Της Τόνιας Α. Μανιατέα
Ο πανεπιστημιακός Φιλίππο Μαρία Ποντάνι, Ιταλός νεοελληνιστής, κλασικός φιλόλογος, υπογράφει ένα δισέλιδο αφιέρωμα στον Κωστή Παλαμά υπό τον υπέρτιτλο «Ένας μεγάλος Έλλην ποιητής που απέθανε», στο κυριακάτικο προπαγανδιστικό έντυπο «Κουαδρίβιο» της 10ης Μαρτίου 1943.
Ο μέγας ποιητής άφησε την τελευταία του πνοή πριν δέκα μέρες, το Σάββατο 27 Φεβρουαρίου, και αυτή η εβδομαδιαία ελληνόγλωσση έκδοση της ιταλικής «ΤΙΒΕΡΙΣ», της αφιερωμένης «εις την ιταλο-ελληνικήν συνεργασίαν», δεν πρόλαβε την κηδεία, που μετατράπηκε σε πανεθνικό συλλαλητήριο λευτεριάς.
Το κείμενο για τον Παλαμά ανάμεσα στα φασίζοντα, ρατσιστικά δημοσιεύματα του εντύπου («Μαύροι δολοφόνοι και τρομοκράται» τιτλοφορείται το δημοσίευμα πλάι σ΄ εκείνο για τον Παλαμά, εστιάζοντας στο… χρώμα των νέων μαθητευομένων στην αμερικανική σχολή πολεμικής αεροπορίας!), φαντάζει σαν τη… μύγα μες το γάλα, αλλά ο εκλιπών δεν ήταν μία τυχαία προσωπικότητα και η κηδεία του, μία τέτοια -σαν τη σημερινή- 28η Φεβρουαρίου δεν ήταν ένας απλός αποχαιρετισμός. Ήταν μία πάνδημη εκδήλωση αντίστασης στις δυνάμεις Κατοχής, με χιλιάδες ανθρώπων να τραγουδούν με φωνή στεντόρεια, γενναία, τον εθνικό ύμνο.
Ο σπουδαίος Ποντάνι, που διδάσκει αρχαία και νέα ελληνική ποίηση σε Ιταλία και Ελλάδα, δεν μπορεί παρά να προσυπογράψει… «Για τους χαρακτήρες του ποιητικού κόσμου και την υψηλότητα των έργων του, ο Παλαμάς ήταν ο ποιητής στον οποίον όλοι οι αληθινοί Έλληνες είχαν γνωρίσει κάτι από την ψυχήν τους. Για τη βαθύτητα της Πατριδολατρείας του, ήταν άξιος των προσφωνήσεων “ εθνικός ποιητής”, “ ο ποιητής μας”. Δάσκαλος ήτανε και Σοφός και Ιερέας. Εξέφρασε τις υψηλότερες φωνές κάθε συνείδησης και τραγούδια προσωπικά, μα και καθολικά, κι αθάνατα».
ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΜΕΤΡΗΣΗ
Από τις πρώτες κιόλας μέρες του Φεβρουαρίου στους κύκλους των λογίων κυκλοφορεί μία είδηση που προκαλεί σοβαρή ανησυχία στα μέλη της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, της οποίας ηγείται ο Παλαμάς. Ξενόπουλος, Μαλακάσης, Καρκαβίτσας, Παπαντωνίου, Πορφύρας, Νιρβάνας ανταλλάσσουν εναγωνίως πληροφορίες για την υγεία του 84χρονου ποιητή, που έχει χτυπηθεί από βαριά γρίπη και τα συμπτώματά της επιδεινώνει η περασμένη ηλικία του. Υποφέρει από υψηλό πυρετό, που στον καταπονημένο οργανισμό του προκαλεί αφόρητη μυαλγία, αδιάκοπο ρίγος και εντέλει πνευμονική δυσλειτουργία. Στο παραλήρημά του ζητά τη γυναίκα του, τη Μαρία Βάλβη. «Μα, πού είναι η Μαρία μου; Γιατί δεν τη βλέπω;» φωνάζει. Αλλά η Μαρία του έχει προδοθεί από την καρδιά της. Έχει φύγει για το μεγάλο ταξίδι από τις 9 Φεβρουαρίου και κανείς δεν μπόρεσε να του το πει. «Οι οικείοι του ποιητού είχον κατορθώσει να αποκρύψουν τον θάνατο της συζύγου του, εκείνος όμως, ως να διησθάνετο κάτι, δεν έπαυσε καθ΄ όλην την διάρκειαν της ασθενείας του να την ζητεί» θα δημοσιεύσει στο πρωτοσέλιδό της «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ». Στις 27 του ίδιου μήνα εκείνος θα κλείσει τα μάτια του ψελλίζοντας για στερνή φορά το όνομά της… «Πού είναι η Μαρία μου…».
