Το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου το πρωί τελέστηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Λουκά Συμφερουπόλεως του Ιατρού πολυαρχιερατικό συλλείτουργο με την ευκαιρία συμπληρώσεως ενός έτους από την κοίμηση του μακαριστού Αρχιμανδρίτου Παντελεήμονος Κορφιωτάκη, καθηγουμένου και κτήτωρος της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά Βεροίας.
Στον Όρθρο χοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκτάριος, εκπρόσπωπος του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερωνύμου. Στο πολυαρχιερατικό συλλείτουργο που ακολούθησε προέστη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σμύρνης κ. Βαρθολομαίος, εκπρόσωπος της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ο οποίος κήρυξε και το θείο Λόγο. Έλαβαν μέρος o Σεβ. Μητροπολίτης Γερ. Καισαρείας κ. Θεοφύλακτος (εκπρόσωπος του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Αλεξανδρείας κ.κ. Θεοδώρου), ο Θεοφ. Επίσκοπος Πράχοβας κ. Τιμόθεος (εκπρόσωπος του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Ρουμανίας κ.κ. Δανιήλ) και οι Σεβ. Μητροπολίτες Σύρου κ. Δωρόθεος, Μαρωνείας κ. Παντελεήμων, Κίτρους κ. Γεώργιος, Νέας Κρήνης κ. Ιουστίνος, Τρίκκης κ. Χρυσόστομος, Φιλίππων κ. Στέφανος, Μάνης κ. Χρυσόστομος, Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος, Βεροίας κ. Παντελεήμων και οι Θεοφιλέστατοι Επίσκοποι Αμφιπόλεως κ. Χριστοφόρος και Δομενίκου κ. Αθηναγόρας, ενώ παρέστησαν συμπροσευχόμενοι ο Σεβ. Μητροπολίτης Λαρίσης κ. Ιερώνυμος, ο Θεοφ. Επίσκοπος Ρηγίου κ. Ειρηναίος και ο Πανοσ. Αρχιμ. κ. Ελισσαίος, Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, οι οποίοι έλαβαν μέρος στο ετήσιο μνημόσυνο του μακαριστού Αρχιμανδρίτου Παντελεήμονος Κορφιωτάκη, καθηγουμένου και κτήτορος της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά, που τελέστηκε στο τέλος της θείας Λειτουργίας. Στο ιερό μνημόσυνο τον θείο Λόγο κήρυξε ο Σεβασμιώτατος Ποιμανάρχης μας κ. Παντελεήμων.
Ομιλία Σεβασμιωτάτου κατά το ετήσιο μνημόσυνο του μακαριστού Αρχιμ. Παντελεήμονος Κορφιωτάκη
«Ἀρεστή γάρ ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχή αὐτοῦ».
Ἕνας χρόνος συμπληρώθηκε ἀπό τήν ἡμέρα τῆς εἰς Κύριον ἐκδημίας τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Παντελεήμονος, τοῦ Καθηγουμένου καί νέου κτίτορος τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μονῆς.
Ἕνας χρόνος ἀπουσίας ἀλλά συγχρόνως καί ἐναργοῦς παρουσίας του ἀνάμεσά μας, ἐδῶ στό μοναστήρι, ἀλλά καί στήν Ἱερά μας Μητρόπολη καί στά πνευματικά του παιδιά καί σέ ἀδελφούς μας ἀκόμη πού δέν τόν ἤξεραν ἰδιαίτερα.
Ἕνας χρόνος ζωντανῆς παρουσίας ἑνός ἀνθρώπου πού ὅσο ζοῦσε, θά ἔλεγε κανείς, ὅτι περνοῦσε ἀπαρατήρητος.
Διακριτικός, ἤρεμος, πρᾶος, ταπεινός, χωρίς νά ἐπιδεικνύεται, χωρίς νά ἐπιδιώκει τήν προβολή, χωρίς νά ἐπιζητᾶ τήν τιμή καί τόν σεβασμό πού τοῦ ἀναλογοῦσε.
Τήν τιμή τήν ἀπέφευγε οὕτως ἤ ἄλλως, καί τόν σεβασμό τόν δεχόταν μέ μία ταπεινή κλίση τῆς κεφαλῆς του, σάν νά μήν ἀποδιδόταν σέ αὐτόν.
Ἡ ζωή του «πνοή αὔρας λεπτῆς» μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού τόν γνώρισα, πρωτοετῆ φοιτητή τῆς Νομικῆς στό Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης. Ἀπό τήν ἡμέρα πού τό χέρι τοῦ Θεοῦ ὁδήγησε τά βήματά του στόν ναό τοῦ ἁγίου Δημητρίου, καί ἐκεῖνος ἐπανέλαβε ἐνδόμυχα «καλόν ἐστίν ἡμᾶς ὧδε εἶναι».
