Μετά την ακολουθία, πρώτος έλαβε τον λόγο ο Οικουμενικός Πατριάρχης, περιγράφοντας τον μακαριστό ως «άνδρα του ύψους και του βάθους», για τον οποίο πενθούν τόσο η Ορθοδοξία όσο και ο λαός του. Όπως σημείωσε, «εν τη σεβασμία χορεία των Πρωθιεραρχών αποχωριζόμαστε έναν από τους σοφότερους και λαμπρότερους αδελφούς μας», υπογραμμίζοντας ότι η Εκκλησία στερείται έναν άξιο Αρχιποίμενα.
Παράλληλα, τόνισε ότι «ο λαός ορφανεύει πατρός φιλοστόργου», επισημαίνοντας πως μέχρι την τελευταία του πνοή ο Πατριάρχης αγρυπνούσε για την πρόοδο του ποιμνίου του. Ιδιαίτερη μνεία έκανε στο γεγονός ότι κανείς άλλος δεν συνέδεσε τόσο στενά το όνομά του με τη Γεωργία και την Εκκλησία της, χαρακτηρίζοντάς τον «αληθή στυλοβάτη της Εκκλησίας και της πατρίδος» και παράγοντα ειρήνης στον Καύκασο.
Ο Παναγιώτατος αναφέρθηκε ακόμη στους διαχρονικούς δεσμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Εκκλησία της Γεωργίας, κάνοντας ειδική αναφορά στην ιστορική χορήγηση του Αυτοκεφάλου από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο Α’.
Κλείνοντας, κάλεσε τον γεωργιανό λαό να μην καταβληθεί από το πένθος, τονίζοντας ότι η παρουσία του Πατριάρχη Ηλία «στη χώρα των Ζώντων» θα είναι ακόμη ισχυρότερη. «Θαρσείτε, ο Πατριάρχης δεν απέθανε, αλλά καθεύδει… Ζει μετά των Αγίων του έθνους του», ανέφερε, προτρέποντας τους πιστούς να διαφυλάξουν τις συμβουλές και τη διδασκαλία του ως το πιο ουσιαστικό μνημόσυνο. Ο λόγος του ολοκληρώθηκε με το «Χριστός Ανέστη», με το εκκλησίασμα να ανταποκρίνεται «Αληθώς Ανέστη».
Φωτογραφία: Νίκος Παπαχρήστου
