Dogma

Να δεχτούμε το φως και την αγάπη του Θεού

θεός

Ο Θεός μας αφήνει ελεύθερους να κάνουμε ό,τι θέλουμε αλλά μας δείχνει πού υπάρχει κακοτοπιά. Μας έκρυψαν τις κακοτοπιές και μας έδωσαν μία απέραντη ελευθερία για να μας κάνουν υπόδουλους, άβουλους, αδύναμους να κινηθούμε προς το συμφέρον μας.

Έτσι, λοιπόν, χωρίς να γνωρίζουμε το συμφέρον μας, κινούμαστε τυφλοί σε δρόμο σκοτεινό και το μόνο που μπορεί να μας φωτίσει είναι το φως του Ευαγγελίου, το φως του Χριστού. Το μόνο που μπορεί να μας βοηθήσει είναι να ανοίξουμε τα μάτια μας – θέλουμε δεν θέλουμε – και να κοιτάξουμε τη Γραφή, να ανοίξουμε τα αυτιά μας και να ακούσουμε αυτά που λέμε στις ακολουθίες.

Να διαβάσουμε την «Παρακλητική», το «Τριώδιο» για να δούμε εκεί πέρα όλη την ιστορία του ανθρώπου και πώς ο άνθρωπος οδηγείται από την κόλαση στον Παράδεισο, πώς θεραπεύεται. Να γονατίσουμε και να προσευχηθούμε, ο καθένας όσο μπορεί σήμερα και την επόμενη μέρα λίγο παραπάνω. Να βάλουμε μία αρχή να κόβουμε τα πάθη μας. Με αυτό τον τρόπο ανοίγει ο νους του ανθρώπου, ανοίγει το οπτικό της ψυχής και αντιλαμβάνεται καλύτερα το συμφέρον του. Αυτή είναι όλη η υπόθεση. Να δούμε καλά τι μας συμφέρει.

Ο Θεός δεν μας τα λέει αυτά γιατί έχει ανάγκη τη δική μας αναμαρτησία. Είναι αυτάρκης, ανενδεής, δεν έχει καμία ανάγκη. Μας έπλασε από αγάπη, όμως μας δίνει και απόλυτη ελευθερία. Μας σέβεται και μας αγαπάει όποιον δρόμο κι αν πάρουμε. Το ζήτημα είναι ότι εμείς πνιγόμαστε στην αγάπη Του όταν δεν έχουμε μάθει να τη ζούμε. Το συμφέρον μας, λοιπόν, είναι να βαδίζουμε όπως θέλει ο Θεός, γιατί τότε θα αισθανόμαστε την αγάπη Του, που έρχεται επάνω μας σαν ποτάμι, να μας δροσίζει, να μας θάλπει. Θα αισθανόμαστε ότι μας κάνει καινούργιους ανθρώπους, αναγεννημένους.

Αν, όμως, δεν έχουμε μάθει αυτή την αγάπη να τη ζούμε και να τη γευόμαστε, αν δηλαδή δεν έχουμε καταλάβει το πνευματικό μας συμφέρον, αυτή η αγάπη του Θεού θα γίνει η ίδια μας η κόλαση. Ο Θεός όντως θα μας κρίνει και αυτό που ακούμε ότι θα κριθούμε από μόνοι μας δεν είναι ακριβές. Από τη στιγμή που ο Θεός μας αγαπά δεν κρινόμαστε μόνοι μας. Γιατί αυτή είναι μία ενέργεια του Θεού, μία κίνησή Του προς εμάς. Αναγκαστικά θα κριθούμε γιατί είτε θα δεχτούμε την αγάπη Του – στη Δευτέρα Παρουσία – και θα χαιρόμαστε με αυτή, είτε, αν δεν είμαστε προετοιμασμένοι να τη γευτούμε, αυτή την αγάπη θα την αισθανόμαστε σαν τη μεγαλύτερη φλόγα, σαν τη μεγαλύτερη κόλαση. Αν, λοιπόν, δε μας έκρινε ο Θεός δεν θα έπρεπε να έρθει εν δόξη στη Δευτέρα Παρουσία αλλά να κρύψει το φως Του και τη δόξα Του.

Σαφώς συμμετέχουμε σε αυτό γιατί σε μας έγκειται η προετοιμασία για το πώς θα δεχτούμε το φως Του και την αγάπη Του. Μας χαρίζει την αγάπη Του και αυτοί που δεν έχουν μάθει να μετανοούν και αυτοί που μέσα από τη μετάνοια δεν έχουν οδηγηθεί στο δρόμο της αγάπης θα πνιγούν από αυτήν.

Υπάρχουν πραγματικά άνθρωποι ανάπηροι να αγαπήσουν. Τους αγαπάς και σε διώχνουν, δεν μπορούν να δεχθούν την αγάπη σου. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να δεχθούν ακόμη και την πιο διακριτική αγάπη. Όσο πιο πολύ τους χαρίζεσαι τόσο πιο πολύ μαστιγώνονται, τόσο πιο πολύ αισθάνονται ότι απειλούνται. Αισθάνονται ότι δέχονται επίθεση γιατί δεν έχουν μάθει να αγαπούν.

Μετά τη Δευτέρα Παρουσία αυτό θα είναι μία μεγάλη κόλαση. Ο φωτεινός Ήλιος της δικαιοσύνης, ο Χριστός, θα λάμπει εν δόξη. Κάποιοι θα Τον κοιτάζουν, θα χαίρονται και θα καμαρώνουν και κάποιοι θα είναι σαν τα αρρωστημένα μάτια που δεν μπορούν να κοιτάξουν και πονάνε. Θα Τον αισθάνονται σαν σκοτάδι. Θα θέλουν να αποφύγουν αυτό το φως, όμως αυτό θα είναι παντού. Και τους μεν μετανοούντες – και γι’ αυτό δικαίους – θα τους φωτίζει, θα τους καθαρίζει, θα τους αγιάζει και θα τους οδηγεί από δόξα σε δόξα, από φωτεινότητα σε φωτεινότητα κι από αγιότητα σε αγιότητα. Το ίδιο φως, όμως, για τους μη μετανοημένους θα είναι πυρ καυστικόν, θα τους καίει, δεν θα τους φωτίζει.

Από το βιβλίο: π. Γεώργιος Σχοινάς, Η Καρδία μου ενώπιόν Σου. Αθήνα 2022, σελ. 135 (αποσπάσματα από την ομιλία «Η Αγάπη και ο τρόπος να την αποκτήσουμε»).

Exit mobile version