«Ο Κωστής Παλαμάς, ο αγαπημένος μας Ποιητής, του οποίου τα τραγούδια εγαλούχησαν τόσας ελληνικάς γενεάς, δεν υπάρχει από την αυγήν χθες μεταξύ των ζώντων. Η είδησις του θανάτου του θα προκαλέσει εις την ελληνικήν ψυχήν ένα βαθύ κραδασμόν πόνου και εκπλήξεως. Πόνου διότι τον Παλαμάν ο τόπος αυτός τον περιέβαλλε όχι μόνον με τον θαυμασμόν του αλλά κυρίως με ένα βαθύτατον και καθολικότατον αίσθημα στοργής και αγάπης. Εκπλήξεως διότι τον Παλαμάν, παρά την ηλικίαν του, ίσως μάλιστα λόγω αυτής, εσυνηθίσαμεν να τον βλέπωμεν σαν ένα αιώνιο και ακατάλυτο στοιχείο, αναπόσπαστον από το εθνικό μας σώμα» δημοσιεύει στο πρωτοσέλιδό του το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 28ης Φεβρουαρίου 1943 και «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της ίδιας μέρας: «Ο ατομικός βίος του Παλαμά εκρατήθη με αρχαϊκήν αξιοπρέπειαν μακράν της τύρβης των φιλολογικών διαπληκτισμών εις μέτρον ανάλογον προς τα μεγάλας διαστάσεις της εμπνεύσεώς του […] Τα τελευταία έτη της ζωής του τα διήλθεν εν μέσω της στοργής των οικείων του και του βαθύτατου σεβασμού των πανελλήνων».
Το νέο του θανάτου κυκλοφορεί με ιλιγγιώδη ταχύτητα στην κατοχική Αθήνα. Η Ιωάννα Τσάτσου γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο: «Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο γερο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός».
Το 1943 έχει φέρει κρίσιμες εξελίξεις στα μέτωπα του πολέμου. Οι Σοβιετικοί υπογράφουν την υπεροχή τους επί της 6ης στρατιάς του Χίτλερ στο Στάλινγκραντ, ο γερμανικός στρατός έχει ξεκινήσει συντονισμένη επίθεση κατά των συμμαχικών θέσεων στην Τυνησία, οι αεροπορικές επιδρομές των Ναζί στο Λονδίνο ενισχύονται, το σχέδιο εξόντωσης των Εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι στη δραματικότερη στιγμή του, Ρούσβελτ και Τσώρτσιλ αποφασίζουν απόβαση στη Σικελία σε μυστική συνάντησή τους στην Καζαμπλάνκα. Στην Ελλάδα, ιταλικά στρατεύματα κατοχής πυρπολούν το Δομένικο Ελασσόνας και εκτελούν 150 κατοίκους του και οι νεολαίοι του ΕΑΜ ετοιμάζουν την ίδρυση της ΕΠΟΝ. Η χώρα είναι βυθισμένη στον τρόμο, τις στερήσεις, την πείνα και την απόγνωση.
