Του Δρος π. Αθανασίου Καρυάμη
Το καθεστώς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είχε σε ποτέ ιδιαίτερη υπόληψη τα γράμματα και γενικά για τα βιβλία. Ο R. Mantran αναφέρει ότι το πρώτο τυπογραφείο στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με αραβικά στοιχεία συναντάται το έτος 1769. Η αδιαφορία τους για τα γράμματα υπήρξε ιδιαίτερα ωφέλιμη για όλους τους υπόδουλους χριστιανούς που ανέπτυξαν μια πνευματική παρουσία. Βέβαια, η πνευματική κίνηση δεν αφορούσε δυστυχώς τον απλό λαό ούτε τη συντριπτική πλειοψηφία των απλών ιερέων[1].
Σε αντίθεση με την πολιτική και την θρησκευτική εξουσία στη Δύση, οι Οθωμανοί δεν είχαν θεσμοθετήσει μηχανισμούς λογοκρισίας των εντύπων, οι οποίοι δεν ήταν αναγκαίοι, αφού δεν υπήρχαν καθόλου τυπογραφεία. Το πρώτο τυπογραφείο ιδρύθηκε στη Μοσχόπολη και το δεύτερο στο Άγιο Όρος που όμως δεν λειτούργησε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης (1572-1638) ίδρυσε το έτος 1627 τυπογραφείο με την βοήθεια του λόγιου μοναχού Νικόδημου Μεταξά, για να μπορέσει να αντισταθμίσει τους κινδύνους από την κυκλοφορία των ρωμαιοκαθολικών βιβλίων που οι Ιησουίτες διακινούσαν μέσα από τις ιεραποστολές τους. Ας μην ξεχνάμε ότι η διάσπαση του χριστιανικού κόσμου που πραγματοποιήθηκε στη Δύση με τη Μεταρρύθμιση και αργότερα με την Αντιμεταρρύθμιση. Έτσι, εστίασαν στην περιχαράκωση των μελών τους μέσα από την παροχή υψηλής στάθμης εκπαίδευσης, σε ολόκληρη την γηραιά ήπειρο. Όμως, εκείνη την περίοδο μόνο δύο βιβλία κατάφεραν να τυπωθούν, αφού οι Ιησουίτες μοναχοί με την αμέριστη συμπαράσταση του πρέσβη της Γαλλίας κατηγόρησαν τον μοναχό Νικόδημο Μεταξά ως κατάσκοπο που «πλαστογραφούσε σουλτανικά διατάγματα και έκοβε κίβδηλα νομίσματα». Στη συνέχεια, παρουσίασαν στον διοικητή του γαλατά το βιβλίο του Κύριλλου Λούκαρη υπό τον τίτλο «Κατά Ιουδαίων», με το σκεπτικό ότι περιείχε σχόλια δυσφημιστικά για το Ισλάμ. Το βιβλίο λογοκρίθηκε και ο μοναχός με τη βοήθεια του πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας απελευθερώθηκε, όμως, οι τυπογραφικές εγκαταστάσεις καταστράφηκαν από τους γενίτσαρους στις 6-1-1628. Τα βιβλία εκείνη την περίοδο εισάγονταν από ξένες χώρες στο πρωτότυπο ή μεταφρασμένα χωρίς να λογοκριθούν για το περιεχόμενό τους. Ακόμα και τα έργα του Βολτέρου που ήταν αντιεκκλησιαστικά έργα, κανένα από αυτά δεν λογοκρίθηκε[2].
