Dogma

Ρόδου Κύριλλος: Η πίστη λειτουργεί ως σχέση και μεταμόρφωση – Συνέντευξη στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

«Ο άνθρωπος σήμερα υποφέρει από τη φθορά των σχέσεων. Της σχέσης του με τον Θεό και των σχέσεών του με τον «πλησίον» του ευαγγελικού λόγου, τον συνάνθρωπο. Δεν μαθαίνει να αγαπά, φοβάται να εμπιστευτεί, κλείνεται στο εγώ του για προστασία κ. ά. Το μήνυμα μου δεν εκφράζει μια ηθική απαίτηση, αλλά μια πρόσκληση. Να μάθουμε […]

«Ο άνθρωπος σήμερα υποφέρει από τη φθορά των σχέσεων. Της σχέσης του με τον Θεό και των σχέσεών του με τον «πλησίον» του ευαγγελικού λόγου, τον συνάνθρωπο. Δεν μαθαίνει να αγαπά, φοβάται να εμπιστευτεί, κλείνεται στο εγώ του για προστασία κ. ά. Το μήνυμα μου δεν εκφράζει μια ηθική απαίτηση, αλλά μια πρόσκληση. Να μάθουμε να τολμούμε τη σχέση κάθετα και οριζόντια, με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, γιατί μόνο μέσα σ̉ αυτή μπορούμε να ανακαλύψουμε τον γνήσιο εαυτό μας και να αισθανθούμε μέλη γνήσια του σώματος του Χριστού, που είναι η Εκκλησία. Η Ορθόδοξος πίστη των Πατέρων μας λειτουργεί ως σχέση και μεταμόρφωση και όχι ως θρησκευτικότητα για συνασθηματική επικάλυψη». Αυτά ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος, ο οποίος μίλησε στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» για ζητήματα ποιμαντικά της τοπικής εκκλησίας της όμορφης Ρόδου αλλά και για τις προσπάθειες που καταβάλλει η Μητρόπολη ώστε να φέρει τους νέους στην Εκκλησία, κάτι που καλλιεργεί την ελπίδα σε όλους μας.

Ο κ. Κύριλλος, λόγιος και σεμνός Ιεράρχης, αναφέρθηκε και στο πρόβλημα της παγκοσμιοποίησης που, αναμφισβήτητα, είναι υπαρκτό σήμερα, τονίζοντας πως όταν το ιεραποστολικό έργο «ασκείται με έμφαση στο ευαγγελικό μήνυμα και ὀχι σε πολιτισμικά σχήματα και γεωπολιτικά συμφέροντα, με διάλογο και όχι επιβολή, με σεβασμό στην αυτοσυνειδησία των ανθρώπων που απευθύνεται και στην τοπική κουλτούρα τότε λειτουργεί αντι-παγκοσμιοποιητικά».

Ακολουθεί η Συνέντευξη του Μητροπολίτου Ρόδου κ. Κυρίλλου:

-Πείτε μας δυο λόγια για τις μεγαλύτερες δυσκολίες που συναντάτε ποιμαντικά στην περιοχή Σας.

-Δεν μπορώ να μιλήσω για ιδιαίτερες και μεγάλες ποιμαντικές δυσκολίες στην περιοχή ευθύνη μας. Όποιες υπάρχουν, συνδέονται άμεσα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες και τις εν γένει ιδιαιτερότητες της εποχής μας. Είμαστε μια κοινωνία, εξαιτίας του τουριστικού χαρακτήρα του νησιού, που χαρακτηρίζεται από εποχικότητα και μετακίνηση πληθυσμού. Δυσκολία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το γεγονός  ότι  οι έντονοι ρυθμοί εργασίας κατά την τουριστική περίοδο δυσκολεύουν τη σταθερή πνευματική σχέση με την Ενορία και τη συμμετοχή στη λατρεία των πιστών μας. Η Ρόδος, παρά την απὀ δεκαετίες τουριστική ανάπτυξη δεν έχασε τον παραδοσιακό ρυθμό της και η σχέση των ανθρώπων μας παραμένει ισχυρή με την Εκκλησία και την τοπική παράδοση.