Ο Παλαμάς πονάει κι αυτός μαζί με όλους, αλλά έχει την πολυτέλεια της τέχνης του και μέσα από αυτήν ξεσπά, θωρακίζει, εμψυχώνει, στέλνει μηνύματα ελπίδας. Είναι διηγηματογράφος, συγγραφέας ενός θεατρικού έργου, σπουδαίος κριτικός της νεοελληνικής και της ξένης λογοτεχνίας, αλλά είναι κυρίως ποιητής, που παρουσιάζει με τον μοναδικό λυρισμό του τα εθνικά ιδεώδη και την ελληνική προοπτική στο μέλλον. Και όχι μόνον. Είναι ένας ποιητής μύστης. Χρησιμοποιεί την ποίηση για να εκφράσει την ουσία της ύπαρξής του και του κόσμου. Το βίωμα του πολέμου το φέρει ανεξίτηλο στη μνήμη του. Ελληνοτουρκικός, βαλκανικοί, μικρασιατική καταστροφή, ελληνο-ιταλικός, γερμανική Κατοχή… Στους μελωδικούς στίχους του επικαλείται αρχαιοελληνικούς μύθους, θεούς, τη φύση, την ελληνική ομορφιά, ό,τι μπορεί να φωτίσει τον μελανό ορίζοντα…
«Κι εσύ του ύμνου αντίλαλε τρέξε σκορπίσου τώρα κάτω στη μελανόβαφη της Περσεφόνης χώρα, και ζήτα τον πατέρα του, Κλεόδαμο τον κράζουν, και πες του πως ο γιόκας του, ταγένειο παλληκάρι, στεφάνωσε στην αγκαλιά της φημισμένης Πίσσας τα δοξασμένα νιάτα του με τα φτερά της Νίκης!» (Πινδαρικός ύμνος, 1896 / Σύνθεση του ποιητή γραμμένη λίγο πριν την ήττα της Κρήτης στον πόλεμο με τους Τούρκους).
Το γύρισμα του αιώνα επιφυλάσσει νέες δυσάρεστες εκπλήξεις σε ένα σκηνικό λίγο πολύ παρόμοιο όλων των προηγούμενων εποχών. Η ολιγαρχία κερδοσκοπεί επί της δυστυχίας των πολλών. Οι φόροι βαραίνουν τις παραγωγικές τάξεις. Το 1905, η αύξηση του δασμού στο στάρι εξαθλιώνει τους φτωχούς, οι οποίοι σηκώνουν ήδη από το 1903 με τεράστια δυσκολία την ετήσια φορολογία 49 χρυσών δραχμών έκαστος. (Τα φορολογικά βάρη, που πέφτουν βροχηδόν στις πλάτες των Ελλήνων υπέρ του αειθαλούς δένδρου της διαφθοράς και της εξυπηρέτησης συμφερόντων, θα οδηγήσουν κάποτε τον Δημήτριο Γούναρη να διατυπώσει αγανακτισμένο ανάθεμα στη Βουλή: «Ερρέτω το κράτος αυτό! Τοιούτον κράτος θα ήταν εμπαιγμός της Ιστορίας!» / Ας πάει να χαθεί ένα τέτοιο κράτος! Ένα τέτοιο κράτος θα ήταν κοροϊδία για την Ιστορία!).
«ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΠΑΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙ»
Το 1907 ο Παλαμάς, παρατηρώντας με αγωνία και προβληματισμό τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στη χώρα, παρουσιάζει τον δωδεκάλογο του Γύφτου, μία μακρά ποιητική σύνθεση, στην οποία ο ήρωας, ο γύφτος, σύμβολο ελεύθερο, αδούλωτο και δημιουργικό, γκρεμίζει με τη μουσική του το παλιό σάπιο και «γεννά» νέα, φρέσκα, αψεγάδιαστα παιδιά… Η σχέση του με τη μουσική, άλλωστε, δεν είναι απλή. Στη μουσική θεωρεί ότι προσβλέπει όλη η τέχνη και την ποίησή του την ορίζει ως «λόγο που πάει να γίνει τραγούδι».
