π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι που με το λόγο τους επηρέασαν την εποχή τους. Υπήρξαν, όμως, και αυτοί που ο λόγος τους καθοδηγεί και βοηθά ουσιαστικά και σωτήρια μέχρι σήμερα, και ας έζησαν αιώνες πριν από μας. Γιατί ο λόγος τους, ως προερχόμενος από τον Λόγο, μας δείχνει «οδόν σωτηρίας» που μένει «εις αιώνας».
Ένας τέτοιος «Οικουμενικός Πατέρας και Διδάσκαλος» είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Το επίθετο, που οι χριστιανοί πρόσθεσαν στο όνομά του, παραπέμπει στον σημαντικό και χαρισματικό ιεροκήρυκα όλων των αιώνων. Τα λόγια του, καταγραμμένα από τους στενογράφους, εκφράζουν την αγιότητα του, τη σοφία του, τη γνώση της ανθρώπινης φύσης, τη θεϊκή εμπειρία του.
Στον λόγο του «Περί μετανοίας – Θ΄» λέει και το εξής: «Δεν θα πάψω να τα λέω αυτά, πολλές φορές, μέχρι να σας δω να διορθωθείτε. Κι όταν ερχόμαστε στην εκκλησία, πρέπει να μπαίνουμε όπως αρέσει στον Θεό, δίχως μνησικακία στην ψυχή μας, χωρίς να προσευχόμαστε εις βάρος του εαυτού μας όταν λέμε̇ συγχώρεσέ μας, όπως και εμείς συγχωρούμε εκείνους που μας φταίνε. Διότι είναι φοβερός αυτός ο λόγος, κι είναι να πούμε, ως να φωνάζει στον Θεό αυτός που το λέει̇ Άφησα, Κύριε, άφησε και εσύ̇ έλυσα, λύσε̇ συγχώρεσα, συγχώρεσε κι εσύ̇ αν κράτησα, κράτησε κι εσύ̇ αν δεν συγχώρεσα τον πλησίον μου, μη συγχωρέσεις και εσύ τα αμαρτήματά μου. Μ’ όποιο μέτρο εμέτρησα, ας μετρηθώ και εγώ»[1].
Η προσευχή από μόνη της όχι μόνο δεν βοηθά, αλλά μπορεί να γίνει και «σε κατάκριμα», όπως στον Φαρισαίο. Η συγχώρεση όσων μας έφταιξαν, κάνει την καρδιά μας οικίαν με τον Θεό της αγάπης κι έτσι η συγχώρεση για τα δικά μας αμαρτήματα είναι δεδομένη.
Βέβαια, για να συγχωρέσουμε όσους μας πλήγωσαν, μας ταλαιπώρησαν, μας αδίκησαν - δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα - χρειάζεται να νιώσουμε και τη δική μας αδυναμία και αμαρτωλότητα, ώστε να κατανοήσουμε και να δικαιολογήσουμε αυτόν που μας το έκαμε. Και ακόμα, πιο σημαντικό, να νιώσουμε την αγάπη του Θεού ως προσωπική και ιδιαίτερη, και να ελαχιστοποιηθεί, έτσι, το σφάλμα του αδελφού.
Αν η εμμονή στο «γιατί και πώς;» στο όποιο κακό μάς προξένησε ο οποιοσδήποτε - και μάλιστα, από αυτόν που δεν περιμέναμε - δημιουργεί αναστάτωση και πίκρα, είναι προφανές ότι η συγχώρεση από την καρδιά μας φέρνει ελευθερία, ειρήνη και χαρά.
Η προσευχή, ανάλογα με το πώς γίνεται, προκαλεί βάρος ή ανάπαυση, δηλαδή τη μέσα μας κόλαση ή Βασιλεία Θεού.
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
Ένας τέτοιος «Οικουμενικός Πατέρας και Διδάσκαλος» είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Το επίθετο, που οι χριστιανοί πρόσθεσαν στο όνομά του, παραπέμπει στον σημαντικό και χαρισματικό ιεροκήρυκα όλων των αιώνων. Τα λόγια του, καταγραμμένα από τους στενογράφους, εκφράζουν την αγιότητα του, τη σοφία του, τη γνώση της ανθρώπινης φύσης, τη θεϊκή εμπειρία του.
Στον λόγο του «Περί μετανοίας – Θ΄» λέει και το εξής: «Δεν θα πάψω να τα λέω αυτά, πολλές φορές, μέχρι να σας δω να διορθωθείτε. Κι όταν ερχόμαστε στην εκκλησία, πρέπει να μπαίνουμε όπως αρέσει στον Θεό, δίχως μνησικακία στην ψυχή μας, χωρίς να προσευχόμαστε εις βάρος του εαυτού μας όταν λέμε̇ συγχώρεσέ μας, όπως και εμείς συγχωρούμε εκείνους που μας φταίνε. Διότι είναι φοβερός αυτός ο λόγος, κι είναι να πούμε, ως να φωνάζει στον Θεό αυτός που το λέει̇ Άφησα, Κύριε, άφησε και εσύ̇ έλυσα, λύσε̇ συγχώρεσα, συγχώρεσε κι εσύ̇ αν κράτησα, κράτησε κι εσύ̇ αν δεν συγχώρεσα τον πλησίον μου, μη συγχωρέσεις και εσύ τα αμαρτήματά μου. Μ’ όποιο μέτρο εμέτρησα, ας μετρηθώ και εγώ»[1].
Η προσευχή από μόνη της όχι μόνο δεν βοηθά, αλλά μπορεί να γίνει και «σε κατάκριμα», όπως στον Φαρισαίο. Η συγχώρεση όσων μας έφταιξαν, κάνει την καρδιά μας οικίαν με τον Θεό της αγάπης κι έτσι η συγχώρεση για τα δικά μας αμαρτήματα είναι δεδομένη.
Βέβαια, για να συγχωρέσουμε όσους μας πλήγωσαν, μας ταλαιπώρησαν, μας αδίκησαν – δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα – χρειάζεται να νιώσουμε και τη δική μας αδυναμία και αμαρτωλότητα, ώστε να κατανοήσουμε και να δικαιολογήσουμε αυτόν που μας το έκαμε. Και ακόμα, πιο σημαντικό, να νιώσουμε την αγάπη του Θεού ως προσωπική και ιδιαίτερη, και να ελαχιστοποιηθεί, έτσι, το σφάλμα του αδελφού.
Αν η εμμονή στο «γιατί και πώς;» στο όποιο κακό μάς προξένησε ο οποιοσδήποτε – και μάλιστα, από αυτόν που δεν περιμέναμε – δημιουργεί αναστάτωση και πίκρα, είναι προφανές ότι η συγχώρεση από την καρδιά μας φέρνει ελευθερία, ειρήνη και χαρά.
Η προσευχή, ανάλογα με το πώς γίνεται, προκαλεί βάρος ή ανάπαυση, δηλαδή τη μέσα μας κόλαση ή Βασιλεία Θεού.