Περιστασιακά κάποιοι συγγραφείς εκκλησιαστικών βιβλίων ζητούσαν από το πατριαρχείο την έγκρισή τους για την κυκλοφορία τους. Ειδικότερα η προσοχή του πατριαρχείου στρέφονταν στο ζήτημα της μετάφρασης της Βίβλου, αφού οι αυθαιρεσίες στις μεταφράσεις, μπορούσαν να οδηγήσουν σε αίρεση. Ο 19ος αιώνας ήταν η αφετηρία για τις προτεσταντικές δογματικές αποχρώσεις και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού του επανευαγγελισμού, αναλαμβάνοντας με πολύ ζήλο να εκπληρώσουν ένα τεράστιο εγχείρημα, την διάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου σε όλο τον κόσμο. Η ύπαρξη του Ευαγγελικού Κινήματος δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να αφυπνιστούν οι προτεστάντες σ’ έναν επανευαγγελισμό Δύσης και Ανατολής. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ιεραποστολικών εταιρειών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Οι ιεραπόστολοι έγιναν οι εκφραστές των ιμπεριαλιστικών προοπτικών του αγγλοσαξονικού κόσμου και κυρίως της Αγγλίας, ώστε κάτω από την πολιτική και στρατιωτική της κάλυψη μπορούσαν να επιτελούν με ασφάλεια το δύσκολο τους έργο. Οι προτεστάντες μισιονάριοι κατάλαβαν ότι το Ισλάμ δεν θα επέτρεπε οι μουσουλμάνοι να ασπαστούν το χριστιανισμό. Οι μουσουλμάνοι υπήκοοι του σουλτάνου που θα ασπάζονταν το χριστιανισμό θα θανατώνονταν, όπως και στην περίπτωση των χριστιανών νεομαρτύρων που επέστρεφαν Έτσι, αποτελούσε για τους ξένους μισιονάριους, ένα δύσκολο εμπόδιο κινδυνεύοντας να χάσουν και οι ίδιοι τη ζωή τους. Ο Α. Σμυρναίος σημειώνει: «Αποφάσισαν λοιπόν ότι το Ισλάμ […] μπορούσε να αλωθεί μόνο μέσα από το δίαυλο των εκ προτεσταντισμένων χριστιανών των ανατολικών Εκκλησιών (Ορθοδόξων, Αρμενίων, Κοπτών, Νεστοριανών και Μαρωνιτών) αλλά και των Εβραίων»[3].
Οι προτεστάντες ιεραπόστολοι δύο ιεραποστολικών εταιρειών του Αμερικανικού Συμβουλίου Επιτρόπων για Ιεραποστολές στο Εξωτερικό (American Board of Commissioners for foreign Missions) και της Ιεραποστολικής Εταιρείας των Επισκοπαλιανών (Missionary Society of the Protestant Episcopal Church), μαζί με κάποιες μικρότερες εταιρείες χωρίς σημαντική παρουσία δραστηριοποιήθηκαν στη Μεσόγειο. Η παρουσία τους στο νεοσύστατο κράτος συνοδεύτηκε άμεσα με την ίδρυση σχολείων διάσπαρτα σε ολόκληρο το κράτος, και την προμήθεια σε αυτά της μετάφρασης του κειμένου της Βίβλου και των διδακτικών βιβλίων που ήταν σχεδόν ανύπαρκτα στα σχολεία[4].
O John J. Robertson μετά την εγκατάστασή του στη Σύρο, έλαβε άδεια από την Ιεραποστολική Εταιρεία που εκπροσωπούσε, να τυπώσει δύο κείμενα τα οποία είχαν γραφεί στα καραμανλήδικα (κείμενα σε τουρκική γλώσσα γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες). H British and Foreign Bible Society που ιδρύθηκε το 1804 με στόχο να διαδώσει το κείμενο της Αγίας Γραφής σε όλο τον κόσμο, είδε την ανάγκη που είχαν οι καραμανλήδες (κάτοικοι της Μικράς Ασίας που ήταν τουρκόφωνοι χριστιανοί) για την ανάγνωση θρησκευτικών έργων για να παραμείνουν χριστιανοί, ώστε, δέχτηκαν να τυπωθούν τέτοια βιβλία. Το πρώτο βιβλίο «Γένεσις» κυκλοφόρησε το 1835 και το δεύτερο «Χαζρετί Μωυσηνίν πες κιταπλαρή χεμ ταχι Ναυή Ογλού Ιησουνούν κιταπή κι Ινκιλτερρανην» δηλαδή «Η Πεντάτευχος του Μωυσέως και το βιβλίον του Ιησού του Ναυή», κυκλοφόρησε το 1836. Ο Robertson Ενημέρωνε συχνά με τα γράμματά του για τις δραστηριότητές τους στην Σύρο, μέσα από τις στήλες του εντύπου της εταιρείας Spirit of the Missions, για το έργο και τις δυσκολίες που συναντούσε το τυπογραφείο. Σε αυτό το τυπογραφείο μαζί με τα θρησκευτικά βιβλία εκδίδονταν και άλλου περιεχομένου σχολικά εγχειρίδια όπως ηθικοπλαστικά διηγήματα, γραμματικές, σχολικοί ύμνοι. Σε αυτό μετά από αίτημα του μισιονάριου Hill τυπώνονταν η γραμματική της αρχαίας ελληνικής και της νέας ελληνικής του κληρικού Νεοφύτου Βάμβα. Στην επιστολή του ο Robertson για να μην υπάρξουν από το Συμβούλιο αντιρρήσεις που θα είχαν ως συνέπεια την διακοπή οικονομικής βοήθειας και της παύσης της έκδοσης των βιβλίων μη χριστιανικού περιεχομένου, εξηγεί πως θα ήταν αδιανόητη η λειτουργία των σχολείων, αφού δεν θα υπήρχαν καθόλου βιβλία, και οι ίδιοι οι δάσκαλοι δεν θα μπορούσαν να μελετήσουν τα αρχαία ελληνικά και τόνιζε ότι οι εκδόσεις αυτές θα έδιναν φήμη στο τυπογραφείο και θα βοηθούσαν να σταματήσουν οι αντιρρήσεις των αντιπάλων τους κερδίζοντας έδαφος οι υπόλοιπες θρησκευτικές εκδόσεις τους[5].
Μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων, το νησί της Μάλτας όπως και τα Ιόνια νησιά πέρασαν στον έλεγχο των Βρετανών. Έτσι, η Μεσόγειος θάλασσα επέτρεπε στους Άγγλους να δραστηριοποιούνται για πολλούς σκοπούς, με τη Μάλτα να αποτελεί τον βασικό ιεραποστολικό σταθμό του αγγλοσαξονικού κόσμου. Εκεί μεταφέρθηκαν πολλές από τις δραστηριότητές τους ιδρύοντας σχολεία, προτεσταντικό παρεκκλήσιο και καταλύματα για τους διερχόμενους μισιονάριους. Η μεγαλύτερη συμβολή της Μάλτας ήταν τα 3 τυπογραφεία που είχαν ιδρυθεί από τις ιεραποστολές (C.M.S, της L.M.S και της A.B.C.f.M.) που τύπωναν βιβλία φυλλάδια και τμήματα της βίβλου, καθώς και σχολικά εγχειρίδια, στην ελληνική γλώσσα, την τουρκική, τη μαλτέζικη, ιταλική, αραβική, περσική και εβραϊκή γλώσσα. Η προτεσταντική παρουσία συνοδεύονταν από την ίδρυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε Ελλάδα, Αίγυπτο, Βουλγαρία, Συρία, Παλαιστίνη και τη διανομή πολλών εκατομμυρίων φυλλαδίων και βιβλίων. O A. Σμυρναίος σημειώνει: «Αν συνυπολογίσει κανείς την καταλυτική πολιτική και οικονομική παρουσία των ευρωπαϊκών δυνάμεων, καθώς και την ολοένα και περισσότερο απρόσκοπτη εισροή των τεχνολογικών τους επιτευγμάτων σε κάθε σημείο αυτού του γεωγραφικού τόξου, θα αντιληφθεί ότι η ιεραποστολική παρέμβαση, την ίδια αυτή εποχή, κατανοήθηκε ως αναπόσπαστο τμήμα που θα αγκίστρωνε έκτοτε την ιστορία όλων των μη δυτικών κοινωνιών σε αυτό το επιβλητικό και αναπόδραστο πολιτισμικό παράδειγμα»[6].
