Dogma

Η θρησκευτική ζωή των πολιτών στην αρχαία Αθήνα (5ος αι. π.Χ.) – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη Η θρησκευτική ζωή του Αθηναίου πολίτη ήταν διάσπαρτη σε κάθε τομέα του δημοσίου και του ιδιωτικού του βίου, ώστε να υπάρχει σε όλους διάχυτη η εντύπωση, πώς όλα αυτά που η πόλη τους είχε πετύχει προέρχονταν από τους θεούς. Μέσα σε αυτό το κλίμα του 5ου π.Χ. αιώνα παρουσιάστηκε […]

Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη

Η θρησκευτική ζωή του Αθηναίου πολίτη ήταν διάσπαρτη σε κάθε τομέα του δημοσίου και του ιδιωτικού του βίου, ώστε να υπάρχει σε όλους διάχυτη η εντύπωση, πώς όλα αυτά που η πόλη τους είχε πετύχει προέρχονταν από τους θεούς. Μέσα σε αυτό το κλίμα του 5ου π.Χ. αιώνα παρουσιάστηκε μία καινούργια καινοτομία στα θρησκευτικά πράγματα, η ύπαρξη στην πόλη νέων θεοτήτων, ενώ οι νέες αυτές λατρείες δεν έμειναν απαρατήρητες από τους ανθρώπους του πνεύματος εκείνης της περιόδου. Η θρησκεία θα χρησιμοποιηθεί και τους δύο αυτούς αιώνες για την εκπλήρωση πολιτικών στόχων της πόλης-κράτους, που εκφράστηκαν, με την επιβολή της συμμετοχής των αποικιών αλλά και των συμμάχων τους στις μεγάλες θρησκευτικές τελετές της Αθήνας. Οι διαπιστώσεις αυτές για τον τρόπο λειτουργίας της αθηναϊκής δημοκρατίας και το ρόλο των πολιτών μέσα σε αυτή, τον τρόπο ανάπτυξης της πολιτικής του σκέψης και της ιδιαίτερης σχέσης τους με τη θρησκεία τους, έδωσε την ευκαιρία στον Περικλή σε ένα ξέσπασμα πατριωτικού ζήλου, να περιγράψει την πόλη της Αθήνας, ως ένα τρόπο διαπαιδαγώγησης της Ελλάδος. Κάθε κομμάτι της καθημερινής ζωής των αρχαίων Αθηναίων στην κλασική εποχή, ήταν συνδεδεμένο με τη θρησκεία τους. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της θρησκείας δεν ξέφυγε από την προσοχή των φιλοσόφων της εποχής εκείνης, που έβλεπαν τη θρησκεία περισσότερο  ως ένα μέσο σύνδεσης και επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων παρά μεταξύ ανθρώπου και θεών. Όπως ο R. Parker σημειώνει: «Πράγματι, η σημαντικότερη λειτουργία της θρησκείας είναι στα μάτια τους ένα όχημα κοινωνίας, συντροφικότητας, σε πολλά και διάφορα επίπεδα»[1].

        Οι θρησκευτικές τελετές των πολιτών ήταν διάσπαρτες σε κάθε τομέα και καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή τους. Στην Αθήνα το νεογέννητο παιδί γινόταν δεκτό στην οικογένεια περιφέροντάς το γύρω από την εστία, ενώ λίγο αργότερα η θρησκευτική κοινότητα, μόλις μάθαινε για τον ερχομό του, πρόσφερε θυσία, όπως γίνονταν και όταν κόβονταν τα μαλλιά ενός αγοριού που έφτανε στην εφηβεία και για τα κορίτσια όταν αυτά παντρεύονταν. Τα νεαρά άτομα αγόρια και κορίτσια έπαιρναν μέρος σε πομπές, χορούς και σε πανηγύρεις. Ήταν στα καθήκοντά του κάθε πολίτη να προσφέρει κάποιες θυσίες ή να οργανώσει κάποια πομπή, αφού η ιεροσύνη είχε διάφορες μορφές και μοιράζονταν σε όλους, ακόμα και σε άτομα που κατείχαν υψηλούς θώκους, όπως οι στρατηγοί. Η θρησκεία ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την κοινότητα, δηλαδή την πόλη – κράτος, την κάθε φυλή και την οικογένεια μέσα σε αυτό. Το άτομο ήταν οπωσδήποτε ένα μέλος της φυλής και με αυτό τον τρόπο υπολογίζονταν σαν πολίτης. Και κάποιος έξω από την ίδια του τη φυλή και την πόλη-κράτος, ισοδυναμούσε με θάνατο, και ήταν η βαρύτερη τιμωρία για τον πολίτη. Οι θεοί που προστάτευαν την πολιτεία και τη φυλή, προστάτευαν και αυτούς[2].