-Σήμερα, γίνεται μεγάλη κουβέντα για την «παγκοσμιοποίηση». Θεωρείτε πως ένας τέτοιος κίνδυνος είναι υπαρκτός, μέσα από την άσκηση του ιεραποστολικού έργου;

Η ερώτηση σας εκφράζει ένα υπαρκτό προβληματισμό, ο οποίος όμως δεν είναι μονοσήμαντος και δεν μπορεί να έχει μια απλή και εύκολη απάντηση. Εξαρτάται πως προσφέρεται το ιεραποστολικό έργο, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας «παγκοσμιοποίησης» όταν, επί παραδείγματι, δεν μεταδίδει την πίστη αλλά προσπαθεί να επιβάλλει πολιτιστικά πρότυπα  ή υπηρετεί συγκεκριμένες γεωπολιτικές επιδιώξεις, γεγονός που δυστυχώς παρατηρείται στις μέρες μας. Όταν όμως αυτό ασκείται με έμφαση στο ευαγγελικό μήνυμα και ὀχι σε πολιτισμικά σχήματα και γεωπολιτικά συμφέροντα, με διάλογο και όχι επιβολή, με σεβασμό στην αυτοσυνειδησία των ανθρώπων που απευθύνεται και στην τοπική κουλτούρα τότε λειτουργεί αντι-παγκοσμιοποιητικά. Ένα αυθεντικό παράδειγμα ιεραποστολικού έργου είναι εκείνο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου προς τα Σλαβικά έθνη, το οποίο ενίσχυσε την αξιοπρέπεια των λαών αυτών και δεν τους ισοπέδωσε γλωσσικά και πολιτισμικά.  Ας θέσουμε το πιο κρίσιμο ερώτημα∙ Τι είδους κόσμο προτείνει το ιεραποστολικό έργο: ένα ενιαίο και ομοιόμορφο έχοντας το ρόλο οδοστρωτήρα, η ένα κόσμο σχέσης, σεβασμού και ετερότητας; Εννοούμε βέβαια «εν Χριστώ».

-Τι περιλαμβάνει η ποιμαντική φροντίδα της μητροπόλεώς Σας για τους νέους;

– Οι νέοι μας χρειάζονται την ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία, ώστε να βρίσκουν νόημα, αξίες και προσανατολισμό ζωής μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο προκλήσεις. Στην ανάγκη αυτή η τοπική μας Εκκλησία προσπαθεί να ανταποκριθεί με την λειτουργία των Κατηχητικών Σχολείων, τα οποία σημειωτέον στο νησί μας έχουν μια μακρά και δυναμική παράδοση από τα χρόνια της Ιταλοκρατίας, με τη λειτουργία των Κατασκηνώσεων κατά την θερινή περίοδο, με επισκέψεις στα σχολεία, συναντήσεις διαλόγου με φοιτητές και άλλες μικρότερες διοργανώσεις κατά περίπτωση. Μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ικανοποιημένοι από την ανταπόκριση τόσο των γονέων όσων και των νέων.

– Σε έναν κόσμο που φλέγεται σήμερα από πολέμους και αιματοχυσίες, η Εκκλησία έχει ουσιαστικό λόγο και ποιος είναι αυτός;

– Ο εκκλησιαστικός λόγος ως προφητικός και θεραπευτικός δεν μπορεί παρά να είναι ουσιαστικός σε ένα κόσμο που φλέγεται από πολέμους και τα δεινά που αυτοί επιφέρουν. Ο εκκλησιαστικός λόγος, ο ευαγγελικός λόγος δηλαδή, υπενθυμίζει την ιερότητα του προσώπου και της ανθρώπινης ζωής, καταγγέλει τη βία ως αποτυχία που πολλαπλασιάζει το κακό, καλεί σε μετάνοια και μεταστροφή της καρδιάς, χωρίς την οποία η ειρήνη δεν είναι σταθερή, δίνει τη μαρτυρία της αγάπης μέσα στα σκοτάδια του μίσους και της αντιπαλότητας, υπενθυμίζει διαρκώς το Ευαγγέλιο της ειρήνης, επιστρέφοντας στο δύσκολο και ισως ενοχλητικό μήνυμα του Κυρίου «Αγαπάτε τους εχθρούς ημών» και προβάλλει ως παράδειγμα και υπογραμμό τον ίδιο τον σαρκωθέντα Θεό, τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έδωσε τη λύση στα δεινά του ανθρώπου όχι με το ξίφος αλλά με το Σταυρό και τη θυσία.