Καί παρέμεινε μέχρι τέλους, ὅσα καί ἄν μεσολάβησαν στή ζωή του, ὅσα καί ἄν ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά ζήσει.
Ἐκεῖνος εἶχε ἀποφασίσει νά ἀφιερωθεῖ ψυχῇ τε καί σώματι στόν Χριστό, νά γίνει διάκονός του καί διάκονος τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμη καί ὅταν ἔγινε ἡγούμενος. Γιατί δέν ἔλεγε μόνο τόν λόγο τοῦ Κυρίου «ἐγώ εἰμί ἐν μέσῳ ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν», ἀλλά τόν ζοῦσε, ἀξιοποιώντας ὅλες τίς εὐκαιρίες, εὐχάριστες καί ὀδυνηρές, πού τοῦ ἔστελνε ὁ Θεός. Τίς ἀξιοποιοῦσε, γιατί γνώριζε καί πίστευε ὅτι «τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν». Γι᾽ αὐτό καί μεταποιοῦσε τόν πόνο σέ προσευχή, τή δοκιμασία σέ ἄσκηση, τήν ταπείνωση καί τήν ὑπακοή σέ βαθμίδες τῆς οὐρανοδρόμου κλίμακος πού ἔφερναν τή χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή του.
Ἡ ἀγάπη του στόν Θεό τόν ἔκανε νά ἀντέχει καί νά ὑπομένει τά πάντα. Ἡ ἐμπιστοσύνη του στήν Κυρία Θεοτόκο, πού ἀνταποκρίνεται ἄμεσα στά αἰτήματα τῶν παιδιῶν της, τόν στήριζε καί τόν καθοδηγοῦσε στήν πορεία τῆς ζωῆς του καί τῆς ἀφιερώσεώς του στόν Θεό.
Δέν εἶναι τυχαῖος ὁ σύνδεσμός του μέ τή Μονή τῆς Παναγίας Γοργοεπηκόου στή Μάνδρα οὔτε ἡ μοναχική του κουρά στό Ἅγιον Ὄρος, οὔτε πολύ περισσότερο ἡ ἐγκαταβίωσή του στό ἱστορικό αὐτό μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Δοβρᾶ καί ἡ ἐκ θεμελίων ἀνακαίνιση καί ἀναβίωσή του.
Ἦταν ἡ ἀγάπη του γιά τήν Κυρία Θεοτόκο ἀλλά καί ἡ δική της ἀγάπη πρός ἐκεῖνον, πού τόν κάλεσε σέ ἀνύποπτο χρόνο καί μέ θαυμαστό τρόπο στόν τόπο αὐτό καί στό μοναστήρι της.
Ὅταν μετά ἀπό κάποια ἀγρυπνία στόν ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου πῆγε ὁ μακαριστός Ἡγούμενος νά ξεκουρασθεῖ, λαϊκός τότε μαζί μέ τόν ἐπίσης λαϊκό π. Γεράσιμο Μπεκέ, στούς χώρους τῆς Χριστιανικῆς Καταφυγῆς, ἄκουσε μέσα στόν ὕπνο του μία γυναικεία φωνή νά τοῦ λέγει: «Στή Δοβρᾶ, στή Δοβρᾶ».
Δέν ἤξερε τί ἦταν, ἀλλά οὔτε καί, ὅταν τήν ἑπόμενη ἡμέρα μαζί μέ τόν π. Γεράσιμο ἔψαξαν στίς ἐγκυκλοπαίδειες καί βρῆκαν ὅτι ἦταν ἕνα ἱστορικό μοναστήρι στή Βέροια, κατάλαβαν ποιά ἦταν ἡ φωνή καί τί σήμαινε.
Τό κατάλαβε καί ὁ μακαριστός Γέροντας ἀλλά καί ὅλοι, ὅταν τό χέρι τοῦ Θεοῦ, τό χέρι τῆς Παναγίας Μητέρας μας, μᾶς ἔφερε ἐδῶ, γιά νά δώσουμε μέ τή βοήθεια καί τή χάρη της ζωή σ᾽ αὐτόν τόν ἁγιασμένο τόπο πού εἶχε ἐρημώσει.
Καί ὁ μακαριστός Ἡγούμενος τοῦ ἔδωσε ζωή μέ τή ζωή του, μέ τήν πατρική του, καθόλου εὐκαταφρόνητη, περιουσία, τήν ὁποία προσέφερε χωρίς δεύτερη σκέψη καί χωρίς νά τό πεῖ ἤ νά τό διαφημίσει ποτέ, συμβάλλοντας στήν ἀναγέννησή της.
