπος τόνιζε ως πρόκληση την «παράληψη» της πρόσκλησης του στρατηγού Γ. Γρίβα. Η απουσία του από τη δεξίωση θα μείωνε τις διάφορες εντάσεις την ώρα που ο απόηχος από τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου ήταν στην ημερήσια ατζέντα. Η υποδοχή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Μακαρίου Γ΄ δεν θύμιζε τίποτα από το παρελθόν. Ο ίδιος ο αρχιεπ. Κύπρου το γνώριζε, αφού η απογοήτευση για την υπόθεση της Ένωσης ήταν διάχυτη τόσο στον λαό όσο και στις στήλες των ημερησίων εφημερίδων. Για το κόμμα της Ένωσης Κέντρου η υπόθεση αυτή δεν είχε τελειώσει. Η πτώση της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή όπως δήλωναν, θα άνοιγε ξανά για εκείνους το ζήτημα[4].
Η τριετία 1960 – 1963 με φόντο τη συμφωνία της Ζυρίχης έφερε αποκλιμάκωση της έντασης των δύο γειτονικών κρατών Ελλάδας και Τουρκίας. Εκείνη την περίοδο υποχώρησε για ένα διάστημα ο εθνικισμός των Τούρκων και η ελληνική μειονότητα της Πόλης πήρε μια σημαντική ανάσα, ενώ ευεργετικά ήταν τα αποτελέσματα και για τον Οικουμενικό θρόνο. Έτσι, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν η πρώτη φορά μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453, που πήρε την πολυπόθητη άδεια να μπορέσει να μεταβεί εκτός τουρκικών συνόρων. Στις επισκέψεις του αυτές παρόντες ήταν οι διπλωματικές αποστολές των δύο χωρών. Ο Πατριάρχης επισκέφθηκε μεταξύ άλλων και το ελληνικό κράτος για να παραστεί στους εορτασμούς των χιλίων ετών του Αγίου όρους, ενώ στη συνέχεια, επισκέφθηκε τον Πάπα της Ρώμης και συνομίλησαν για πρώτη φορά μετά το σχίσμα του 1054 για την προοπτική της ενώσεως στο εγγύς μέλλον της Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας[5].
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην έντυπη εφημερίδα “Κιβωτός της Ορθοδοξίας”
Μετά από την αποτυχία το 1964 της διαμεσολάβησης των ΗΠΑ για την Ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα με αντάλλαγμα έδαφος στο νησί, τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν μια νέα τροπή. Ο φόβος των δυτικών συμμάχων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού για την στάση του αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄ για αδέσμευτη πολιτική εγκυμονούσε μεταξύ άλλων την απώλεια του εδάφους των βάσεων της Αγγλίας, ενώ ήταν μια πηγή αστάθειας με απρόβλεπτες συνέπειες για το ΝΑΤΟ σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής των δύο γειτονικών κρατών. Έτσι, παρά την αποστολή ανδρών του ΟΗΕ το 1964 η Αμερική προσπαθούσε να διαλυθεί το νεοσύστατο κράτος και να δοθεί μια βιώσιμη λύση. Ήδη, ο πρόεδρος Johnson αντέδρασε άμεσα στις διαθέσεις της Τουρκίας να επέμβει στο νησί στέλνοντας μια επιστολή στο Ismet Inonu. Η μεγάλη ευκαιρία για διαπραγμάτευση υπέρ της κυπριακής πλευράς δεν αξιοποιήθηκε, αφού ο αρχιεπίσκοπου Μακάριος Γ΄ δεν δεχόταν τα σχέδια Acheson ως μια προσπάθεια διχοτόμησης της Κύπρου. Η στάση των Αμερικανών που ήταν πιο ευνοϊκή για τους ελληνοκυπρίους από το 1964 παύει να ακολουθεί αυτή την τακτική. Προτεραιότητα για τους Αμερικανούς δεν είχε πια η λύση του κυπριακού προβλήματος αλλά η προσέγγιση των ΗΠΑ με την Τουρκία[6].
