Dogma

Ο όσιος Γεώργιος Καρσλίδης μιλώντας για την κηδεία του

Προς το τέλος της ζωής του ο όσιος Γεώργιος, για δύο ημέρες, ήταν σε σιωπή. Μόλις κάποια στιγμή συνήλθε, ανακοίνωσε με καυτά δάκρυα: «Αχ, παιδιά μου, θα σας βρει συμφορά. Εγώ θα φύγω και από πίσω μου θα ακολουθήσει και ένα ορφανό…»

Ήταν εφτά αδέλφια ορφανά από μητέρα. Δύο μήνες μετά την κοίμηση του οσίου σκοτώθηκε η μικρή τους αδελφή. Τότε συνέβη το εξής θαυμαστό. Ο όσιος είχε δώσει εντολή να τον ενταφιάσουν δίχως φέρετρο, ως απλό μοναχό. Ο τότε όμως Μητροπολίτης δεν συμφώνησε. Όταν είδε τόσο πολύ κόσμο στην εξόδιο ακολουθία του, είπε: «Καλά, κάνετε όπως νομίζετε». Τον έβγαλαν τότε από το φέρετρο και τον κατέβασαν ασκεπή στον τάφο. Στο φέρετρο εκείνο μετά από λίγο καιρό, έβαλαν τη μικρή εκείνη αδελφή, για να τη μεταφέρουν στο νεκροτομείο.

Πνευματικό του τέκνο αναφέρει πως επισκέφθηκε τον όσιο Γεώργιο στο Μοκρός στις 14.9.1959, όπου ήταν ασθενής και κλινήρης στην καλύβα του. Ο όσιος του μίλησε για τον επικείμενο θάνατό του και στο τέλος κάπως λυπημένα του είπε: «Τέτοια ημέρα, του Σταυρού, και το δικό μου μοναστήρι να είναι κλειστό…» Το πνευματικοπαίδι του του είπε: «Γέροντα, έχουμε κι άλλες εορτές της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Νικολάου…» Ο όσιος του απάντησε: «Μέχρι τότε εγώ δεν θα είμαι στη ζωή… Μη ξεχάσεις να το διαλαλήσεις σε όλους. Πολύ σύντομα θ’ αποθάνω. Τα δικά σας τα μάτια θα δουν πολλά».

Σ’ ένα γνωστό του ο όσιος έδωσε για ενθύμιο ένα γκιούμι-πήλινο δοχείο λέγοντάς του: «Πάρτο Γιώργο να με θυμάσαι». Είχε και μία φωτογραφία, που ήταν ο όσιος Γέροντας με δύο επισκόπους, και του είχε πει: «Όταν κλείσω τα μάτια μου, θα την πάρεις εσύ Γιώργο αυτή τη φωτογραφία».

Όταν πλησίαζε η εκδημία του οσίου η θυγατέρα του Γεωργίου είχε πάει με τον σύζυγό της σ’ ένα χωριό, Μελισύνορο, να μαζέψουν κάστανα. Την ημέρα που ανεπαύθη ο όσιος δεν μπόρεσε, όπως αναφέρει, να μαζέψει ούτε ένα κάστανο, κάτι το εντελώς παράξενο για εκείνη, γιατί ήταν πολύ γρήγορη στο μάζεμα. Όταν επέστρεψαν και πληροφορήθηκε την κοίμηση του οσίου πολύ λυπήθηκε, που δεν μπόρεσε να βρεθεί πλησίον του και να πάρει την αγία ευχή του, γιατί πολύ τον αγαπούσε. Έκλαψε πικρά.

Μία γυναίκα από τη Σίψα ήταν λεχώνα και δεν μπόρεσε να παραστεί στην κηδεία του οσίου. Με δάκρυα όμως διηγείται πως από το παράθυρο του σπιτιού της είδε τα κυπαρίσσια του τάφου του οσίου που λύγισαν τις κορυφές τους. Ακόμη και ο παριστάμενος επιτόπιος Μητροπολίτης εντυπωσιάσθηκε κι ενώ στην αρχή είχε κάποιες αντιρρήσεις για ορισμένες τελευταίες επιθυμίες του οσίου Γέροντος, στο τέλος είπε: «Κάνετε ό,τι καταλαβαίνετε εσείς…» και αναχώρησε σκεπτικός και προβληματισμένος.

Μία άλλη γυναίκα από τη Σίψα ήταν αρκετά στενοχωρημένη, που έβλεπε τον όσιο Γέροντα ασθενή και να μη έχει άλλη ζωή. Μία ημέρα συγκινημένος ο όσιος πατήρ της είπε: «Δεν θα φορέσεις μαύρα. Θα βάλεις μία άσπρη μαντήλα στο κεφάλι σου. Θα κάνετε φαγητά και θα είσαι δίπλα μου, όταν θα με βάζετε στο μνήμα, μετά από τρεις ημέρες. Αν αυτά τα δύο κυπαρίσσια λυγίσουν επάνω μου, έφυγα από τη ζωή, αν δεν λυγίσουν, είμαι ακόμη ζωντανός». Όπως τον ακούμπησαν στο χώμα, πράγματι τα δύο κυπαρίσσια ήλθαν και λύγισαν επάνω του. Όλοι έκλαιγαν τον απορφανισμό τους.

Άλλη αγαπητή πνευματικοκόρη του και βαφτισιμιά του αναφέρει πως ήλθε να τον δει, γιατί ήταν πολύ άρρωστος. Δεν γνώριζε ότι θα φύγει έκτακτα για την Καβάλα και δεν θα τον ξαναδεί και ο όσιος με ηρεμία, απλότητα και γλυκύτητα της έδινε τις τελευταίες του συμβουλές: «Να προσέχεις εκεί που θα πας. Πώς θα μιλάς, πώς θα φέρεσαι. Σε όλα να είσαι τυπική και ευγενική…» Δυστυχώς όταν απουσίαζε, ο όσιος αναπαύθηκε και λυπήθηκε που δεν ήταν εκεί. Ο πατέρας της της είπε πως οι πολυέλαιοι τη βραδυά που αναπαύθηκε ο όσιος και τον είχαν στο εκκλησάκι του, για ώρα κουνιόνταν δυνατά και θαυμαστά από μόνοι τους. Η ευχή του οσίου πιστεύει ακράδαντα ότι τη συνοδεύει στη ζωή της πλούσια πάντοτε. Με τη βοήθειά του παντρεύτηκε και με χαρά βάπτισε το παιδί της, δίνοντάς του το όνομα του οσίου Γεωργίου.

Όταν ο όσιος αρρώστησε προς θάνατο, φώναξε όλο το χωριό της Σίψας κι έκανε Θεία Λειτουργία. Ήταν πολύ άρρωστος και τον βαστούσαν για να μετακινηθεί. Όταν τελείωσε, είπε από την Ωραία Πύλη πονεμένα: «Ε, από δω και πέρα ο παππούλης άλλο δεν είναι». Μετά λίγες ημέρες ήλθε πάρα πολύς κόσμος στην κηδεία του.

Από το βιβλίο: (†) Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο Όσιος Γεώργιος της Δράμας. Έκδοσις Ι. Μ. Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχες (Σίψα) Δράμα 2016, σελ. 320.