Dogma

Υφυπουργός Εξωτερικών Ιωάν. Λοβέρδος: Η Ελληνική Πολιτεία στηρίζει τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία – Συνέντευξη στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Ο Βουλευτής Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία και Υφυπουργός Εξωτερικών κ. Ιωάννης Λοβέρδος μίλησε στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» για την υποστήριξη και θέση της ελληνικής Πολιτείας απέναντι στην Ομογένεια και δη, στα ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία, αναφέροντας την προσπάθεια που καταβάλλει πάντοτε η ελληνική Κυβέρνηση, τόσο οικονομικά όσο και διπλωματικά, απέναντι στον ορθόδοξο ελληνισμό απανταχού. […]

Ο Βουλευτής Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία και Υφυπουργός Εξωτερικών κ. Ιωάννης Λοβέρδος μίλησε στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» για την υποστήριξη και θέση της ελληνικής Πολιτείας απέναντι στην Ομογένεια και δη, στα ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία, αναφέροντας την προσπάθεια που καταβάλλει πάντοτε η ελληνική Κυβέρνηση, τόσο οικονομικά όσο και διπλωματικά, απέναντι στον ορθόδοξο ελληνισμό απανταχού.

Παράλληλα, ο κ. Λοβέρδος αναφέρθηκε και στον πολυσυζητημένο νόμο για το γάμο μεταξύ ομοφύλων, σημειώνοντας πως, αναμφισβήτητα, ήταν κάτι που επηρέασε την όλη πορεία του κυβερνητικού έργου.

-Πώς και σε ποιο βαθμό επηρέασε το κυβερνητικό έργο ο γάμος μεταξύ ομοφύλων;

Ο γάμος των Ομόφυλων ζευγαριών επηρέασε, όπως θα ήταν φυσικό, την πορεία του κυβερνητικού έργου, εφ΄ όσον πρόκειται για μια πραγματικά μεγάλη κοινωνική μεταβολή στα ελληνικά δεδομένα, αλλά όχι αρνητικά. Επηρέασε στο επίπεδο του προβληματισμού για αναπροσαρμογή και εκσυγχρονισμό των απόψεων. Αυτό που θα μπορούσε να ειπωθεί, σε όσους συνεχίζουν να αντιδρούν, είναι ότι οι κοινωνίες μετεξελίσσονται αργά, αλλά σταθερά, όπως όλα και αυτός είναι ο πιο σοφός αρχαίος ελληνικός νόμος ( ‘’τα πάντα ρει ‘’. Ηράκλειτος ).

Θα μπορούσαμε ανιχνεύοντας το παρελθόν να δούμε θεσμούς, όπως αυτός του γάμου, ή γενικότερα των κοινωνικά αποδεκτών σχέσεων των δυο φύλων, να έχουν περάσει από μακρά πορεία εξέλιξης και μεταβολών, που όλες αντιμετώπισαν σθεναρή αντίσταση μέχρι να παγιωθούν. Ο γάμος για την Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν είναι ο μόνος αποδεκτός τρόπος δέσμευσης ενός ζεύγους, αλλά προηγήθηκε θεσμοθετημένη η μνηστεία, που κάποια στιγμή έπαψε να υφίσταται. Σύμφωνα πάλι με τις ιδεολογικές αρχές του Μεγάλου Βασιλείου, κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ο γάμος χωρίς την άδεια των γονέων δεν ήταν αποδεκτός , αλλά μεμπτός. Αυτό βέβαια δεν μπορεί να ισχύει σήμερα , παρά μόνο για τους ανηλίκους. Ακόμη μπορούμε να θυμηθούμε την κατάργηση του θεσμού της προίκας . Ο Νόμος 1329/ 1983, που αποφασίστηκε στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του Οικογενειακού Δικαίου, κατάργησε την προίκα, εφ όσον η προίκα θεωρήθηκε αναχρονιστικός θεσμός και αντίθετος προς την αρχή ισότητας των φύλων, υποτιμητικός για την γυναίκα, αφού θεωρούνταν οικονομικά αδύναμη να παντρευτεί και χρειαζόταν οικονομική ενίσχυση.