Μέσα σε όλα αυτά οι χώρες του ΝΑΤΟ αντιμετώπιζαν τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ΄ ως παρασκηνιακό συνεργάτη του κόμματος του ΑΚΕΛ, το οποίο εγκυμονούσε πλήθος κινδύνων με κυριότερο τον κίνδυνο της μετατροπή της νήσου σε «Κούβα της Μεσογείου». Έτσι, οι ιθύνοντες αποφάσισαν να τον απομακρύνουν από την Κύπρο με διαφόρους τρόπους. Ο κυριότερος και περισσότερο εφικτός για εκείνους ήταν η μετάβασή του ως αρχιεπισκόπου στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος ή Πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη ή ακόμα στην Αλεξάνδρεια. ‘Όμως, κάθε μία από αυτές τις λύσεις θα πυροδοτούσε ποικίλες αντιδράσεις τόσο από εκκλησιαστικούς κύκλους κάθε Εκκλησίας όσο από τις κυβερνήσεις των ξένων κρατών. Η προώθησή του στο θώκο του προκαθημένου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, θα θορυβούσε όλους τους πολιτικούς ταγούς της πολιτικής σκηνής στην Ελλάδα, οι οποίοι δεν θα ήθελαν ένα νέο δυναμικό προκαθήμενο στο τιμόνι της Εκκλησίας της Ελλάδος με το χαρακτήρα του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Η αποτελεσματική συνταγή του πολιτειοκρατικού συστήματος στη χώρα από την εποχή της βαυαρικής Αντιβασιλείας, με την τοποθέτηση υπερηλίκων ή άμεσα εξαρτημένων από το πολιτικό σύστημα αρχιερέων σε μια τέτοια νευραλγική θέση θα μείωνε σημαντικά τους κινδύνους και τις συγκρούσεις με τον εκκλησιαστικό οργανισμό. Η πρόταση να εκλεγεί ως νέος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν αδιανόητη για την Τουρκική Δημοκρατία, αφού το πλούσιο «βιογραφικό» του ήταν το «κόκκινο πανί» για την κεμαλικούς. Εξάλλου, μια τέτοια εξέλιξη θα αντιμετώπιζε σθεναρή αντίσταση από τους αρχιερείς του κλίματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως που δεν θα την έβλεπαν θετικά. Βέβαια, απέμεινε ο θρόνος στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας που ήταν μια περισσότερο εφικτή λύση του συγκεκριμένου προβλήματος μα δεν ήταν άμεσα εφικτή η πρόταση ως λύση. Σύμφωνα με τα Αγγλικά αρχεία το 1965 οι ΗΠΑ μετά την αποτυχία της έγκρισης του σχεδίου Άτσεσον προωθούσαν τη λύση του κυπριακού, με Ένωση του νησιού με την Ελλάδα και την παραχώρηση εδαφικών διεκδικήσεων στην γείτονα χώρα, έστω, και με εκδήλωση πραξικοπήματος για την αποχώρηση του Μακαρίου Γ΄. Στις 29 Ιανουαρίου συναντήθηκε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β΄ με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντιν Ρασκ. Ο βασιλιάς των Ελλήνων τόνισε στον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών πως μια από τις σκέψεις του ήταν η πρόταση στον αρχιεπίσκοπο να αναλάβει το τιμόνι μιας άλλης Εκκλησίας για να αποχωρήσει από την Κύπρο ώστε, να ομαλοποιηθεί η κατάσταση και να ευοδωθεί η πολυπόθητη λύση του προβλήματος που ήταν μια ανοικτή πληγή για την ελληνική πραγματικότητα. Οι συζητήσεις αυτές γινόταν και στη Μεγαλόνησο. Ο Αμερικανός διπλωμάτης Τζώρτζ Μπολ συζήτησε το θέμα με το στρατηγό Γεώργιο Γρίβα ο οποίος δέχθηκε την υλοποίηση του συγκεκριμένου σχεδίου. Η συνάντηση στην Πορτογαλία στη σύνοδο του ΝΑΤΟ των υπουργών Εξωτερικών, έδωσε μια ακόμα ευκαιρία να συζητηθεί το θέμα αυτό σε ανώτατο επίπεδο. Ο Έλληνας υπουργός προσπάθησε να πείσει τον Τούρκο ομόλογό του Ισίκ, να δεχθεί αυτή τη συμβιβαστική λύση, αφού μόνο με αυτό τον τρόπο θα έπαυε ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ να είναι ο Πρόεδρος της Κύπρου. Ο Γ. Καραγιάννης σημειώνει: «Εννοείτε πως όλες αυτές οι διαβουλεύσεις γινόταν ερήμην της ελληνικής εκκλησιαστικής ηγεσίας. Ένα ακόμη δείγμα της στάσης του κράτους απέναντι της»[7].