Ἔδωσε ζωή στό μοναστήρι αὐτό τῆς Παναγίας τῆς Δοβρᾶ μέ τή διαρκῆ παρουσία του· μέ τήν ἀπροϋπόθετη διακονία του, καί ἄς ἦταν ὁ Ἡγούμενος· μέ τή θυσιαστική διακονία του χάριν τῶν ἀδελφῶν του, εἴτε κατέφευγαν στό πετραχήλι του γιά νά ἐξομολογηθοῦν, εἴτε ἐρχόταν ὡς προσκυνητές, ἄγνωστοι ἀνάμεσα σέ ἀγνώστους.
Μέ πολλή ἀγάπη τούς ἀνέπαυε ὅλους, καθώς ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀποκάλυπτε καί τοῦ ὑπαγόρευε μυστικά ποιά ἦταν ἡ ἀνάγκη τοῦ καθενός, χωρίς πολλές φορές νά τοῦ πεῖ ἐκεῖνος κάτι, χωρίς κἄν νά τόν γνωρίζει.
Διάκονος τῶν ἀνθρώπων μέχρι τέλους «κατά τήν ἑκάστου ἰδίαν χρείαν».
Καρδία ἐλεήμων καί εὐσπλαγχνική ὄχι μόνο γιά τίς ὑλικές ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων ἀλλά καί γιά τίς πνευματικές. Προσέφερε σέ ὅλους ἀπό καρδίας ὅ,τι ἡ ἀγαπῶσα καρδία του πίστευε ὅτι θά τούς ἀναπαύσει, ἐκπλήττοντάς τους πολλές φορές, γιατί στή δική του ἐπέμβαση στή ζωή τους, στό πρόβλημά τους, στήν ἀνάγκη τους, πού πολλές φορές δέν τήν γνώριζε κανείς, οὔτε τήν εἶχαν ἐκμυστηρευθεῖ καί σέ ἐκεῖνον, ἔβλεπαν τό χέρι τοῦ Θεοῦ στή ζωή τους. Ὄχι λίγες φορές μάλιστα ἡ ἐπέμβασή του αὐτή ἄλλαζε τή ζωή τους.
Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα πού ἔκανε στά τριάντα χρόνια τῆς διακονίας του στήν Ἱερά Μητρόπολή μας καί δέν τά γνωρίζουμε, δέν εἶναι ἀσφαλῶς τυχαῖα. Δέν εἶναι συμπτώσεις. Γιατί, ἄν ἦταν θά τά γνωρίζαμε, θά τά διηγεῖτο ὁ ἴδιος, ὅπως πολλές φορές διηγούμεθα ὅλοι περιστατικά πού συμβαίνουν στή ζωή μας καί στή διακονία μας. Τό γεγονός ὅμως ὅτι μᾶς τά ἀποκάλυψαν, τά περισσότερα τόν τελευταῖο αὐτόν χρόνο, μετά τήν κοίμηση τοῦ Γέροντα, οἱ ἀδελφοί μας πού τά ἔζησαν, μᾶς προσφέρει τή βεβαιότητα ὅτι ὅλα αὐτά ἦταν καρποί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ πού ἐνοικοῦσε στήν καθαρή καί ἁγιασμένη ψυχή του, ὅπως ἦταν καί ἡ πίστη, ἡ πραότητα, ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἁπλότητα καί ἡ ταπείνωση πού τόν κοσμοῦσαν καί τόν χαρακτήριζαν.
Ὅλα αὐτά πού στόν ἕνα χρόνο τῆς σωματικῆς του ἀπουσίας κάνουν τήν παρουσία του πιό ζωντανή, πιό εὔγλωττη, σάν πνοή αὔρας λεπτῆς πού ἁπαλύνει τόν πόνο καί τό πένθος στίς ψυχές ὅσων τόν ἀγαπήσαμε, στίς ψυχές τῶν πνευματικῶν του τέκνων.
Ὅλα αὐτά μᾶς κάνουν νά ἔχουμε τήν ἐλπίδα καί τή βεβαιότητα ὅτι ἡ ἐλεήμων ψυχή του βρῆκε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἀγαπῶσα τόν Θεό, τήν Κυρία Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους καρδία του ἀναπαύεται στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μετά τῶν Ἁγίων, μαζί μέ τόν ὅσιο Γεράσιμο τόν Ὑμνογράφο καί ὅλους τούς προστάτες Ἁγίους τῆς Μονῆς μας, καί πρεσβεύει γιά τήν Ἱερά αὐτή Ἀδελφότητα καί τά πνευματικά του παιδιά ὡς παρρησία ἔχων στό ἐπουράνιο θυσιαστήριο καί στόν θρόνο τῆς Χάριτος.