      Τα καθήκοντα των ιερέων ήταν λειτουργικά και διοικητικά χωρίς να περιλαμβάνονται αυτά του διδασκάλου και του ερμηνευτή. Τα καθήκοντα τους τελείωναν εκεί που τελειώνουν τα όρια του νομού. Τα δύο κύρια στοιχεία του τελετουργικού στη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων ήταν η θυσία και η προσευχή[3].

     Οι χώροι πολιτικής επικοινωνίας στην πόλη της Αθήνας ήταν η αγορά, τα ιερά, το θέατρο, το γυμναστήριο. Η αγορά από τα αρχαία χρόνια αποτελεί το σύμβολο της πόλης αλλά και τον τόπο της κοινότητας. Κάθε πόλη είχε αγορά είτε είχε δημοκρατικό πολίτευμα όπως η Αθήνα, είπε είχε ολιγαρχικό πολίτευμα όπως η Σπάρτη. Η αγορά της κλασικής εποχής συσσωρεύει τρεις λειτουργίες, τη θρησκευτική, την πολιτική και την εμπορική, ενώ υπάρχουν ιδιαίτερα κτίσματα για κάθε μία από αυτές. Κάθε πολίτης μπορούσε να επισκέπτεται όποτε αυτός ήθελε όλα αυτά τα δημόσια κτίσματα είτε για να πάρει μέρος στις αποφάσεις, είτε για να ενημερωθεί για κάθε ιδιωτικό ή δημόσιο ζήτημα που εκείνος ήθελε. Αυτοί οι χώροι παρέμεναν απαγορευμένοι σε όσους είχαν διαπράξει εγκλήματα ή σε όσους είχαν διαπράξει κάτι το ανίερο[4].

      Ένας άλλος χώρος που οι πολίτες είχαν πρόσβαση ήταν τα ιερά, δηλαδή τους χώρους που ήταν αφιερωμένοι στους θεούς όπως π.χ. ένα άλσος ή ο τάφος ενός ήρωα. Υπήρχαν διάφορα σημεία που φανέρωναν τον ιερό χαρακτήρα της περιοχής. Για να εισέλθει εκεί ένας πολίτης έπρεπε ο ίδιος να μην έχει μιανθεί και να ραντιστεί με καθαρτήριο νερό, ενώ απαγορεύεται μέσα σε ιερό χώρο να γεννήσει, να έχει ερωτική συνεύρεση ή να πεθάνει. Η ιερή αξία του τόπου το καθιστά ασφαλές μέρος και άσυλο. Όταν οι άνθρωποι διώκονται και δεν υπάρχει νόμος για να τους προστατέψει από τους διώκτες τους, βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο εντός του ιερού[5].

