Του Δρος Μ. Βαρβούνη στην έντυπη εφημ. “Κιβωτός της Ορθοδοξίας”
Κάτω από τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στον ευρωπαϊκό χώρο, η Ελληνική Λαογραφία μπορεί να συνεχίσει τον εθνικό προσανατολισμό της, διαφοροποιημένο σε σχέση με την εποχή της δημιουργίας και της συγκρότησής της, υπό την έννοια της θεματολογικής επικέντρωσης στον λαϊκό πολιτισμό των Ελλήνων, αλλά χωρίς αξιολογικές ή συναισθηματικού τύπου παραδοχές, ταυτοχρόνως δε με την ανάπτυξη του συγκριτικού σκέλους της έναντι των λαϊκών πολιτισμών γειτονικών κρατών και εθνών. Μπορεί παραλλήλως, σε ένα γενικότερο πνευματικό πεδίο, να λειτουργήσει ως πόλος συσπείρωσης και ως μέσο αυτοσυνειδησίας, ώστε οι Έλληνες να ενταχθούν ομαλά και χωρίς προβλήματα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, χωρίς να απεμπολήσουν το πολιτισμικό παρελθόν τους και το «παραδοσιακό» παρόν τους, δεδομένου ότι η πολιτισμική κληρονομιά του λαού, όπως διαμορφώθηκε διαχρονικά, αποτελεί κοινή περιουσία, που στήριξε το λαό σε δύσκολες στιγμές και βοήθησε καθοριστικά στην υπόθεση της επιβίωσής του ως σήμερα.
Τα λαογραφικά φαινόμενα αποτελούν ισχυρό υπόβαθρο για την προβολή των κοινών πολιτισμικών αξιών που ενώνουν τους επιμέρους λαϊκούς πολιτισμούς των λαών της Ευρώπης. Η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων και η χρήση τους, πέρα από όποια ιδέα ή πρακτική περιθωριοποίησης ορισμένων πολιτισμικών στοιχείων, οπωσδήποτε θα λειτουργήσει υποστηρικτικά σε κάθε προσπάθεια ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε αντίθετη περίπτωση όμως, αν οι λαϊκοί πολιτισμοί της Ευρώπης, και μαζί βέβαια και ο ελληνικός λαϊκός πολιτισμός, τοποθετηθούν στο περιθώριο από εκείνους που σχεδιάζουν και χαράζουν την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, οι σχετικές πολιτικές εξαγγελίες δεν μπορεί παρά να μείνουν, λιγότερο ή περισσότερο, κενό γράμμα για τους Ευρωπαίους πολίτες, αφού δεν θα έχουν βρει κατάλληλα εργαλεία για την διάχυση, διάδοση και εγκόλπωσή τους από τους λαούς της Ευρώπης.
Αυτό θα συμβεί, επειδή οι συλλογικές νοοτροπίες, οι ομαδικές αντιλήψεις και οι συνολικές συμπεριφορές των ανθρώπων επιδρούν άμεσα στην δεκτικότητα που επιδεικνύουν απέναντι στα κατά καιρούς διοικητικά μέτρα, γι’ αυτό άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, στην αρχή η Λαογραφία αναπτύχθηκε και ως εργαλείο της Κυβερνητικής: την πραγματικότητα αυτή είχαν κατανοήσει αρκετοί από τους Ευρωπαίους προδρόμους της λαογραφικής κίνησης, κυρίως Γερμανοί και Σκανδιναβοί, που είδαν στις λαογραφικές σπουδές τον κατάλληλο οδηγό για την επίτευξη επαρκούς γνώσης γύρω από τις συνθήκες ζωής και τον ψυχολογικό κόσμο των λαών ή των πληθυσμιακών ομάδων που θα κυβερνούσαν και θα διοικούσαν. Γι’ αυτό και η Κυβερνητική υπήρξε ισχυρό κίνητρο για την προδρομική ανάπτυξη της συστηματικής ενασχόλησης με τον λαϊκό πολιτισμό, στην Ευρώπη του 19ου αιώνα.
Όσα προαναφέρθηκαν δείχνουν, νομίζω, την αξία της Λαογραφίας τόσο για την καθημερινή ζωή των λαών, όσο και για την κοινωνική και πολιτική πρακτική των ημερών μας. Η σπουδαιότητα αυτή συνδέεται άρρηκτα με τον ρόλο που παίζουν οι παλαιότερες μορφές και οι σύγχρονες εκδηλώσεις του λαϊκού πολιτισμού για το μέλλον κάθε λαού. Ταυτοχρόνως, όσα προηγήθηκαν οδηγούν σε μία ακόμη σημαντική διαπίστωση: η μελέτη της Λαογραφίας, τόσο του παλαιότερου παραδοσιακού (traditional) όσο και του νεότερου λαϊκού (popular) πολιτισμού ενός λαού, πέρα από την προφανή επιστημονική σημασία που ενέχει, μπορεί να παρουσιάζει πολλές δυνατότητες καθημερινής πρακτικής εφαρμογής και αξιοποίησης, στο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο της καθημερινότητας των ευρωπαϊκών λαών, δεδομένου ότι μας εισάγει στον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο, στις αντιλήψεις και τις νοοτροπίες κάθε λαού, στοιχεία που τελικά υποστηρίζουν και διαμορφώνουν της συνολική συμπεριφορά και δεκτικότητα σε νέους θεσμούς των πολιτών της Ευρώπης.
Από την άλλη πλευρά, η αναφορά που έγινε παραπάνω σε παλαιότερο παραδοσιακό (traditional) όσο και του νεότερο λαϊκό (popular) πολιτισμό επισημαίνει την ιστορική εξέλιξη των πολιτισμών των λαών, φαινόμενο που είναι ιδιαιτέρως διακριτό στον ευρωπαϊκό χώρο, ο οποίος αποτέλεσε κοιτίδα τόσο των βιομηχανικών επαναστάσεων, όσο και αλλαγών σημαντικών στην πορεία της ανθρωπότητας, μέσω της διάδοσης νέων ιδεών και ιδεολογιών, όπως λ.χ. συνέβη με τον Διαφωτισμό. Ο λαϊκός πολιτισμός είναι φαινόμενο ιστορικό, υπό την έννοια ότι υπάγεται στις ποικίλες αλλαγές και διαφοροποιήσεις της ιστορικής συγκυρίας. Αυτό ο Μιχαήλ Μερακλής το εξέφρασε με τις αναφορές του στην «ιστορικότητα» των λαογραφικών φαινομένων.
Ως υποκείμενα λοιπόν στην ιστορική εξέλιξη, ως προσδιοριζόμενα από τις εκάστοτε πολιτικές, στρατιωτικές, γεωγραφικές, οικονομικές, ιδεολογικές κ. άλλ. περιστάσεις που καθορίζουν το μέλλον και τη φυσιογνωμία των ανθρώπινων κοινωνιών, αλλά και ως εγγραφόμενα στον χώρο και τον χρόνο, καθώς έδειξε η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, τα λαογραφικά φαινόμενα δεν μένουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου, αλλά μεταβάλλονται. Φυσικό λοιπόν ήταν να προσλάβουν και αρχές της νεωτερικότητας και να διαμορφωθούν εν μέρει από αυτές. Ιδίως μάλιστα ο νεότερος λαϊκός πολιτισμός έχει εμφανείς τις επιδράσεις της νεωτερικότητας, όπως έχει δείξει σειρά σύγχρονων λαογραφικών μελετών.