Λίγο πριν κηρυχθεί στην Ελλάδα στρατιωτικός νόμος η κυβέρνηση Κ. Στεφανόπουλου διαχειρίστηκε το κυπριακό πρόβλημα σε μια εξίσου δύσκολη στιγμή. Τόσο ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ όσο και ο στρατηγός Γρίβας του οποίου την αρχηγία των εν όπλων δυνάμεων στο νησί του είχε αναθέσει η Αθήνα, βρισκόταν μεταξύ τους συνεχώς σε προστριβές. Έτσι, για να καταφέρει να ελέγξει την κατάσταση στο στράτευμα ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου απαίτησε από την ελληνική κυβέρνηση να περιορίσει την διοίκηση του Γρίβα μόνο στους στρατιώτες εξ’ Ελλάδος. Η κυβέρνηση Κ. Στεφανόπουλου πρότεινε στην Τουρκία να λύσουν το κυπριακό μεταξύ τους. Σύμφωνα με το Πρωτόκολλό που υπόγραψαν τα δύο κράτη μεταξύ τους στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 1966 η Τουρκία θα δέχονταν την Ένωση του Κύπρου με την Ελλάδα με αντάλλαγμα έδαφος για δημιουργία στρατιωτικών βάσεων, με τον όρο της αποστρατικοποίησης της Κύπρου. Όμως, η πτώση της ελληνικής κυβερνήσεως που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως κυβέρνηση των αποστατών λίγες μέρες αργότερα, δεν επέτρεψε να υλοποιηθεί η συγκεκριμένη συμφωνία των δύο κρατών[8].
[1] Γ. Καλπαδάκης, Κυπριακό 1954 – 1974. Στοχαστικές προσαρμογές και ο αιώνιος δηλιγιανισμός, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2024(3), σελ. 70 – 71.
[2] Ι. Στεφανίδης, Εν ονόματι του Έθνους. Πολιτική κουλτούρα, αλυτρωτισμός και αντιαμερικανισμός στην μεταπολεμική Ελλάδα 1945 – 1967, εκδόσεις Επίκεντρο Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 160 – 161.
[3] Ε. Χατζηβασιλείου, Στα σύνορα των κόσμων. Η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, 1952 – 1967, εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2009, σελ. 147 – 148.
[4] Χ. Χρηστίδης, Ανένδοτος Αγώνας. Η Ένωση Κέντρου ενώπιον της ρήξης, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 183 – 186.
[5] Γ. Καλπαδάκης, Κυπριακό 1954 – 1974…, ό. π., σελ. 104 – 105.
[6] Σωτήρης Ριζάς, Οι Ηνωμένες Πολιτείες, Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών και το Κυπριακό Ζήτημα 1967 – 1974, εκδόσεις Πατάκης, Αθήνα 2004, σελ. 31 – 35.
[7] Γ. Καραγιάννης, Εκκλησία και Κράτος 1833 – 1997. Ιστορική επισκόπηση των σχέσεων τους, Εκδόσεις Το Ποντίκι, Αθήνα 1997, σελ. 148 – 150.
[8] Γ. Βαληνάκης Εισαγωγή στην ελληνική εξωτερική πολιτική, 1949 – 1988, εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 105 – 106.