Η δράση των προτεσταντών ιεραποστόλων δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από την Ορθόδοξη Εκκλησία εντός και εκτός συνόρων του νεοσύστατου κράτους, αφού όλες αυτές οι ενέργειες είχαν ως στόχο τον προσηλυτισμό των νεαρών παιδιών στις ομολογίες των διαφορετικών προτεσταντικών αποχρώσεων, που υπήρχαν δραστηριοποιούμενες στην Ελλάδα από τους μισιονάριους τον 19ο αιώνα. Όπως φαίνεται από τους προλόγους των μεταφρασμένων βιβλίων οι ιεραπόστολοι επιστράτευαν Έλληνες λόγιους για να προλογίσουν τα βιβλία τους τα οποία είχαν κατηγορηθεί για προσηλυτισμό από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο κληρικός Νεόφυτος Βάμβας είχε κατηγορηθεί γιατί είχε συνεργαστεί με Αμερικανούς μισιονάριους. Ο ίδιος είχε γράψει την εισαγωγή στο βιβλίο «Του Δασκάλου ο Οδηγός ήτοι Αλφαβητάριον απλό-ελληνικόν, ευμέθοδον, σύντομον, πλήρες των προς την ορθήν ανάγνωσιν αναγκαίων, ομού και προσφυώς ηρμοσμένον εις την νεαράν ηλικία των φιλομαθών αρχαρίων νέων. Συντεθέν μεν κατά την συνήθη της Ευρώπης μέθοδον διορισθέν δε εις χρήσιν πάντων κοινώς των παιδαγωγικών Σχολείων της Ελλάδος. Από την εξ Αμερικής Τυπογραφίαν, εν Μελίτη 1823». Σε αυτό το έργο ο αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Βάμβας συμβούλευε τους δασκάλους τον τρόπο που θα έπρεπε να φέρονται στα παιδιά να είναι ευγενείς, να απαντούν στις ερωτήσεις τους, ενώ τους απέτρεπε από το να είναι αυστηροί και «τύραννοι» της παιδικής ψυχής, ώστε οι μαθητές να αγαπήσουν τη μάθηση. Η επιλογή των θεμάτων των μισιονάριων αλλάζει από το 1840. Όπως η Π. Θαναηλάκη γράφει: «Μετακινήθηκαν από το αυστηρό πουριτανικό μοντέλο της χριστιανικής διδαχής σε ένα πιο παιδοκεντρικό και ελεύθερο, αν και ως τελικό αποτέλεσμα των προτιμήσεων τους παρέμενε πάντα η χριστιανική αρετή και η ευαγγελική διδασκαλία»[7].
Η ανάγνωση της Αγίας Γραφής υπήρξε το κέντρο της εκπαίδευσης των μισιοναρίων. Οι ίδιοι πίστευαν ότι η διδασκαλία του Ευαγγελίου επιτελείται μόνο μέσα από την συνεχή μελέτη του ιερού κειμένου. Η Βίβλος υπήρξε ο θεμέλιος λίθος της μεταρρύθμισης στον δυτικό κόσμο, και το σημείο κλειδί στην διαφοροποίησή τους από τους ρωμαιοκαθολικούς. Οι ιεραπόστολοι στον ελλαδικό χώρο χρησιμοποιούσαν αρχικά τις υπάρχουσες μεταφράσεις της Καινής Διαθήκης πριν αποφασίσει η Βρετανική Βιβλική Εταιρία να αναλάβει τη μετάφραση της, η οποία συνδέθηκε με την συνολική προσπάθεια των ιεραποστόλων στην Ανατολή. Για να διευκολύνουν τη δράση τους σε όλη την οικουμένη ίδρυαν τοπικά παραρτήματα. Το 1813 ιδρύθηκε ένα παράρτημα στην Πετρούπολη και το 1819 ένα στην Κέρκυρα, που ήταν υπό τον έλεγχο της Αγγλίας με την ίδρυση της Ιονίου Βιβλικής Εταιρείας. Τα Ιόνια νησιά προσέφεραν δύο προϋποθέσεις για τη δράση της Εταιρείας, η ανεξιθρησκία του Συντάγματος του 1817 και η προστασία της αγγλικής διοίκησης. Πρόεδρος διορίστηκε ο βαρόνος Εμμανουήλ Θεοτόκης και αντιπρόεδρος ο τοποτηρητής του επισκοπικού θρόνου Κερκύρας ο από Ρωγών Μακάριος. Μετά την Κέρκυρα παράρτημα ιδρύθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς. Τα παραρτήματα αυτά έγιναν ορμητήρια των αντιπροσώπων της Βιβλικής Εταιρείας του Λονδίνου[8].