    Κάθε ιερέας ήταν υπεύθυνος μόνο για το δικό του ναό, δεν ήταν υπόλογος για το άπαν της θρησκείας. Δεν υπήρχαν πολλοί ιερείς σε ένα ναό ή ιέρειες και ούτε χρειάζονταν να είχαν μεταξύ τους επαφές, ενώ σπάνιες είναι οι φορές που εμφανίζονταν σε σώμα. Αδιανόητη ήταν η ύπαρξη ενός πανελληνίου ιερατείου. Η πόλη-κράτος με τους δικούς της ναούς και τις λατρείες, ουσιαστικά προέβαλε στους πολίτες αξιώσεις και ζητούσε υποχρεωτική αφοσίωση, όπως ο J. Burckhardt σημειώνει: «[…] έχοντας συνεπώς ένα ιδιότυπο κτητικό δικαίωμα επί της θρησκείας των πολιτών της. Όταν δύο πόλεις ήταν αντίπαλες, η παραμικρή επαφή των ιερέων τους εκλαμβανόταν ως εσχάτη προδοσία ή τέλος πάντων κινούσε σχετικές υποψίες»[6].

      Τον 5ο π.Χ. αιώνα η ιστορία της θρησκείας στην αρχαία Αθήνα συνδέεται άμεσα με την πολιτική ιστορία εκείνης της περιόδου. Η Αθήνα ουσιαστικά γίνεται μία αυτοκρατορία. Στα ψηφίσματα του 5ου π.Χ. αιώνα τονίζουν ότι στην Εκκλησία του Δήμου είχαν ξεχωριστή ημερήσια διάταξη, κατά την οποία τα ιερά προηγούνταν των κοσμικών. Η θρησκευτική εξουσία εκείνη την περίοδο ανήκε στη Βουλή των Πεντακοσίων και στην Εκκλησία του Δήμου σε ημερήσια βάση. Οι δημόσιοι ιερείς έπρεπε να δίνουν αναφορές στη Βουλή για τους καλούς οιωνούς τους οποίους εξασφάλιζαν κατά τις θυσίες για το λαό της Αθήνας. Η Βουλή αποφάσιζε εάν θα αποδέχονταν ή όχι όσα ευεργετήματα προέκυπταν από τις διάφορες θυσίες. Όπως ο R. Parker γράφει: «Το κέντρο του νευρικού συστήματος της θρησκείας της πόλης ήταν πλέον η δημοκρατική Βουλή»[7].

     Πολύ σημαντικές ήταν οι μεγάλες «αυτοκρατορικές» γιορτές, στις οποίες οι Αθηναίοι άποικοι αλλά και οι υπόλοιποι σύμμαχοί τους καλούνταν με ψηφίσματα να συμμετάσχουν και αυτοί. Οι άποικοι ερχόταν κάθε έτος στα εν άστει Διονύσια, ενώ οι σύμμαχοι λάμβαναν νέα πρόσκληση κάθε τέσσερα χρόνια στα Μεγάλα Παναθήναια, τα οποία είχαν σχεδιαστεί προσεκτικά για την ενίσχυση των δεσμών των πόλεων της Ιωνίας με την Αθήνα. Οργανώθηκαν το 566 π.Χ. και ο όρος σημαίνει τον εορτασμό από όλους τους πολίτες της Αθήνας είτε μία γιορτή για την θεά Αθηνά. Τα Παναθήναια έφερναν στην Αθήνα τον 5ο π.Χ. αιώνα προσκυνητές από ολόκληρη την Ελλάδα, και τελούνταν κάθε χρόνο, ενώ κάθε τέσσερα χρόνια τελούνταν τα Μεγάλα Παναθήναια[8].

     Τα εν άστει Διονύσιαή Μεγάλα Διονύσια, καθιερώθηκαν προς τιμήν του Διονύσου Ελευθερέως, του οποίου το ξόανο μεταφέρθηκε άγνωστο πότε, από τη Βοιωτία στην Αθήνα και είχε μεγάλη αξία αφού έδειχνε την ισχύ που είχε ως πόλη. Αυτή η εορτή τελούνταν τον Ελαφηβολιώνα μήνα (Μάρτιο και Απρίλιο), όταν άρχιζε η ναυσιπλοΐα. Κατά τη διάρκεια αυτής της εορτής η πόλη της Αθήνας ανακοίνωνε επίσημα τις τιμές που απένειμαν οι Αθηναίοι για τις διακεκριμένες υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στην πόλη τους. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν την εποχή εκείνη δραματικοί αγώνες που γίνονταν κατά τη διάρκεια της εορτής[9].