«Σάρκα μου η μουσική θα γίνει
με την πλάστρα μας φωτιά
κι από μας θα γεννηθούνε
ταψεγάδιαστα παιδιά,
που όμοιά τους θα σπείρουν κι άλλα
κι ό,τι γύρω τους αχνό,
άρρωστο, άσκημο, θα ρέψη
στον αφανισμό».
Ο χρόνος και όσα γεγονότα έχει αυτός επιφυλάξει για τον τόπο, αλλά και για τη δική του τη ζωή, διακρίνονται στην τέχνη του ποιητή. Ο γάμος του με την αγαπημένη του Μαρία Βάλβη θα ευλογηθεί με τρία παιδιά, τη Ναυσικά, τον Λέανδρο και τον Άλκη. Ο θάνατος του Άλκη, στα μόλις 4 χρόνια του, θα γονατίσει την οικογένεια. «Άφκιαστο κι αστόλιστο του Χάρου δεν σε δίνω. Στάσου με τ΄ ανθόνερο την όψη σου να πλύνω…» γράφει ο Παλαμάς στον «Τάφο» του, ένα επικό ποίημα αφιερωμένο στο αγγελούδι, που μόλις έχει χάσει.
Από ακόλουθος του Παρνασσισμού, του ευρωπαϊκού κινήματος που επιβάλλει καθαρή ποιητική μορφή με αυστηρή μετρική και ακριβόλογη περιγραφή, ο Παλαμάς βρίσκεται τώρα να ακολουθεί τις επιταγές των Συμβολιστών, δίνοντας εικόνες που περισσότερο υπαινίσσονται παρά περιγράφουν. Τα θέματά του είναι η τέχνη ως καταφύγιο από τις δοκιμασίες της ζωής, ο μυστικισμός και η πνευματική αντιμετώπιση της ανθρώπινης υπόστασης, μία έντονη αίσθηση της θνητότητας και η δύναμη του ερωτισμού. Δεν νοιάζεται πια για ό,τι βλέπει, αλλά για ό,τι βαθύτερο μπορεί να δώσει ανάσα, να εμπνεύσει δράση. Και αντίδραση. Σκάβει βαθιά στο μυαλό και την ψυχή του ακροατή του σε ένα τόπο, που δεν εισπράττει μόνον την αναστάτωση του περιβάλλοντός της στον χάρτη, αλλά βιώνει έντονες εσωτερικές συγκρούσεις και ανασφάλεια. Η ποίηση του Παλαμά γίνεται καταφύγιο, μήτρα ζεστή, φιλόξενη, προστατευμένη. Γι αυτό, όταν έρθει η στιγμή να φύγει, στο φέρετρό του θα ακουμπήσει όλη η χώρα…
Με πρωτοσέλιδά τους τα ειδησεογραφικά φύλλα της 28ης Φεβρουαρίου 1943 πληροφορούν ότι «Η κηδεία θα γίνει σήμερον Κυριακήν και ώραν 11 π.μ. εκ του Ιερού Ναού του Α΄ Νεκροταφείου. Κατά παράκλησιν της οικογενείας του μεταστάντος δεν θα εκφωνηθούν λόγοι. Κατ΄ απόφασιν του κ. Προέδρου της Κυβερνήσεως η κηδεία του αειμνήστου ποιητού Κωστή Παλαμά θα γίνη δημοσία δαπάνη τιμής ένεκεν».
Ο αείμνηστος νομικός, φοιτητής τότε, συνδαιτημόνας του μεγάλου ποιητή, Δ. Σιατόπουλος θα διηγηθεί χρόνια πολλά μετά… «Είναι 27 Φεβρουαρίου 1943, Σάββατο, και κατά τις 9 το πρωί χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι… Δημήτρη, εδώ Ηλίας (Βενέζης). Πέθανε ο Παλαμάς και το βιβλιοπωλείο του Ελευθερουδάκη άνοιξε μόλις τώρα κι έχει στη βιτρίνα φωτογραφία του και τα βιβλία του ανάμεσα σε λαμπάδες! Μ΄ έπιασε ένας κόμπος!».
