Dogma

Έξι χρόνια και 11 μέρες στα κάτεργα της Στάζι- Ένα βιβλίο «γροθιά στο στομάχι»

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Εξι χρόνια στα κάτεργα της Στάζι» του συγγραφέα Γιώργου Μπακαλιού κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του, Θεσσαλονίκη, την Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2022. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΗΡΑΣ ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΗΡΑΣ

Το ημερολόγιο έδειχνε 15 Μαΐου 1970. Ο Γιώργος Μπακαλιός, κοινωνικός λειτουργός για τους Έλληνες μετανάστες στο Δυτικό Βερολίνο, περπατούσε αμέριμνος μαζί με τον ηλικιωμένο πατέρα του στους δρόμους του Ανατολικού Βερολίνου, όταν δύο αυτοκίνητα με συμβατικές πινακίδες σταμάτησαν μπροστά τους και από μέσα πετάχτηκαν δύο γεροδεμένοι άνδρες, οι οποίοι, αφού έριξαν μια φευγαλέα ματιά στα διαβατήριά τους, τους έβαλαν με τη βία μέσα στα αυτοκίνητα προς άγνωστη κατεύθυνση.

Η απαγωγή αυτή έμελλε να σημάνει την αρχή μιας απίστευτης περιπέτειας για τον Γιώργο Μπακαλιό, αφού αποδείχθηκε πως οι άνδρες αυτοί ήταν αστυνομικοί της Στάζι, οι οποίοι τον οδήγησαν στα κρατητήρια της διαβόητης μυστικής υπηρεσίας του καθεστώτος Χόνεκερ, απ’ όπου βγήκε έξι χρόνια και έντεκα μέρες μετά, έχοντας υποστεί σωματικά και, κυρίως, ψυχολογικά βασανιστήρια.

Ήταν τέτοιο το μέγεθος του πόνου της ψυχής του, που όταν το Τείχος του Βερολίνου έπεφτε κάποια χρόνια αργότερα, ο Γιώργος Μπακαλιός βρέθηκε με μια βαριοπούλα στο χέρι να βαράει με μανία το μπετόν. «Άρχισα να γκρεμίζω με μανία τα υπολείμματα. Η ικανοποίηση δεν είναι δυνατόν να περιγραφεί με λόγια […] Αισθανόμουν πως σε κάθε χτύπημα έμπηγα και ένα καρφί στο φέρετρο ενός βάρβαρου συστήματος που μου κατέστρεψε τη ζωή και τώρα κειτόταν νεκρό μπροστά μου. Ήταν η εκδίκησή μου», θα πει αργότερα, αφηγούμενος την περιπέτειά του στο συναρπαστικό βιβλίο του «Έξι χρόνια στα κάτεργα της Στάζι» (εκδ. Επίκεντρο), που παρουσιάστηκε, χθες το βράδυ, σε καφέ-μπιστρό στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Εκεί, ο συγγραφέας του βιβλίου, οι ομιλητές στην εκδήλωση -ο δημοσιογράφος Σταύρος Τζίμας και ο θεολόγος, φιλόλογος και συγγραφέας Δημήτρης Δεμιρτζής- και ο εκδότης Πέτρος Παπασαραντόπουλος αφηγήθηκαν πώς ο Γιώργος Μπακαλιός εκείνο τον Μάη του 1970 έπεσε στα πλοκάμια της ΣΤΑΖΙ και πέρασε τα πιο απάνθρωπα βασανιστήρια στο κολαστήριό της, το Χοενσενχάουζεν, για 27 μήνες και 11 ημέρες.

Τι κι αν ο Γιώργος Μπακαλιός τούς έλεγε και ξαναέλεγε πως «ούτε κατάσκοπος ήμουν ούτε κατάσκοπος είμαι. Είμαι ένας υπάλληλος του Διακονικού Έργου της Ευαγγελικής Εκκλησίας, ο οποίος από τις αρχές Ιουλίου του 1966 μέχρι και σήμερα βοηθάει τους συμπατριώτες του στην επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στην καθημερινή τους ζωή και όχι, όπως ισχυρίζεστε, για λογαριασμό κάποιας υπηρεσίας πληροφοριών». Η απάντηση που έπαιρνε από τους βασανιστές του ήταν η ίδια: «Γνωρίζουμε ότι έρχεστε στην πρωτεύουσά μας για λογαριασμό των Δυτικών Υπηρεσιών Πληροφοριών και όχι, όπως μας λέτε, για την εξυπηρέτηση των συμπατριωτών σας».

Στις φυλακές υπέστη σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια, φτάνοντας στα πρόθυρα της τρέλας… Κατάφερε, ωστόσο, σαν από θαύμα ν’ αντέξει και όταν το κομμουνιστικό καθεστώς κατέρρευσε, έψαξε στα αρχεία της Στάζι και βρήκε τον φάκελό του που αριθμούσε 11.000 σελίδες. Αυτό, όμως, που τον σόκαρε ήταν το γεγονός ότι τον είχαν συκοφαντήσει ως πράκτορα της ΚΥΠ κάποιοι Έλληνες μετανάστες, συμπαθούντες το ανατολικογερμανικό καθεστώς, τους οποίους, μάλιστα, είχε στο παρελθόν βοηθήσει. Ήταν αυτοί που ισχυρίστηκαν ότι ο Γιώργος Μπακαλιός εργαζόταν για την υπονόμευση του «σοσιαλισμού» και τον έβαλαν σε μια τρομερή πολυετή περιπέτεια, την οποία, όπως ευχήθηκε ο ίδιος στη χθεσινή σύντομη τοποθέτησή του για το βιβλίο, δεν πρέπει να τη ζήσει κανείς, ποτέ ξανά.