     Στα μετέπειτα χρόνια η θρησκεία είχε κρατήσει όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά και είχε χάσει το περιεχόμενό της. Ο Wide όπως ο Μ. Ρ. Nilsson αναφέρει στην περιγραφή της πατριωτικής θρησκείας των Αθηναίων, παρουσιάζει το κράτος ως πηγή κάθε πνευματικής ή υλικής προσφοράς στους πολίτες φτωχούς ή όχι, τονίζοντας πως όλα αυτά τα υλικά αγαθά προέρχονταν από τους θεούς που είναι παρόντες, μέσα στο ίδιο το κράτος. Οι απλοί Αθηναίοι πολίτες πίστευαν ότι όλα αυτά προέρχονταν από τους θεούς και ειδικά από τη θεά Αθηνά που και η ίδια έπαιρνε τμήμα από τους φόρους των συμμάχων. Ο κάθε Αθηναίος πολίτης πίστευε πως είχε και ο ίδιος βοηθήσει στη δόξα του κράτους. Αυτό εξηγεί το πόσο προσκολλημένοι ήταν οι ίδιοι στη δική τους θρησκεία, που τους έδινε αυτά τα πολλά προνόμια[10].

     Μία άλλη αθηναϊκή εορτή για την πολιούχο θέα που διατήρησε ακέραιο το θρησκευτικό της περιεχόμενο, ήταν τα Αρρηφόρια που στο κέντρο τους είχαν ένα μυστικό δρώμενο για την ενίσχυση της καρποφορίας. Ήταν ένα μαγικό δρώμενο που δεν είχε σχέση με την επίσημη θεότητα της πόλης, αλλά συνδέθηκε μαζί της επειδή η γιορτή τελούνταν κοντά στον παλαιό της ναό. Το όνομά της το πήρε επειδή ως πυρήνα είχε τη μεταφορά μυστικών (άρρητων) αντικειμένων με σκοπό την ευόδωση της βλάστησης. Για να επιτύχει το σκοπό του το δρώμενο έπρεπε να γίνει κρυφά[11].

      Στον επιτάφιο του Περικλή ο Θουκυδίδης αναφέρει πως ο μεγάλος αυτός πολιτικός έλεγε αναφερόμενος στη σχέση της θρησκείας με την αθηναϊκή δημοκρατία και της συνήθειας των πολιτών να κάνουν θυσίες στους θεούς και αγώνες, και της ευχαρίστησης που προκαλούσαν αυτές οι θυσίες, που μαζί με τους αγώνες τους ξεκούραζαν ψυχικά και σωματικά. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν εκτός από τις δημόσιες λατρείες και ιδιωτικές, συνδεδεμένες με τον οίκο ή τα γένη, καθώς και με την περιοχή τους. Η λέξη «λατρεία» χρησιμοποιείται για να περιγράψει καθιερωμένες ιεροτελεστίες. Οι αρχαίοι έκαναν διάκριση ανάμεσα στη λατρεία των θεών, των ηρώων και των νεκρών. Για τις δύο τελευταίες κατηγορίες τα όρια ήταν δυσδιάκριτα[12].

      Μία άλλη θρησκευτική καινοτομία του 5ου π.Χ. αιώνα, ήταν η εισαγωγή στην Αττική νέων θεοτήτων, χαρακτηριστικό γνώρισμα των πολλών μεταβολών που υφίστατο η αρχαία ελληνική θρησκεία εκείνη την εποχή. Οι ίδιοι οι Αθηναίοι πολίτες μιλούσαν για ξένους θεούς, ο ποιητής Απολλοφάνης παρουσιάζει έναν κατάλογο με ονόματα, ενώ ο Αριστοφάνης σε ένα χαμένο του έργο παρουσιάζει το θεό Σαβάζιο μαζί με άλλους ξενικούς θεούς να δικάζονται. Οι ξενικοί δεν ταυτίζονταν με τους ξένους θεούς. Όπως ο R. Parker γράφει: «Η ουσιώδης διάκριση δεν είναι μεταξύ Ελλήνων και μη Ελλήνων θεών, παρά μεταξύ εκείνων που τιμούσε παραδοσιακά η αθηναϊκή λαϊκή λατρεία και όλων των άλλων»[13].

