Dogma

Ερημώνουν τα χωριά – Χωρίς ιερείς η επαρχία

Του Δημητρίοπυ Λυκούδη, Δ/ντου Σύνταξης της εφημ. "Κιβωτός της Ορθοδοξίας" στην έντυπη εφημερίδα "ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ"

Για τους μόνιμους κατοίκους στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, τα κενά στις θέσεις των ιερέων δεν αποτελεί είδηση, αλλά καθημερινό πλέον φαινόμενο, που καλούνται να συνηθίσουν και να αντιμετωπίσουν με υπομονή.

Μικρά χωριά περιμένουν μια φορά το μήνα να χτυπήσει η καμπάνια στον κεντρικό ναό. Οσον αφορά τα Μυστήρια, Γάμους και Βαπτίσεις, καλούνται να μεταβούν σε μεγάλους Ναούς σε κεντρικότερα σημεία, μιας και οι ποιμαντικές ανάγκες στην περιοχή τους εξυπηρετούνται από ιερείς άλλων κοντινών σε αυτούς χωριών, με όσες δυσκολίες αυτό επιφέρει για όλους, κλήρο και λαό.

Ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως κ. Άνθιμος μίλησε στα «Παραπολιτικά» για τα κενά των ιερέων στην επαρχία, σημειώνοντας ότι αποτελεί ένα καίριο ζήτημα που η Εκκλησία καλείται συνολικά να αντιμετωπίσει.

«Εμείς στην Περιφέρειά μας δεν έχουμε πολλά κενά, δυο-τρία. Υπάρχουν όμως άλλες περιοχές που αντιμετωπίζουν πολύ μεγάλο πρόβλημα. Ο κόσμος, για να παραμείνει στον τόπο του και μην εγκαταλείψει τις πατρογονικές του εστίες, μεταξύ άλλων, έχει ανάγκη να ακούει την καμπάνα του χωριού του να χτυπάει, να βλέπει τον ιερέα συχνότατα, όχι όταν προκύψει μια κηδεία ή μια Λειτουργία και ο ιερέας έρχεται από άλλη περιοχή», τονίζει ο κ. Άνθιμος.

Έως σήμερα, όπως σημειώνει ο Ποιμενάρχης της Αλεξανδρούπολης, κάθε Μητρόπολη, στο τέλος του έτους, συγκεντρώνει όσα κενά έχει, όσες συνταξιοδοτήσεις ή θάνατους έχει κληρικών  και αποστέλλει συνολικά τον αριθμό στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Αυτό, αναλογικά με κάθε Μητρόπολη, παρέχει και τη δυνατότητα κάλυψης αυτών των θέσων, οι οποίες, σχεδόν πάντοτε, είναι λιγότερες κατά πολύ σε σχέση με τις υπάρχουσες ανάγκες κάθε τόπου.

«Οι θέσεις που μάς δίδει το Υπουργείο είναι ελάχιστες. Επομένως, κάθε Μητροπολίτης προχωρά στη χειροτονία διακόνων άμισθων, που δεν ασφαλίζονται ή πληρώνονται από το Κράτος και αναλαμβάνει η τοπική εκκλησία να παρέχει ένα οικονομικό βοήθημα αξιοπρεπές, ώστε ο νέος διάκονος, άγαμος ή έγγαμος, να προχωρήσει τη ζωή και ποιμαντική διακονία του», σημειώνει ο κ. Άνθιμος.

Σήμερα, οι ιερείς, ανάλογα με το επίπεδο τίτλων και σπουδών τους, χωρίζονται σε κατηγορίες: Α, Β, Γ, Δ. Οι πρώτοι αφορά ιερείς με πανεπιστημιακούς τίτλους σπουδών και αποφοίτους των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, πέραν δηλαδή των ΑΕΙ. Οι ιερείς Β΄ είναι απόφοιτοι Λυκειακής Εκπαίδευσης ή της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής, οι Γ΄ κατηγορίας του Γυμνασίου και οι ιερείς Δ΄ κατηγορίας, οι γηραιοί πλέον, απόφοιτοι Δημοτικού. Σήμερα, στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν υπάρχουν ιερείς των δύο τελευταίων κατηγοριών, ενώ της Β΄ κατηγορίας είναι ελάχιστοι.