– Πώς είναι το καθημερινό πρόγραμμα ενός Επισκόπου; Υπάρχουν στιγμές αδυναμίας, μοναξιάς ή και απογοήτευσης;

– Το πρόγραμμα ενός Επισκόπου είναι συνδεδεμένο με την ανθρώπινη εμπειρία και στην καθημερινότητά του-Λειτουργική παρουσία, διοικητική μέριμνα, ποιμαντικές συναντήσεις, υπόλοιπες ποικιλότροπες μέριμνες και  ευθύνες- δεν αποτελεί μια αλληλουχία υποχρεώσεων αλλά ένα τρόπο ύπαρξης μέσα στα πλαίσια μιας ανατεθείσας εκκλησιαστικής διακονίας. Επειδή δε, μέσα σε αυτήν ο Επίσκοπος δεν είναι υπεράνθρωπος στιγμές αδυναμίας, μοναξιάς και απογοήτευσης αποτελούν και γι̉ αυτόν ἀναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης συνθήκης. Επί παραδείγματι: Ακούει όλους αλλά συχνά αισθάνεται ότι δεν ακούγεται∙  αποφασίζει, γνωρίζοντας ότι οι αποφάσεις δεν είναι ανώδυνες∙ γνωρίζει ότι δεν έχει την θεωρούμενη εξουσία αλλά το βάρος της ευθύνης,  ευθύνη που έχει σχέση με την ψυχή του ανθρώπου και τη σωτηρία της και όχι απλά με αποφάσεις για να λειτουργήσει καλύτερα το «σύστημα». Ο δρόμος του είναι ο δρόμος ενός ανθρώπου που καλείται συνεχώς να τον βαδίζει όρθιος, παρά την όποια ευθραστότητά του, αγωνιζόμενος να κρατήσει ψηλά, χωρίς την παραμικρή ελαχιστοποίηση, την ευθύνη της εκκλησιαστικής διακονίας του.

– Ποιο είναι το μήνυμά Σας σε όσους διαβάζουν αυτή την ώρα τη Συνέντευξή μας;

– Υπάρχει η γενική διαπίστωση ότι ο άνθρωπος σήμερα υποφέρει από τη φθορά των σχέσεων. Της σχέσης του με τον Θεό και των σχέσεών του με τον «πλησίον» του ευαγγελικού λόγου, τον συνάνθρωπο. Δεν μαθαίνει να αγαπά, φοβάται να εμπιστευτεί, κλείνεται στο εγώ του για προστασία κ. ά. Το μήνυμα μου δεν εκφράζει μια ηθική απαίτηση, αλλά μια πρόσκληση. Να μάθουμε να τολμούμε τη σχέση κάθετα και οριζόντια, με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, γιατί μόνο μέσα σ̉ αυτή μπορούμε να ανακαλύψουμε τον γνήσιο εαυτό μας και να αισθανθούμε μέλη γνήσια του σώματος του Χριστού, που είναι η Εκκλησία. Η Ορθόδοξος πίστη των Πατέρων μας λειτουργεί ως σχέση και μεταμόρφωση και όχι ως θρησκευτικότητα για συνασθηματική επικάλυψη. Οι καιροί απαιτούν να γίνουμε λαός Θεού γιατί μόνο τότε μπορούμε να οραματιζόμαστε τη γη της επαγγελίας.

Δυο λόγια για τον Σεβ. Μητροπολίτη Ρόδου Κύριλλο

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ρόδου κ. Κύριλλος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Κογεράκης) γεννήθηκε στην Κουμάσα Μονοφατσίου Ηρακλείου (Δήμος Γόρτυνας) στις 2 Ιουλίου 1964, με γονείς τον Ιωάννη Κογεράκη και την Ζουμπουλιά (το γένος Τσικνάκη), από οικογένεια Σφακιανής καταγωγής με ρίζες στο χωριό Καλλικράτης. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στη γενέτειρά του. Μετά την αποφοίτησή του από το 4ο Λύκειο Ηρακλείου, σπούδασε Θεολογία στο Θεολογικό Τμήμα της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1982-1986). Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στον Τομέα της Λειτουργικής, με επιβλέποντα Καθηγητή τον μακαριστό Ιωάννη Φουντούλη, τις οποίες ολοκλήρωσε υποβάλλοντας μεταπτυχιακή εργασία με τίτλο: “Τα Λειτουργικά στοιχεία στα έργα του Μεγάλου Βασιλείου”.