Είναι λοιπόν σαφές ότι η κοινωνική ζωή ακολουθεί κατά πόδας τον χρόνο και την εξέλιξη και απαιτεί μεταβολές και μεταρρυθμίσεις. Γι αυτόν συνεπώς τον σοβαρό λόγο, οι κυβερνήσεις , στα πλαίσια της αρμοδιότητάς τους οφείλουν να επιλύουν και όχι να διαιωνίζουν προβλήματα και εντάσεις, με σκοπό πάντα την κοινωνική ομόνοια και πρόοδο. Έχουν δηλαδή την υποχρέωση να αφουγκράζονται και να κατανοούν τον κοινωνικό σφυγμό, να αντιλαμβάνονται ποια είναι η στιγμή να εξομαλύνουν τις αντιθέσεις και τέλος να προβάλλουν με σύνεση και ευπρέπεια την διαδικασία προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων .

Είναι, βέβαια γεγονός ότι στο συγκεκριμένο νομοθέτημα υπάρχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία της χώρας μας και μάλιστα αφού έγινε η πρώτη ορθόδοξη χριστιανική χώρα, που νομιμοποίησε τους γάμους των ομοφύλων. Πιστεύουμε όμως ότι μια νομοθετική ρύθμιση όπως αυτή, λύνει ένα κοινωνικό εκρηκτικό μίγμα, επιφέρει την κοινωνική ισορροπία προστατεύοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα προς κάθε κατεύθυνση και θεμελιώνει τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Για τον σκεπτόμενο συνεπώς πολίτη αυτή η απόφαση της Κυβέρνησης οδηγεί σε μια εποχή αναστοχασμού και εξομάλυνσης των τριβών της κοινωνίας. Θεωρώ ότι αυτός ο επηρεασμός καταληκτικά είναι θετικός και σε βάθος χρόνου, όχι μεγάλου, έτσι θα αξιολογηθεί.

-Έχει θέση και «λόγο» σήμερα η Εκκλησία απέναντι στα δημόσια θέματα και πώς επηρεάζονται εν γένει οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας απ΄ αυτό;

-Το Σύνταγμα της Ελλάδος στο προοίμιο και στο άρθρο 3 αναγνωρίζει την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία ως ‘’επικρατούσα’’, εφ όσον εκφράζει την πίστη της πλειοψηφίας των Ελλήνων. Η συνταγματική αυτή αναγνώριση αντανακλά με σαφήνεια την ιστορική και κοινωνική σημασία της πίστης του λαού μας, ως ισχυρού στοιχείου της θρησκευτικής, πολιτιστικής και εθνικής μας ταυτότητας. Παράλληλα στο άρθρο 13 το Σύνταγμα εγγυάται την απόλυτη θρησκευτική ελευθερία. Όπως συνεπώς προκύπτει, οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στην Ελλάδα είναι σχέσεις, όχι μόνο εκ της κοινωνικής συνειδήσεως, αλλά και εκ του Νόμου οριζόμενες. Eίναι σχέσεις άρρηκτες, ακλόνητες κα ταυτοχρόνως μη συνχεόμενες, ώστε να επιτυγχάνεται το σοφό, « τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» . Με τον τρόπο αυτό καταλήγουν τελικά να μπορούν να εκπληρώνουν η κάθε μία τον ρόλο της και τον προορισμό της, να αλληλεπιδρούν, χωρίς να ακυρώνει η μία την άλλη και να υπηρετούν την λαϊκή βούληση με σεβασμό, αλληλεγγύη και πνεύμα προόδου. Άλλωστε σε μια εποχή ταραγμένη, όπως η σημερινή, οι σχέσεις των δύο θεμελιωδών πυλώνων της ελληνικής κοινωνίας , Εκκλησίας και Πολιτείας, αν ήταν συγκρουσιακές, δεν θα είχαν τίποτε να προσφέρουν, αντιθέτως θα δημιουργούσαν ένα κλίμα σύγχυσης, ανασφάλειας και θα πρόσθεταν ένα επιπλέον πρόβλημα στα τόσα άλυτα.

