Την 1η Σεπτεμβρίου 2026, η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος τίμησε την αρχή της Ινδίκτου, δηλαδή του νέου εκκλησιαστικού έτους, καθώς και την ημέρα προσευχής υπέρ της Προστασίας του Φυσικού Περιβάλλοντος – την οποία είχε καθιερώσει, το 1989, ο αοίδιμος Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος – με ένα Πατριαρχικό Μήνυμα, επαναλαμβάνοντας την πάγια θέση του ότι η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί ένα θεμελιώδες χριστιανικό καθήκον. Αναφέρθηκε επίσης στους «νέους δρόμους και τις νέες προοπτικές» που διανοίγονται σήμερα για την αντιμετώπιση αυτού του μείζονος ζητήματος.
Στο μήνυμά του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης τόνισε ότι η περιβαλλοντική κρίση αγγίζει κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας: «Η πολυδιάστατος σύγχρονος οικολογική κρίσις είναι κρίσις της ελευθερίας του ανθρώπου, της θρησκείας και της φιλοσοφίας του, του ήθους και του πολιτισμού του». Όπως εξήγησε, «Προηγείται η “κακή αλλοίωσις” της ελευθερίας μας, η αποκοπή και η αλλοτρίωσή μας από την Πηγή της Ζωής, και ακολουθεί η καταστροφική διά το φυσικό περιβάλλον συμπεριφορά».
Απέναντι σε αυτή την κρίση, ο Οικουμενικός Πατριάρχης επισήμανε «την αδήριτον ανάγκην “κοπερνίκειας στροφής” εις την κατανόησιν της ιδέας της προόδου και εις την στάσιν της ανθρωπότητος απέναντι εις την φύσιν». Αντίστοιχη αλλαγή, πρόσθεσε, απαιτείται και στη δράση όσων μετέχουν στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή, των Εκκλησιών και των θρησκειών, της επιστήμης και της τεχνολογίας, καθώς και όλων εκείνων που έχουν την ευθύνη για την εκπαίδευση της νέας γενιάς.
Στην προσπάθεια να αλλάξει συνολικά ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον και τη σχέση του με την ανθρώπινη δραστηριότητα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης ανέφερε χαρακτηριστικά: «Θα συνεχίσωμεν, έργω και λόγω, την προβολήν της οικολογικής προτάσεως της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, τον οικοφιλικόν δυναμισμόν της ευχαριστιακής, ασκητικής και δοξολογικής σχέσεως με την δημιουργίαν, υπογραμμίζοντες πάντοτε ότι απαιτείται επισταμένη θεολογική εργασία διά την αποσαφήνισιν του αυθεντικού οικολογικού μηνύματος της Ορθοδόξου ημών πίστεως και παραδόσεως, επ’ αγαθώ της “καλής λίαν” δημιουργίας».
Ενώ η περιβαλλοντική κρίση αντιμετωπίζεται συνήθως αποκλειστικά με όρους ωφελιμότητας, η Α.Θ. Παναγιότης τόνισε: «Είμεθα βέβαιοι ότι η ανάδειξις των θρησκευτικών και ηθικών διαστάσεων της οικολογικής απειλής θα οδηγήση εις την συνειδητοποίησιν της αξονικής σημασίας της “οικολογικής ευθύνης”». Και πρόσθεσε: «Επί τέλους, ο άνθρωπος πρέπει να παύση να δρα ως να μη εγνώριζε και να αποβάλη οριστικώς την ψευδαίσθησιν ότι ο πλανήτης γη δύναται εις το διηνεκές να υπερβαίνη τας ανθρωπογενείς επιβαρύνσεις και καταστροφάς, ότι η φύσις έχει την δύναμιν να ανανεώνεται αφ’ εαυτής».
Όταν πλέον γίνει αντιληπτή και απορριφθεί οριστικά αυτή η ψευδαίσθηση, συνέχισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης, «το ήθος της ευθύνης διά την προστασίαν του φυσικού περιβάλλοντος οφείλει να εκφράζεται εις παγκόσμιον, εθνικόν, τοπικόν και προσωπικόν επίπεδον». Η ανάγκη για δράση σε όλα αυτά τα επίπεδα είναι, συνεπώς, επιτακτική: «Επαναλαμβάνομεν και πάλιν, ότι η ανάπτυξις οικολογικής ευθύνης είναι “κατηγορική προστακτική” διά την ανθρωπότητα, ενώπιον της μεγαλυτέρας απειλής, την οποίαν εκλήθη αύτη να αντιμετωπίση εις ολόκληρον την ιστορικήν της διαδρομήν».