Νωρίς τ΄ απόγευμα μία ομάδα λογίων, ο Κλέων Παράσχος, ο Γιάννης Σιδέρης, ο Ηλίας Βενέζης και άλλοι της πνευματικής συντροφιάς του εκλιπόντος, διαβαίνουν το κατώφλι της οικίας του ποιητή, στην οδό Περιάνδρου 5, στην Πλάκα. Μυριβήλης και Θεοτοκάς είναι εκεί από ώρα. Έχουν σκεπάσει με κλαδιά μυγδαλιάς το άψυχο σώμα, που κείτεται στο ντιβάνι του μικρού δωματίου.
ΔΕΚΑΔΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΛΑΙΝΕ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΤΗΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ
Η γερμανική κατοχή, η πείνα, ο ζόφος έχουν φουσκώσει τις ψυχές των Ελλήνων. Παρά την επιθυμία του Λέανδρου Παλαμά να μην πάρει η κηδεία του πατέρα του «εθνικοπατριωτική διάσταση», το ξόδι είναι ηχηρό. Κάποιοι λένε για 40.000 ανθρώπους κι άλλοι ανεβάζουν τον αριθμό στους 45.000. Το φέρετρο καθοδόν για το Α΄ Νεκροταφείο συνοδεύεται από μία λαοθάλασσα, που ψάλλει τον εθνικό ύμνο!
«Επιζητούσα να κλάψω, να ξεσπάσω… Γιατί; Κάθε μέρα στο μέτωπο σκοτώνονταν παλληκάρια. Αλλά όταν έφτασε η στιγμή να σηκώσουμε εκείνο το φέρετρο, νιώσαμε ότι έφτασε η στιγμή για όλους. Κάποιον ήρωα έπρεπε να σηκώσουμε κι εμείς! Δεν μπορούσαμε να πούμε, Αλέκο μου, Γιάννη μου, Γιώργο μου, σε σκοτώσανε. Να σε σηκώσω εγώ. Όμως, εκείνη τη στιγμή, λέγαμε, Κωστή Παλαμά, αν σε σηκώσω στην πλάτη μου, σηκώνω την Ελλάδα…» θα διηγηθεί κοντά μισό αιώνα μετά, ο αείμνηστος, τότε φοιτητής, Γιώργος Ντούμας, που σήκωσε τον Παλαμά στον δεξί του ώμο, αντικριστά από τον Άγγελο Σικελιανό…
Στη νεκρώσιμη ακολουθία στον ναό του Α΄ Κοιμητηρίου χοροστατεί ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Οι λιγοστοί που χωρούν στην εκκλησιά καρφώνουν βουβοί τα μάτια στην ήρεμη μορφή του ποιητή. Και ξαφνικά, μέσα σ΄ ένα σιγανό σύνθρηνο γυναικών, σαν χορικό αρχαίας τραγωδίας, προβάλλει χωρίς προαναγγελία, δίχως προειδοποίηση, ο Σικελιανός. Ακουμπάει το χέρι στο φέρετρο κι αρχίζει να απαγγέλλει:
«Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα, κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό, ποιον κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;
Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά, Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια, μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη, πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: “ Ο Παλαμάς !”, ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη!».
Μόλις αποσύρεται ο Σικελιανός, ξεπροβάλλει ο Σκίπης κι απαγγέλλει κι αυτός το δικό του ποίημα, το αφιερωμένο στον μεγάλο ποιητή:
«Μέσ’ από τα κάγκελα τ’ αόρατα της απέραντής μας φυλακής
μέσα στο κελί το σκοτεινό μας δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής
κι έπεσες σα δρυς από τα χτυπήματα κάποιων μαύρων ξυλοκόπων
στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής, δίχως να προσμείνεις την αχτίδα
της καινούργιας Χαραυγής.