Η Εκκλησία, όπως αναφέρθηκε είναι παράγοντας υπαρξιακός του έθνους και ακολουθεί επί αιώνες την ιστορική και εθνική μας πορεία. Έχει ταυτιστεί με τους αγώνες επιβίωσης, ανάστασης και επανακαθορισμού του γένους μας και θα ήταν αδιανόητο να μην έχει λόγο, αφού πάντα είχε ρόλο και έργο. Πώς άλλωστε ένα έθνος που γέννησε την δημοκρατία, την ελευθερία και το δικαίωμα στον λόγο και τον αντίλογο, να μην επιτρέπει τον λόγο και μάλιστα τον δημόσιο; Η Εκκλησία μπορεί και πρέπει να έχει δημόσιο, κοινωνικό ,προστατευτικό, εμπνευσμένο και ωφέλιμο λόγο.

Η Εκκλησία κηρύττει λόγο και μάλιστα τον λόγο του Θεού. Κηρύττει παράλληλα και τον λόγο του ανθρώπου, κατά μια έννοια, αφού αφουγκράζεται τα προβλήματά του, είναι ανοιχτή στα μηνύματα που εκπέμπει ο καθημερινός, ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Αν το ερώτημα είναι , αν πρέπει να είναι ακουστός αυτός ο λόγος, τότε η απάντηση είναι ότι αυτό εξαρτάται από πώς εκτιμάται αυτός κατά περίπτωση. Η συμμετοχή στον διάλογο σκοπό έχει την εύρεση της καλύτερης δυνατής λύσης για την αντιμετώπιση του εκάστοτε προβλήματος. Η Εκκλησία δεν προσέρχεται ποτέ στα κοινωνικά και άλλα προβλήματα με ακανθώδη λόγο. Στηρίζει τις θέσεις της μέσα από την ιστορική εμπειρία της, την βαθιά γνώση και σοφία των μελών της και τέλος μέσα από την αγάπη της για το ποίμνιο.

-Ποια η θέση της ελληνικής Πολιτείας απέναντι στα ελληνορθόδοξα Πατριαρχεία και γιατί, τουλάχιστον στο παρελθόν, υπήρξε έντονη η αίσθηση της ελλιπούς στήριξής τους;

-Η Ελληνική Πολιτεία υποστηρίζει με βάση την θρησκεία και το βαθύ και αδιατάρακτο θρησκευτικό αίσθημα του λαού μας όλα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία, τα τέσσερα (4) Πρεσβυγενή-Παλαίφατα (περίφημα), Ελληνορθόδοξα, (Κωνσταντινουπόλεως-Οικουμενικό Πατριαρχείο, Ιεροσολύμων (μήτηρ της Εκκλησίας), Αλεξανδρείας και Αντιοχείας) και τα πέντε νεοπαγή, (Ρωσίας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας). Αυτό το καθήκον χαρακτηρίζει την μακραίωνη ιστορία του Ορθόδοξου Ελληνισμού και από αυτό δεν θα αποστούμε ποτέ. Τα Πατριαρχεία υποστηρίζονται από την Ελλάδα διπλωματικά σε διεθνές επίπεδο, είτε με την παρέμβαση διπλωματικών δηλώσεων, είτε θεσμικών παρεμβάσεων σε διεθνείς Οργανισμούς, όπως και στο πλαίσιο της ΕΕ και των διμερών διακρατικών επαφών.

