Ο ΓέρονταςΙάκωβος Τσαλίκης, όμως, σκεπτόμενος την έκθεση του σώματός του σε γιατρούς και νοσοκόμους, έμεινε με τους πόνους τρεις ή τέσσερις μήνες. Μου περιέγραφε το μαρτύριό του, ιδιαίτερα όταν ήταν όρθιος και λειτουργούσε. Οι πόνοι ήταν φρικτοί. «Ένοιωθα ένα χέρι να μου στρίβη και να μου ξεσκίζη τις σάρκες. Ήταν χειμώνας και ίδρωνα από τον πόνο σαν να ήταν Αύγουστος μήνας. Έφτασα σε κατάσταση λιποθυμίας πολλές φορές. Ετούτοι εδώ με ανάγκασαν (και έδειχνε τους άλλους δύο πατέρες) να πάω στο νοσοκομείο». Στο νοσοκομείο ο Γέροντας, μόνον στη σκέψη της εξέτασης του γυμνού σώματος, λιποθύμησε δύο φορές. Και έτσι λιπόθυμο, χωρίς τη βούλησή του, τον εξέτασαν.
Αφού εγχειρίστηκε και με το γνωστό θαύμα των δύο Αγίων του (οσίου Δαυΐδ και αγίου Ιωάννου Ρώσσου) άρχισε να αναρρώνη, ο διάβολος του ετοίμαζε άλλη δοκιμασία. Ξημερώματα και ενώ προσηύχετο, έρχεται στο δωμάτιό του μια νοσοκόμα, λέγοντάς του πονηρά λόγια και ζητώντας από τον καθαρότατο άγιο Γέροντα να προβούν σε σαρκική αμαρτία. Ο Γέροντας ζήτησε για άλλη μια φορά την άμεση επέμβαση του Αγίου του, οσίου Δαυΐδ, και την ίδια στιγμή μπήκε άλλη νοσοκόμα που είχε κανονική νυκτερινή βάρδια, η οποία ευλαβείτο τον Γέροντα και τον φρόντισε όλη την υπόλοιπη νύχτα. Τις επόμενες νύχτες τον συντρόφευε ένας γνωστός του ιερέας και έτσι εξέλιπε ο κίνδυνος της “ενοχλητικής” νοσοκόμας.
Ο Γέροντας, αν και προχωρημένος στην πνευματική ζωή και στην ηλικία αρκετά μεγάλος (άνω των 40 ετών), δέχθηκε δυνατό πόλεμο αισχρών λογισμών και αισχρών παραστάσεων, οφθαλμοφανώς. Μιλούσε με πόνο για την περίοδο αυτή και αγωνίστηκε με πολλή νηστεία και την ευχή του Ιησού.
Μια Κυριακή, και ενώ είχε πάρει τη χαρά της θείας Λειτουργίας, όταν κάθησε στην τράπεζα με τους άλλους πατέρες και προσκυνητές, βλέπει οφθαλμοφανώς εμπρός του και μισό μέτρο περίπου ψηλότερα από το κεφάλι του να αιωρήται σταθερά μια αισχρή εικόνα. Τότε σηκώνει το χέρι του να κάνη το σταυρό του και να πη “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό”. Πριν ολοκληρώση το σταυρό του και την ευχή του Ιησού, η αισχρή εικόνα είχε χαθή. Για την ακρίβεια, μόνον με τη σκέψη να κάνη το σταυρό του, έσβησε κάθε αισχρός λογισμός και εικόνα.
Έτσι, μετά από λίγο ελευθερώθηκε από τον πόλεμο των αισχρών λογισμών και των ζωντανών αισχρών παραστάσεων. Τόση παρρησία είχε ο Γέροντας στο Θεό.
Ας σημειωθή ότι ο Γέροντας δεν είχε δει ποτέ γυμνό γυναικείο σώμα, και είχε το χάρισμα να μην βλέπη τη φύση των παιδιών που βάπτιζε στα γύρω χωριά που εξυπηρετούσε. Ο ίδιος μου έλεγε: «Γιώργο μου, γνωρίζω ότι για να γεννηθή ένα παιδί χρειάζεται άνδρας και γυναίκα. Όμως πώς γίνεται δεν το ξέρω». Τόση ήταν η καθαρότητα του Γέροντα.
Ένα βράδυ, λίγο πριν κλείση η πόρτα της Μονής, έρχεται μια περίεργη νέα γυναίκα, η οποία εξέφρασε την επιθυμία να τεκνοποιήση με μοναχό! Όταν το πληροφορήθηκε ο Γέροντας, προσπάθησε να την συνετίση. Η γυναίκα ήταν εκτός εαυτού (όχι όμως τρελλή). Ο Γέροντας μάς είπε να κλειστούμε στα κελλιά μας και να κάνωμε όλοι προσευχή και δεν θα επιτρέψη ο Άγιος να γίνη κακό σε κανέναν. Εκείνη την ημέρα δεν έγινε πρωινή ακολουθία και, όταν βγήκαμε από τα κελλιά μας μετά τις 10 το πρωί, η γυναίκα είχε ήδη φύγει από τη Μονή.
Από το βιβλίο: “Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες)”. Γ’. Μαρτυρίες, σελ. 242. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016.