Ο βασικότερος λόγος για την σπουδαιότητα της μεταφράσεως της Βίβλου ήταν η επικρατούσα αμάθεια κλήρου και λαού της εποχής. Όμως το ζήτημα της μετάφρασης της Αγίας Γραφής έγινε η αφορμή να δραστηριοποιηθούν πλήθος ιεραποστόλων από την γηραιά ήπειρο και τις ΗΠΑ που με την προστασία των διπλωματικών αποστολών των χωρών τους επιχείρησαν να μεταδώσουν τις θρησκευτικές τους ιδέες στον Ορθόδοξο κόσμο και να πετύχουν την μεταρρύθμιση της Εκκλησίας στην Ελλάδα από τη βάση της. Έτσι, η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη αφού η μετάφραση συνδέθηκε και με ένα από τα μεγαλύτερα άλυτα ζητήματα της παιδείας στην νεότερη και σύγχρονη Ελλάδα, το γλωσσικό ζήτημα. Ακόμα, η Ορθόδοξη Εκκλησία με κέντρο το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως από εκκλησιολογικής πλευράς, θεωρούσε όλα αυτά τα καινούργια ρεύματα πολύ επικίνδυνα και αντέδρασε μέσα από καταδικαστικές αποφάσεις και εγκυκλίους και μέσα από κάποια άλλα διάφορα δημοσιεύματα. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ε΄ πρωτοστατεί στις ενέργειες αυτές. Πολλές φορές οι αντιδράσεις αυτές βασίζονταν στην αλλαγή στάσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εξωτερική της πολιτική αντικατοπτριζόταν και σε ανάλογες αλλαγές της στάσης του Οικουμενικού Θρόνου. Ο πρωτ. Γ. Μεταλληνός γράφει: «Γεγονός είναι ότι το πατριαρχείον (και γενικώς ο κλήρος) εκφράζει την εμμονήν εις την παράδοσιν δια της διατηρήσεως αυτουσίων μορφών του παρελθόντος, ως π.χ. της γλώσσης, και δι’ ισχυρού αντιδυτικού πνεύματος, συνέχιζον την μετά την Σύνοδον της Φλωρεντίας (1439) ακοιλουθηθείσαν, αναγκαίαν όμως τότε, τακτικήν. Συνεχίζεται ούτωη δια της αλώσεως και της τουρκικής κατακτήσεως επιβληθείσα απομόνωσις, η οποία δημιουργεί τας προϋποθέσεις, ώστε αι νέαι ιδέαι και τάσεις να δαίνωνται περισσότερον ύποπτοι και επικίνδυνοι ή όσο ήσαν. Ως εκ τούτου, πάσα μεταρρυθμιστική ή ανανεωτική κίνησις και υπό μόνην την υποψίαν ότι υποκινείται έξωθεν, εξακολουθεί, ως και πρότερον να καταδικάζεται και να απορρίπτεται ασυζητητί» [9].
[1] Στάθης Κεκρίδης, Εκκλησία και λογοκρισία στην Οθωμανική αυτοκρατορία (1700-1850), εκδόσεις «Παρουσία», Καβάλα 1995, σελ. 36.
[2] Στάθης Κεκρίδης, Εκκλησία…, ό. π., σελ. 44-46.
[3] Αντώνης Σμυρναίος, Οι Αμερικανοί ιεραπόστολοι στην Ελλάδα και η συγκρότηση της Ευαγγελικής κοινότητας του Βόλου (1875-1901), εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2017, σελ. 23-24.
[4] Σ. Παπαγεωργίου, Αμερικανοί ιεραπόστολοι στην Ελλάδα 1820-1850, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 2001, σελ. 32.
[5] Σ. Παπαγεωργίου, Αμερικανοί…, ό. π., σελ. 127-129.
[6] Α. Σμυρναίου, Στα ίχνη της ουτοπίας. Το «Φιλελληνικόν παιδαγωγείον» Σύρου και η προτεσταντική ομογενοποίηση της Οικουμένης κατά τον 19ο αιώνα, Σύλλογος Προς Διάδοσιν Ωφέλιμων βιβλίων, Αθήνα 2006, σελ. 71-74.
[7] Θαναηλάκη Πόλλη, Αμερικανικά όνειρα και ιεραποστολικός ρομαντισμός. Το προτεσταντικό βιβλίο και η «μάχη» των εκδόσεων στη νότιο-ανατολική Μεσόγειο το 19ο αιώνα, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2011, σελ. 105-108.
[8] Μεταλληνός Γεώργιος (πρωτ.), Το ζήτημα της μεταφράσεως της Αγίας Γραφής εις την νεοελληνικήν κατά τον ΙΘ’ αιώνα (επί τη βάσει ίδια των αρχείων της B.f.B.S., C.M.S., L.M.S., (του Κ. Τυπάλδου-Ιακωβάτου και του Θ. Φαρμακίδου), εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2004, σελ. 85-86.
[9] Μεταλληνός Γεώργιος (πρωτ.), Το ζήτημα…, ό. π., σελ. 175-176.