Η αποφυλάκιση και απελευθέρωσή του ήρθε ως αποτέλεσμα των αδιάκοπων και πολύπλευρων προσπαθειών της Ευαγγελικής Εκκλησίας, για την οποία εργαζόταν, «του ανυποχώρητου αγώνα της Αγγέλας και προς το τέλος, με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, της παρέμβασης της ελληνικής διπλωματικής αποστολής στο Ανατολικό Βερολίνο», γράφει στο βιβλίο, μέσα από τις σελίδες του οποίου ξεπηδούν, σε μια αφήγηση – ποταμό συγκλονιστικές στιγμές απ’ όσα έζησε τόσο κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων του από τη Στάζι όσο και μετά. Όπως το σφυροκόπημα με μια βαριοπούλα στο «πτώμα», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, του Τείχους, αλλά και η επιστροφή του, χρόνια μετά, στον τόπο όπου υπέφερε τα πάνδεινα, το κολαστήριο Χοενσενχάουζεν. Ήταν το 1993, όταν ο Γιώργος Μπακαλιός περνούσε την πόρτα της φυλακής του και, όπως περιγράφει, «…σε κάποια στιγμή αντικρίζοντας το κολαστήριο, ξύπνησε μέσα μου το ηφαίστειο και άρχισε τις εκρήξεις του. Ανίκανος να δαμάσω τα Ρίχτερ που δονούσαν τον εσωτερικό μου κόσμο, ξέσπασα σε δυνατούς λυγμούς, σχεδόν κατέρρευσα. Τα φαντάσματα του παρελθόντος είχαν ζωντανέψει μπροστά μου»…

Ένα βιβλίο «γροθιά στο στομάχι»

«Γροθιά στο στομάχι», χαρακτήρισε το βιβλίο του Γιώργου Μπακαλιού ο δημοσιογράφος Σταύρος Τζίμας, επισημαίνοντας πως περιγράφει με γλαφυρό τρόπο όσα ακούγαμε ή διαβάζαμε περί ψυχολογικών βασανιστηρίων, στα οποία η ΣΤΑΖΙ υπέβαλε τα θύματά της. «Ελάχιστοι άντεξαν και δεν βγήκαν από τα κρατητήριά της με σαλεμένα λογικά. Ένας εξ αυτών ήταν και ο Γιώργος Μπακαλιός», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας το βιβλίο ως «το πιο δυνατό» που έχει διαβάσει γύρω από τη Στάζι, αλλά και το τρίτο «παιδί» του Μπακαλιού. «Ο Γιώργος Μπακαλιός έχει δυο παιδιά με τη σύζυγό του Αγγέλα κι ένα τρίτο με τη Στάζι, που είναι αυτό εδώ το βιβλίο», είπε, θέλοντας να καταδείξει το βάθος της κατάθεσης ψυχής του συγγραφέα στις 275 σελίδες του βιβλίου, το οποίο, περιγράφει το πλούσιο επιστημονικό οπλοστάσιο που χρησιμοποιούσε η Στάζι για να συνθλίβει την ανθρώπινη ψυχή. «Για να πάρει αυτά που ήθελε από τα θύματά της, η Στάζι δεν σακάτευε το σώμα αλλά πρωτίστως την ψυχή τους», τόνισε.

Βιβλίο γραμμένο με δάκρυα και αίμα χαρακτηρίζει το «Έξι χρόνια στα κάτεργα της Στάζι» ο θεολόγος, φιλόλογος και συγγραφέας Δημήτρης Δεμιρτζής, ο οποίος υπογράφει τον πρόλογο του βιβλίου και μίλησε, επίσης, στη χθεσινοβραδινή εκδήλωση, με λόγια θερμά για τον συγγραφέα και το έργο του.

Για ένα «συγκλονιστικό βιβλίο» μίλησε ο εκδότης Πέτρος Παπασαραντόπουλος, επισημαίνοντας πως «ήταν μια κωμικοτραγική απόπειρα του ανατολικογερμανικού καθεστώτος να κατασκευάσει έναν εχθρό, πάση θυσία παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο εναντίον του». Ο Μπακαλιός βίωσε μια εφιαλτική πραγματικότητα που δεν θα πρέπει να επαναληφθεί ποτέ ξανά, τόνισε.

Από τον Σοχό στη Δυτική Γερμανία

Ο Γιώργος Μπακαλιός γεννήθηκε στον Σοχό Θεσσαλονίκης και το 1964 μετανάστευσε στη Δυτική Γερμανία. Το 1966, ύστερα από εκπαίδευση στη Σχολή Κοινωνικών Λειτουργών της Κολωνίας, προσελήφθη στο Διακονικό Έργο της Ευαγγελικής Εκκλησίας στο Δυτικό Βερολίνο, επιφορτισμένος με τη βοήθεια στους εκεί Έλληνες μετανάστες. Μετά την αποφυλάκισή του επανήλθε στην υπηρεσία του, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε. Είναι απόφοιτος του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου. Για την προσφορά του στο κοινωνικό γίγνεσθαι του Βερολίνου, ο ίδιος και η σύζυγός του Αγγέλα τιμήθηκαν με τον Ομοσπονδιακό Σταυρό Αξίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας από τον Πρόεδρο Ρίχαρντ φον Βαϊτσέκερ. Έκτοτε ζει στο Βερολίνο με τη σύζυγό του, τα δυο παιδιά, τις νύφες και τα εγγόνια τους.

 

Σ.Παπ./ ΑΠΕ- ΜΠΕ