Dogma

Tο Παλαιομονάστηρο, το δεύτερο κέντρο των Ρώσων στο Άγιο Όρος

Tο Παλαιομονάστηρο, η παλιά Μονή Θεσσαλονικέως, σήμερα Ιερό Αγιοπαντελεημονίτικο Κελλί, είναι το δεύτερο κέντρο των Ρώσων στο Άγιο Όρος

Η ιστορία της Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό) είναι συνδεδεμένη με τρία κέντρα: τη μονή «Ξυλουργού», η οποία ταυτίζεται με τη Σκήτη Βογορόδιτσα, τη μονή «Θεσσαλονικέως», το σημερινό Παλαιομονάστηρο και τέλος τη Μονή Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό).

Μια παλιά σλαβική παράδοση αναφέρει πως τη μονή Ξυλουργού ίδρυσε ο Αγιος Βλαδίμηρος ο Ισαπόστολος, ο ιδρυτής του Ρώσικου-Χριστιανικού κράτους (949-1015).

Όμως το 1169 η αδελφότητα μεταφέρεται στη μονή «Θεσσαλονικέως», όπου το Παλαιομονάστηρο και αυτό αποτελεί το δεύτερο κέντρο της. Το σχετικό έγγραφο που εκδόθηκε από τον Πρώτο Ιωάννη και τη Σύναξη το 1169 αναφέρει ότι ο κύριος Λαυρέντιος, ο ηγούμενος, ζήτησε απ’ αυτόν και την Σύναξη να του δώσουν ένα μοναστήρι για να εγκατασταθεί η αδελφότητα. Οι γέροντες της Σύναξης κατέληξαν ότι κατάλληλο σκήνωμα είναι η του «Θεσσαλονικέως μονή», η οποία αν και παλαιότερα ετύγχανε πολυάνθρωπος, σήμερα «αφανής οράται». Επίσης δωρίζουν στη συνοδία του Λαυρεντίου και τα κελλιά της μονής που βρίσκονταν στις Καρυές.

Η μονή Ξυλουργού που εγκατέλειψε η αδελφότητα ήταν αφιερωμένη στην Παναγία, το καινούργιο της μοναστήρι στον Αγιο Παντελεήμονα. Αυτό μαρτυρούν οι υπογραφές του Λεοντίου: «ηγούμενος του Αγίου Παντελεήμονος, ο Θεσσαλονικαίος». Σ’ αυτό το μέρος, που απήχε μία ώρα από τις Καρυές, η αδελφότητα θα παραμείνει 7 αιώνες.

Ο Στέφανος Ντουσάν επισκέφτεται προσκυνητής το Όρος το 1345 και ευνοεί ιδιαίτερα τη μονή «Θεσσαλονικέως», λόγω της κουράς του προγόνου του Αγίου Σάββα. Ο ίδιος τοποθετεί εδώ ηγούμενο τον Σέρβο λόγιο μοναχό Ησαΐα. Το 1363 της προσηλώνουν το μονύδριο του Κάτζαρη.

Η Μονή, απαρτισμένη από Έλληνες και Ρώσους μοναχούς, θα έχει αδιάσπαστη συνοχή μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα. Φαίνεται πως και η φρουριακή δομή της, κατά το ίδιο διάστημα, παρήχε εγγυήσεις, περισσότερες απ’ όσες η Μονή της Ρίλας. Σε συμβόλαιο που συνάφτηκε το 1466 μεταξύ των δύο Μονών αναφέρεται ότι η Μονή Ρίλας είχε δώσει στη Μονή Ρωσικού προς φύλαξη, κάποια εκκλησιαστικά πολύτιμα αντικείμενα λόγω της τουρκικής κατάκτησης. Στο ίδιο έγγραφο εξαίρονται οι σχέσεις των δύο βαλκανικών Μονών.

Κατά την τουρκοκρατία η Μονή δοκιμάστηκε σκληρά. Υπήρχαν χρονικά διαστήματα που βρισκόταν εντελώς έρημη. Έτσι κατά το 1574-84 είναι εντελώς έρημη και τα 500 ρούβλια που στέλνει ο τσάρος Ιβάν Δ΄ Βασίλιεβιτς στη Μονή δεν βρίσκουν παραλήπτη. Αλλά και κατά τον επόμενο αιώνα η κατάσταση δεν βελτιώνεται. Σε γράμμα του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρι (1620) σημειώνεται, ότι «η Μονή περιέπεσεν εις ζημίας και χρέη. Ενεχυρίασε τα τε άμφια της εκκλησίας, τα του μοναστηρίου χρειώδη και άλλα κτήματα αυτής … Αυξηθέντων δε των χρεών και ούτοι (μοναχοί) εφυλακίσθησαν και κατατρέχονται εν ταις φυλακαίς. Η εκκλησία και τα τείχη του μοναστηρίου κατηδαφίσθησαν. Οι πατέρες στερούνται παντός μέσου…». Κι έτσι κατά τα τέλη του ίδιου αιώνα η παρατεινόμενη προβληματική κατάστασή της αναγκάζει την Ιερά Κοινότητα να την περιλάβει στα υπό κηδεμόνευση μοναστήρια:«δια το παρόν ευρίσκεται το μοναστήριον των Ρώσων έρημον, και απέμειναν, και το μοναστήριον και οι τόποι του, εις την δεσποτείαν της μεγάλης Μέσης».