     Ο μέσος άνθρωπος στην Αθήνα ήταν πιστός και δεν επέτρεπαν κριτική των θεών οι οποίοι βοήθησαν το κράτος τους να γίνει τόσο δυνατό. Είναι γνωστό πως οι Αθηναίοι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τη θρησκεία για πολιτικούς λόγους στην επιβολή της ηγεμονίας τους. Το έτος 448 π.Χ. κάλεσαν αντιπροσώπους από όλη την Ελλάδα για να συζητήσουν την ανοικοδόμηση των ναών που καταστράφηκαν στους Περσικούς πολέμους. Αυτό έγινε επειδή όπως ο M. Nilsson γράφει: «[…] στην πραγματικότητα Θεοί και Πολιτεία ήταν ένα, τελικά ο λαός, ο Δήμος ήταν προσωποποιημένος και η Δημοκρατία επίσης είχε λατρεία. Είναι αλήθεια ότι ο πατριωτισμός εκείνη την εποχή μπορούσε να βρει έκφραση μόνο στη θρησκεία, αλλά έκλεψε από τη θρησκεία την καθαρά δική της εσωτερική αξία, έγινε μία επίδειξη πατριωτισμού και η πίστη του ατόμου δεν είχε παρά μία στενά περιορισμένη θέση σε αυτή τη συλλογική και πατριωτική λατρεία»[14].


[1] R. Parker, Η θρησκεία στην αρχαία Αθήνα: Ιστορική επισκόπηση, μετάφραση Γεωργία Τριανταφυλλίδη, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, σελ. 31.

[2] Μ. Nilson, Η πίστη των Ελλήνων, μετάφραση Ι.Κ. Μαζαράκης Αινιάν, εκδόσεις “Δωδώνη”, Αθήνα – Γιάννενα 1998, σελ. 15-16.

[3] Ιακώβου Πηλιλή (επισκόπου), Η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων, εκδόσεις Δημητρίου Νικ. Παπαδήμα, Αθήναι χ. χ., σελ. 210-211.

[4] C. Coulet, Μέσα επικοινωνίας στην αρχαία Ελλάδα, μετάφραση Κώστας Τσιταράκης, εκδόσεις Δ. Ν. Παπαδήμας, Αθήνα 2008 (2), σελ. 56-58.

[5] C. Coulet, Μέσα… ό. π., σελ. 64-65.

[6] J. Burckhardt, Οι Έλληνες και οι Θεοί τους, μετάφραση Θεόδωρος Λουπασάκης, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα χ. χ., σελ. 154-156.

[7] R. Parker, Η θρησκεία…, ό. π., σελ. 177-178.

[8] M. Dillon, Προσκυνητές και ιερά προσκυνήματα στην αρχαία Ελλάδα, μετάφραση Γιώργος Κουσουνέλος, εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα 2001, σελ. 234 – 235.

[9] R. Martin – H. Metzger, Η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων: Μαντικές λατρείες, Ασκληπιός – Διονύσιος, Ελευσίνια Μυστήρια, Αφροδίτη, Χθόνιες θεότητες, μετάφραση Μίνα Καρδαμίτσα, Ινστιτούτο του Βιβλίου Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992, σελ. 150-151.

[10] Μ. P. Nilsson, Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας, μετάφραση Αικατερίνης Παπαθωμοπούλου, εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 1990 (5), σελ. 273-274.

[11] Ν. Παπαχατζή, Η θρησκεία στην Αρχαία Ελλάδα, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1996, σελ. 150.

[12]  L. Hardwick, ό. π., σελ. 116-118.

[13]  R.  Parker, ό. π.,   σελ. 120-121.

[14]  Μ. P. Nilsson, Η πίστη των Ελλήνων…, ό. π., σελ. 100 – 101.

Exit mobile version