Η Α.Θ. Παναγιότης καταδίκασε με προφητικό λόγο και τον αλόγιστο πολιτισμό της αφθονίας: «Προφανέστατα, με κυρίαρχον το ανθρωπολογικόν πρότυπον, το οποίον εκπροσωπεί ο “άφρων πλούσιος” του Ευαγγελίου (Λουκ. ιβ΄, 17-21), με το “καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γενήματά μου και τα αγαθά μου”, και το “ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου”, η ανθρωπότης υπονομεύει το μέλλον της και αφανίζει τον “οίκον” της».
Συνεχίζοντας την κριτική του στις σύγχρονες αντιλήψεις για το περιβάλλον, ο Οικουμενικός Πατριάρχης συμπλήρωσε: «Αι “νεωτερικαί αμαρτίαι” της ανθρωπότητος εδημιούργησαν, και συνεχίζουν να το πράττουν, νέους διχασμούς και διασπάσεις μεταξύ ανθρώπου και φύσεως. Ο σύγχρονος “ανθρωποθεός” εμμένει εις την γεωκτονίαν, αγνοεί μέτρα και όρια εν ονόματι γεωπολιτικών σχεδιασμών και οικονομικών συμφερόντων, του καταναλωτισμού και της ικανοποιήσεως, ουσιαστικώς ακορέστων, αναγκών, αλλά και, βαθύτερον, λόγω εσωτερικών βιωματικών και αξιακών ανατροπών».
Η αποκατάσταση της ορθής τάξης των εσωτερικών αξιών οδηγεί, επομένως, στην αναγνώριση της ευθύνης μας για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως τόνισε η Α.Θ. Παναγιότης, «αι επιπτώσεις μιας παγκοσμίου κυριαρχίας της βουλήσεως χειραγωγήσεως, εργαλειοποιήσεως και εκμεταλλεύσεως της φύσεως θα αποβούν τραγικαί διά την ζωήν εις τον πλανήτην μας».
Ολοκληρώνοντας το μήνυμά του, η Α.Θ. Παναγιότης τόνισε: «Ο σεβασμός των βασικών πυλώνων του οικολογικού πολιτισμού δύναται να ανακόψη τας οικοκαταστροφικάς τάσεις και να διανοίξη τον “οικολογικόν μονόδρομον” της βιωσίμου αναπτύξεως». Ενέταξε έτσι, ακόμη μία φορά, το περιβαλλοντικό ζήτημα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο: «Γενικώτερον, η ανθρωπότης έχει ανάγκην συναινέσεως επί ενός κορμού κοινών θεμελιωδών αξιών, ο οποίος, εντός ενός κόσμου ρήξεων και πολώσεων, θα λειτουργή ως πυξίς διά την πορείαν προς το μέλλον». Και συμπλήρωσε: «Άξονα αυτού του αξιακού συνόλου θεωρούμεν την αρχήν της αλληλεγγύης, ως παράγοντος συνυπευθυνότητος, διαλόγου και ειλικρινούς αμοιβαιότητος, ομού μετά της συλλογικής ευθύνης διά την προστασίαν του φυσικού περιβάλλοντος. Τόσον ο έμπρακτος σεβασμός της ιερότητος του ανθρωπίνου προσώπου, όσον και η μέριμνα διά την ακεραιότητα της κτίσεως, αποτελούν, εξ επόψεως χριστιανικής, ζωτικάς εκφάνσεις της ευχαριστιακής πραγματώσεως της Εκκλησίας και της κλήσεως του ανθρώπου να καταστή “ιερεύς” της δημιουργίας»
Ας φροντίσουμε, συνεπώς, όλοι να κάνουμε μια τέτοια αλληλεγγύη στάση ζωής, καθώς και θεμέλιο των σχέσεών μας με τους άλλους.
