Κι εσύ κάνεις μεν ό,τι κάνεις, αλλά με πνεύμα εντελώς λαθεμένο για έναν χριστιανό. Θα θυμηθείς και τον γιατρό και τα φάρμακα, θα θυμηθείς και τα χρήματα που μπορείς να διαθέσεις, θα πας και στο εξωτερικό, θα πας και στην εκκλησία, θα προσευχηθείς, θα παρακαλέσεις και άλλους να προσευχηθούν, αλλά όλα αυτά μέσα στο πνεύμα ότι μας βρήκε ένα κακό, και να κάνουμε το παν, για να γλιτώσουμε από το κακό. Πού ήταν ο Θεός, όταν ήρθε αυτό το κακό; Πού ήταν; Πώς το άφησε και ήρθε; Χριστιανοί είμαστε! Επιτρέπεται να σκεπτόμαστε και να ενεργούμε έτσι;
Αν πάλι από λάθος σου έγινε το όποιο κακό, το νιώθεις ότι έκανες λάθος; Και λάθος όχι απλώς με την έννοια που το λέμε εμείς, όπως όταν παραπατήσει κανείς, αλλά λάθος ενώπιον του Θεού. Και έτσι αντιμετωπίζεις αυτό το θέμα – το οποίο είναι μια πραγματικότητα· είναι η αρρώστια είτε ελαφριάς είτε βαριάς ή και βαρυτάτης μορφής – με λαθεμένο πνεύμα. Ακόμη και όταν θα τρέξεις, επαναλαμβάνω, στη Λειτουργία, στα σαρανταλείτουργα, στις προσευχές της Εκκλησίας, στις προσευχές των ανθρώπων, όλο αυτό δεν γίνεται μέσα στο πνεύμα του Θεού: Τι λέει ο Θεός; Γιατί το άφησε και έγινε; Τι περιμένει να βγει από αυτό;
Ο Θεός τα ξέρει όλα· δεν του ξεφεύγει τίποτε. Εμείς μένουμε με την εντύπωση ότι κάποιο λάθος έγινε και ξέφυγε η υπόθεση από τα χέρια του Θεού, ότι δεν μπόρεσε να αποτρέψει την αρρώστια, οπότε μένει σ’ εμάς να τρέξουμε, για να επανορθώσουμε τα πράγματα και να ξαναβρούμε την υγεία μας. Ο Θεός δηλαδή – εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας τον Θεό· και ως χριστιανοί θα τον λάβουμε υπ’ όψιν μας, αλλά και το κάνουμε, αφού τρέχουμε και παρακαλούμε να μας ελεήσει – θέλει να παιδεύεται έτσι ο άνθρωπος, θέλει να βασανίζεται; Είναι δυνατόν ο Θεός να το θέλει αυτό; Εμείς, που είμαστε σκληροί άνθρωποι, άνθρωποι αμαρτωλοί, όταν δούμε να βασανίζεται κάποιος, ραγίζει η καρδιά μας. Και θεωρούμε ότι είναι απάνθρωπος ένας ο οποίος, ενώ είναι στο χέρι του να βοηθήσει κάποιον που πάσχει, δεν τον βοηθά. Κατά κανόνα λοιπόν, όπως είπαμε, ευαισθητοποιούμαστε, ραγίζει η καρδιά μας και τον βοηθάμε. Ο Θεός;
Ο Θεός είναι ο πατέρας μας, είναι αυτός που μας αγαπάει, και το όλο πνεύμα του Θεού είναι όχι απλώς να κάνουμε τούτο κι εκείνο ή να επιτύχουμε τούτο κι εκείνο, αλλά να έχουμε τη συναίσθηση ότι αυτός είναι Θεός, εμείς είμαστε τα πλάσματά του. Είμαστε αμαρτωλοί, ήρθε όμως και μας καλεί σε μετάνοια, μας είπε και μας λέει την όλη αλήθεια και προσέφερε τον ίδιο τον εαυτό του θυσία, για να μας σώσει από την αμαρτία. Και στο να σωθούμε από την αμαρτία συντελούν και όλα τα βάσανα που περνούμε· τα οποιαδήποτε βάσανα.
Πόσο σημαντικό επίσης είναι να θυμηθεί κανείς το παρελθόν – το πολύ πρόσφατο ή το πολύ μακρινό – και να σκεφθεί: «Σ’ εκείνη την περίπτωση που ενήργησα έτσι, δεν πολυρώτησα τον Θεό, αλλά έκανα τα δικά μου. Και μου συνέβη ό,τι μου συνέβη, ακριβώς διότι, καθώς εγώ παρεξέκλινα, επέτρεψε ο Θεός να πάθω τούτο κι εκείνο». Να τα δει λοιπόν κανείς σωστά τα πράγματα και στη συνέχεια να μετανοήσει αληθινά, αλλά και από κει και πέρα να ενεργήσει σωστά και να ανταποκριθεί σωστά.
28-10-2000
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Θέλεις να αγιάσεις;”, Οκτώβριος, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2018, σελ. 321 (αποσπάσματα).