Τα δύο Πρεσβυγενή- Παλαίφατα, δηλαδή το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Αντιοχείας, στα οποία αναφέρεσθε, είναι πράγματι αυτά που έχουν υποστεί μια μακραίωνη περίοδο θρησκευτικών, πολιτισμικών και κοινωνικών ανακατατάξεων και πολέμων. Το Πατριαρχείο Αντιοχείας με έδρα την Δαμασκό έχει την εμπειρία της αραβοκρατίας, της φραγκοκρατίας και το Ιεροσολύμων, που έχει την ύψιστη τιμή να εμπεριέχει τους Αγίους Τόπους, έχει υποστεί ανάλογες καταστάσεις και επιπρόσθετα την ιδιαιτερότητα να ισορροπεί στις σχέσεις του με το Ισραήλ και τα αραβόφωνα κράτη .Παρ΄όλα αυτά όμως η στήριξη της Ελλάδας είναι συνεχής και παρά τις δυσκολίες αδιάλειπτη. Συγκεκριμένα, αναφορικά με το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, η Ελλάδα αναγνωρίζει σταθερά τον ρόλο του ως θεματοφύλακα των Παναγίων Τόπων. Έτσι, η Ελληνική Πολιτεία παρεμβαίνει υποστηρικτικά σε διοικητικά θέματα, που αφορούν στην κινητή και ακίνητη περιουσία, το ανθρώπινο δυναμικό του, αλλά και εκπαιδευτικά θέματα, σεβόμενη πάντα την αυτονομία του Πατριαρχείου. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων δέχεται, τα τελευταία χρόνια, πιέσεις από πολλαπλές κατευθύνσεις, προερχόμενες από έναν συνδυασμό πολιτικών, οικονομικών και αυτοδιοικητικών παραγόντων, πραγματικότητα, που απαιτεί την διαρκή διπλωματική επαγρύπνηση από ελληνικής πλευράς. Η Ελλάδα παρέχει οικονομική βοήθεια για τις λειτουργικές ανάγκες ενώ επιχορηγεί τον εξωραϊσμό ναών, τόσο άμεσα όσο και μέσω δωρεών και Ιδρυμάτων, αλλά και με την βοήθεια της Εκκλησίας της Ελλάδος. Παράλληλα, παρέχεται εκπαιδευτική και πολιτιστική στήριξη, δίνοντας υποτροφίες σε κληρικούς και φοιτητές για σπουδές στα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας μας.

Όσον αφορά το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Αντιοχείας, η στάση της Ελλάδος υπήρξε διαχρονικά υποστηρικτική, παρέχοντας τόσο διπλωματική στήριξη όσο και ανθρωπιστική και οικονομική βοήθεια, ειδικότερα τα τελευταία χρόνια με τα υπαρξιακά προβλήματα που αντιμετωπίζει το Πατριαρχείο και το ποίμνιό του, λόγω του πολέμου, της φτώχειας, της μετανάστευσης των Χριστιανών και των ευρύτερων συνθηκών ένδειας που αντιμετωπίζουν κυρίως οι εναπομείναντες Χριστιανοί της Συρίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανθρωπιστική διπλωματία και στην ενίσχυση των σχολείων, νοσοκομείων και εκκλησιών του Πατριαρχείου, μέσω οικονομικής στήριξης, όπως και συνεργασιών με φορείς της χώρας μας.