Στις τάξεις του ιερού Κλήρου εντάχθηκε το έτος 1991. Χειροθετήθηκε Μοναχός στις 17 Φεβρουαρίου 1991 στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Αγκαράθου, από τον τότε Ηγούμενό της αοίδιμο Αρχιμανδρίτη Γεννάδιο Σταυρουλάκη, και την 23η του ίδιου μήνα χειροτονήθηκε Διάκονος από τον αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης κυρό Τιμόθεο, στο Ησυχαστήριο της Αγίας Φωτεινής Ελληνοπεραμάτων Ηρακλείου.

Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους αναχώρησε για την Αυστρία, όπου συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γκράτς, από την οποία και αποφοίτησε το έτος 1995. Κατά το διάστημα της εκεί παραμονής του, υπηρέτησε ως Αρχιδιάκονος του αειμνήστου Μητροπολίτη Αυστρίας κυρού Μιχαήλ (Στάικου) και Γραμματεύς της Ιεράς Μητροπόλεως Αυστρίας.

Μετά την αποφοίτησή του, επιστρέφοντας στην Κρήτη, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος, στις 16 Αυγούστου 1995 στο Καθολικό της Μονής της μετανοίας του απο τον αοίδιμο Αρχιεπίσκοπο Τιμόθεο. Αυθημερόν έλαβε και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Υπηρέτησε στην ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης ως Ιεροκήρυκας (1995-2000), Υπεύθυνος της ίδρυσης του Ραδιοφωνικού Σταθμού της και στη συνέχεια Διευθυντής του (1996-2002) και Εντεταλμένος διαφόρων τμημάτων του Επικοινωνιακού και Μορφωτικού Ιδρύματός της. Το έτος 2000 ονομάστηκε Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης. Κατά το διάστημα της εκκλησιαστικής διακονίας του στη Κρήτη αρθρογραφούσε στον ημερήσιο και εβδομαδιαίο τοπικό Τύπο και σε διάφορα Εκκλησιαστικά περιοδικά.

Μητροπολίτης Ρόδου εκλέχθηκε παμψηφεί από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 20 Απριλίου 2004. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος στις 25 του ίδιου μήνα  στην ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο και ενθρονίστηκε στον Μητροπολιτικό ιερό Ναό Εισοδίων της Θεοτόκου Ρόδου στις 5 Ιουνίου 2004.

Το συγγραφικό του έργο είναι πλουσιότατο, έχοντας συντάξει εκατοντάδες Ασματικές Ακολουθίες σε Αγίους και Εκκλησιαστικές Εορτές, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές η αλλες επιμέρους εκδόσεις, άρθρα και κείμενα πνευματικής οικοδομής. Εκδίδει από το έτος 2005 το περιοδικό της ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου “Η ΟΔΟΣ”. Είναι υπεύθυνος έκδοσης του  περιοδικού “ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΣ”, επίσημου Δελτίου των ιερών Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου, Πρόεδρος της Επιτροπής Προσκυνηματικού και Θρησκευτικού Τουρισμού των Εκκλησιαστικού θέματος της Δωδεκανήσου και Πρόεδρος του Πατριαρχικού Δικτύου Ποιμαντικής Διακονίας στο χώρο της υγείας.

Ως Μητροπολίτης Ρόδου έχει έντονη λειτουργική, κηρυκτική και κοινωνική παρουσία στα όρια της Επαρχίας του. Οργάνωσε στην έδρα του Εκκλησιαστικά Συνέδρια και διάφορες Διεκκλησιαστικές και Διορθόδοξες διοργανώσεις. Επιδεικνύει ιδιαίτερη μέριμνα για την καταγραφή, διαφύλαξη και προβολή της τοπικής θρησκευτικής κληρονομιάς (συντήρηση Εκκλησιαστικών μνημείων και αντικειμένων λατρείας, ίδρυση και λειτουργία Εκκλησιαστικών Μουσείων κ.α.), την προβολή της τοπικής Εκκλησιαστικής ιστορίας και αγιολογίας, την επιμόρφωση του ιερού Κλήρου και την προνοιακή προσφορά της Εκκλησίας. 

Exit mobile version