Η ανάκαμψη πάει ν’ αρχίσει το 1708, με τη δωρεά του ηγεμόνα Βλαχίας Μιχαήλ Ρακόβιτσα, πλην όλα τα σχέδια πάνε χαμένα με την εγκατάσταση Τούρκων: «1730 τον Μάιον, εδίωξαν τους καλογήρους εκ της Μονής το ονομαζόμενον Ρώσι και εκάθησαν έσω Ισμαηλίται και επόίησαν μιναρέ εις την εκκλησίαν». Όλο αυτό το διάστημα το ρωσικό στοιχείο είναι σημαντικά μειωμένο λόγω της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας.

Ο ρώσος μοναχός Βασίλειος Μπάρσκι, που επισκέπτεται τη Μονή το 1744, γράφει με κάποιο παράπονο, ότι η Μονή είναι ρωσική μόνο κατ’ όνομα, ενώ σ’ αυτήν κατοικούν Έλληνες, Σέρβοι και Βούλγαροι. Εκεί που, πριν αρχίσει το ξέσπασμα των ρωσοτουρκικών πολέμων (1736) ασκήτευαν ρώσοι μοναχοί. Αναφέρει επίσης ο Μπάρσκι, ότι η Μονή είναι φτωχή και ερειπωμένη, αλλά και ιδιόρρυθμη.

Εκείνος όμως που παίρνει τη Μονή υπό την προστασία του και τη σώζει από την κατάρρευση είναι ο ηγεμόνας Μολδαβίας Ιωάννης Καλλιμάχης (1758-61). Ο Ιωάννης αφιερώνει στη Μονή το παρεκκλήσι του ηγεμονικού ανακτόρου Μπογδάν-σεράι, καθώς και το μοναστήρι Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας, και χρηματοδοτεί έργα ανασυγκρότησης που συνεχίζονται μέχρι την έναρξη της Επανάστασης από τον Σκαρλάτο Καλλιμάχη (1773-1821). Τόσο θα βοηθήσει τη Μονή η φαναριώτικη οικογένεια, ώστε να ορίζει ο πατριάρχης Καλλίνικος Δ΄ με σιγίλλιό του (1806), όπως η μονή ονομάζεται «αυθεντικόν κοινόβιον των Καλλιμάχηδων» «καταργουμένης της του Ρωσικού προσηγορίας».

Η μονή Θεσσαλονικέως παίρνει την ονομασία Παλαιομονάστηρο και, χωρίς να εγκαταλειφθεί, γίνεται εξάρτημα της κυρίαρχης Μονής Ρωσικού. Τον επόμενο αιώνα, όταν άρχισαν να πληθαίνουν οι Ρώσοι, το εξάρτημα μεγαλύνεται σε κτίρια και ενοίκους.

Σήμερα πρόκειται για μια εγκαταλελειμμένη εδώ και πολλές δεκαετίες «Σκήτη» της Ρωσικής Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, θύμα και αυτή των μεγάλων αναταράξεων και ανατροπών των αρχών του 20ου αιώνα.

Δύο γεγονότα έβαλαν τέλος στην Ρωσική επέλαση.

Η αίρεση της ονοματολατρείας, που επεκτάθηκε σαν μολυσματικός ιός στο σύνολο σχεδόν των ρώσων μοναχών και τρομοκράτησε την τσαρική αυλή, που ανάγκασε τον τσάρο να στείλει πολεμικό στόλο στο Άγιο Όρος και να συγκεντρώσει με την βία των όπλων χιλιάδες μοναχούς, από την Μονή του Παντελεήμονος, τις Σκήτες του Αγίου Ανδρέα (Σεράι) του Προφήτη Ηλία, και τις δεκάδες μικρότερες σκήτες και κελιά, τους οποίους μετέφερε μετά και διέσπειρε στις αχανείς στέπες της Ρωσίας.

Και ήρθε ύστερα η Επανάσταση των Μπολσεβίκων. Να θάψει με αργό αλλά σταθερό βιολογικό τρόπο, τα όνειρα της Ρωσικής κυριαρχικής παρουσίας στο Αγιο Όρος.

Θύμα λοιπόν αυτών των ιστορικών αλλαγών και το Παλαιομονάστηρο.

Σιγά σιγά αλλά σταθερά η νέα Ρωσία ξανακτίζει την λαμπρή παρουσία της ανοικοδομώντας τα κτίσματα, στο τεράστιο συγκρότημα της Μονής Παντελεήμονος ορθώνοντας στον ουρανό τους πράσινους κρεμμυδόσχημους τρούλους της ιδιαίτερης ναοδομίας τους.

Δεν ήρθε ακόμη η σειρά της «Μονής του Θεσσαλονικέως».

Αλλά τώρα η κυρίαρχη Μονή στέλνει εκεί ένα Ρώσο Μοναχό για τρεις ημέρες την εβδομάδα, έχει δηλαδή μια σωστική παρουσία που προφυλάσσει την Σκήτη, από την παραπέρα καταστροφή.

Πηγή: Αγιορείτικες μνήμες