Στο πλαίσιο αυτό, η πρωτοβουλία του Υπουργείου Εξωτερικών για την αναβίωση των προγραμμάτων ακαδημαϊκής συνεργασίας μεταξύ των Θεολογικών Σχολών Αθήνας και Θεσσαλονίκης με την Θεολογική Σχολή του Μπάλαμαντ στο Λίβανο, με σκοπό την ενίσχυση της ελληνομάθειας, αποτελεί γέφυρα ελληνικής θεολογικής παιδείας που στόχο έχει την διατήρηση της ελληνορθόδοξης ταυτότητας, μέσω της επαναπροσέγγισης των μελλοντικών ταγών του Πατριαρχείου Αντιοχείας και την σύνδεσή τους με την χώρα μας. Πρόσφατα η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεση δημιουργίας 600 θέσεων ιερέων/κληρικών, οι οποίες αποσκοπούν στην ενίσχυση των Ελληνορθόδοξων Πατριαρχείων και Κοινοτήτων στο εξωτερικό. Οι θέσεις αυτές είναι οργανικές και μισθοδοτούμενες. Οι ιερείς θα έχουν σταθερή μισθοδοσία, ασφάλιση και σύνταξη. Η απόφαση έχει πολλαπλή στόχευση, αφενός την πρακτική στήριξη των Πατριαρχείων και, αφετέρου, την διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας, γλώσσας και παράδοσης στις ελληνορθόδοξες κοινότητες του εξωτερικού.

Επομένως η Ελληνική Πολιτεία δεν διαφοροποιεί την στάση της απέναντι στους δύο αυτούς μεγάλους πυλώνες της ορθόδοξης πίστης. Συχνά οι διεθνείς, τοπικές ή υπερτοπικές συνθήκες, όπως εξηγήσαμε, εμποδίζουν τις κυβερνητικές προσπάθειες για ακόμα ισχυρότερη και αδιάλειπτη στήριξη, για στενότερη και συνεχή προσέγγιση και εκ των συνθηκών φαίνεται να μην προσπαθούμε τόσο πολύ για τα συγκεκριμένα Πατριαρχεία, ενώ δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Σκοπός μας είναι να υπερβούμε τα εμπόδια και να φέρουμε σε πέρας το ιερό μας καθήκον και σε αυτή την κατεύθυνση βαδίζουμε. Έχουμε ιερή ψυχική και θεσμική υποχρέωση να βρισκόμαστε σε συνεχή εναγκαλισμό με όλα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και σε αυτή την γραμμή θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε, εκφράζοντας βαθιά και ουσιαστικά την ψυχή του Έλληνα, απανταχού στην γη.

-Ποιο είναι το μήνυμά σας για τη νέα χρονιά που διανύουμε;

Για την νέα χρονιά που διανύουμε θα ήθελα να ευχηθώ αγάπη! Αγάπη για τον συνάνθρωπό μας σε όλη την ευρύτητα της λέξης και όχι μόνο στο στενό και προσωπικό μας πεδίο. Αγάπη ακόμα και στα πιο δύσκολα περιβάλλοντα , όπου ο διεμβολισμός έχει γίνει κανόνας και η σύγκρουση πάγια κατάσταση .Αν η αγάπη δεν μπορεί να επικρατήσει, τουλάχιστον να επέλθει ο σεβασμός, η ευγένεια ακόμη και στην πολιτική για την οποία μια τέτοια ευχή θα μπορούσε να θεωρηθεί ουτοπία ή ρομαντισμός, ενώ δυστυχώς θεωρείται επιβεβλημένη η τοξικότητα. Μέσα από μια μεγάλη και ισχυρή θετικότητα, την θετικότητα της αγάπης, μπορούν να λυθούν σχεδόν όλα τα προβλήματα.

Μπορεί να επέλθει η ισορροπία των δυνάμεων, η ειρήνη, η εξομάλυνση της κάθε ταραχής, η γαλήνη, για να ακολουθήσει η σύμπνοια, η σύμπραξη, η δημιουργία και η πρόοδος σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής. Σαν Χριστιανός Ορθόδοξος πιστεύω βαθιά στον Ιησού Χριστό, που είναι ο εκφραστής της αγάπης και της αλληλεγγύης. Σε αυτή την αρχή συντάσσομαι και πορεύομαι με υπομονή, σκληρή δουλειά και αγάπη και εύχομαι ολόψυχα σε όλους υγεία, χαρά, ευτυχία, ευλογία Θεού και πολλή πολλή αγάπη!

Exit mobile version