Κι έπεσες καθώς από σεισμό πέφτει μια μαρμάρινη κολόνα κάποιου πανάρχαιου ναού.
Σα ναός, οπού χτυπιέται απ’ τα βόλια των βαρβάρων.
Σαν τον Παρθενώνα, ήρωα, ποιητή του αιώνα».
Τελειώνει η λειτουργία και φωνάζει ο Σικελιανός: «Ελάτε κοντά οι νέοι! Εσάς σκεπτόταν ο Παλαμάς όταν έγραφε!». Και τότε, παλληκάρια από το πουθενά ξεπροβάλλουν και παραμερίζοντας τους επαγγελματίες νεκροπομπούς, παίρνουν στους ώμους τους το φέρετρο.
Η πομπή πορεύεται προς τη στερνή κατοικία του ποιητή με βήμα σταθερό, αγέρωχο. Γερμανοί είναι κρυμμένοι παντού στο κοιμητήρι. Πίσω από δένδρα, πίσω από μνημεία. Το ίδιο και μέλη της αντίστασης. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη. Ένας σπινθήρας αρκεί. Η πομπή φτάνει μπροστά στο μνήμα, όπου βρίσκονται ήδη και ρίχνουν λουλούδια εκπρόσωποι του πνευματικού και του καλλιτεχνικού κόσμου. Το φέρετρο τοποθετείται στο σκαμμένο χώμα. Ένας Γερμανός αξιωματικός κρατά στεφάνι με το όνομα Adolf Hitler πάνω στην κόκκινη κορδέλα και μιλάει με στόμφο: «Από το 3ο Ράιχ για τον Κωστή Παλαμά. Χάιλ Χίτλερ!». Πριν προλάβει να το αποθέσει στο μνήμα, ο Σικελιανός αρπάζει το στεφάνι και το εκσφενδονίζει μακριά έξω από τη μάντρα του κοιμητηρίου. Σαν συντονισμένο κάτω από μία αόρατη μπαγκέτα, το συγκεντρωμένο πλήθος ξεκινά «… απ΄ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά…».
Ο Γιώργος Ντούμας θυμάται: «Ήταν μια φωνή τόσο βροντερή, τόσο παθιασμένη, που θαρρείς και θα ξυπνούσε τον Παλαμά απ΄ τον αιώνιο ύπνο του. Και πιάνουν τον Σκίπη οι λυγμοί και τραντάζεται ολόκληρος κι ακούγεται πλάι του η αυστηρή φωνή της Κοτοπούλη. Όχι κλάματα εδώ, Σωτήρη. Στο σπίτι μας να κλάψουμε! Όχι εδώ! Μη μας δουν ΑΥΤΟΙ! Συγκράτησα κι εγώ τα δάκρυά μου και γύρισα σπίτι μου, ρίχνοντας πριν τον σκεπάσει το χώμα, μία τελευταία ματιά στον άγγελο που με λευτέρωσε. Γιατί εκείνη τη μέρα ξύπνησα σκλάβος το πρωί και λεύτερος κοιμήθηκα το βράδυ…».
ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ
– «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Λ. Πολίτη (Εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2020)
– «Η γενιά του 1880 / Πεζογραφία – Ποίηση», Γ. Πατερίδου στο Νεοεεληνική Λογοτεχνία (19ος και 20ος αι.) (Εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα 2008)
– «Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία», R. Beaton (Εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996)
– «Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος», Αντ. Μακρυδημήτρη (Εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1997)
– «Ο Κωστής Παλαμάς και ο Γαλλικός Παρνασσισμός», Ελ. Πολίτου Μαρμαρινού (Ιδ. Έκδοση, Αθήνα 1976)
– «Ανθολογία Κωστή Παλαμά», επιμ. Κ. Γ. Κασίνης (Εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2011)
– Αρχείο εφημερίδων Τ. Α. Μανιατέα
– Ίδρυμα Κ. Παλαμά
– ΕΡΤ