«Έχει σημασία ο τίτλος σπουδών, αναμφίβολα, αλλά αυτό που μάς ενδιαφέρει πρώτα είναι το εκκλησιαστικό ήθος, η ευγένεια, η καλλιέργεια του ανθρώπου και η ευσέβεια. Πρώτα τέτοιους διακόνους και κληρικούς θέλουμε. Και αν ακόμη είναι μικρότερης μόρφωσης, σιγά σιγά, σπουδάζουν με το ράσο, πηγαίνουν και εγγράφονται σε κάποιο ΑΕΙ ή Ανωτάτη Εκκλησιαστική Σχολή προκειμένου να έχουν και την απαραίτητη θεολογική κατάρτιση στα λειτουργικά και ποιμαντικά τους καθήκοντα», συμπληρώνει ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως.

Σε πολλές Μητροπόλεις σήμερα, στην προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αυτή η ανάγκη περαιτέρω κατάρτισης και εμβάθυνσης των κληρικών σε ζητήματα πνευματικά, λειτουργικά και αντιαιρετικά, λειτουργούν Σεμινάρια και Συνάξεις κληρικών που έχουν αυτό το σκοπό: να ενημερώσουν και να πληροφορήσουν τους κληρικούς σε θέματα που άπτονται της ποιμαντικής διακονίας τους. Αυτά τα Σεμινάρια προγραμματίζονται από τις κατά τόπους Μητροπόλεις σε όλη την Ελλάδα, διδάσκουν επιστήμονες και καθηγητές, κυρίως Θεολόγοι και απευθύνονται σε όλες τις βαθμίδες των κληρικών, ώστε να δίδεται η δυνατότητα της καλλιέργειας των θεολογικών γνώσεων με την καθημερινή ορθοπραξία του κλήρου.

«Οι ιερείς σήμερα είναι ανώτατης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Μάλιστα, πολλοί από αυτούς έχουν και περισσότερα από ένα και δύο πτυχία, καθώς και μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους σπουδών, όχι απαραίτητα πάντα στη Θεολογία. Οι ιερείς μας Γ΄ και Δ΄ κατηγορίας τείνουν να εκλείψουν, καθώς πρόκειται για όσους χειροτονήθηκαν πριν σαράντα και πενήντα χρόνια και σήμερα οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, είναι συνταξιούχοι. Έχουμε όμως, τον ίδιο σεβασμό προς όλους, καθώς το Μυστήριο της Ιερωσύνης είναι αυτό που ξεχωρίζει, όχι οι τίτλοι σπουδών», αναφέρει ο Μητροπολίτης της Αλεξανδρούπολης.

Στις μεγάλες πόλεις συναντάμε σήμερα ενορίες με τρεις, τέσσερις και πέντε ιερείς. Όμως, είναι μεγάλος και ο αριθμός των ανθρώπων που συναπαρτίζουν την ενορία, δηλαδή, πολλαπλασιάζονται οι ποιμαντικές και λειτουργικές ανάγκες των πιστών. Στην επαρχία όμως, κυρίως σε ακριτικές περιοχές, ιερείς κατώτερης βαθμίδας ή και άμισθοι, ενδεχομένως και κάποιοι που συνταξιοδοτήθηκαν από άλλο επάγγελμα εκτός εκκλησίας και είχεν ευσεβή χρόνιο πόθο να ιερωθούν, αποτελούν ιδανική και σωτήρια λύση για μικρά χωριά που περιμένουν και προσμένουν να δουν παπά στον τόπο τους.

«Ο σκοπός δεν είναι απλά και μόνο να χειροτονήσουμε ιερείς, αλλά να τους δώσουμε και τα κίνητρα ώστε να παραμείνουν στον τόπο διακονίας που θα τους στείλουμε, ειδικά όταν πρόκειται για νέους ανθρώπους. Είμαι, όμως, αισιόδοξος, θα βελτιωθεί η κατάσταση, γιατί βλέπω και συναντώ πολλούς νέους που ποθούν αληθινά το ράσο και την ιερατική αφιέρωση», καταλήγει ο κ. Άνθιμος, ευχόμενος η Εκκλησία, σύντομα και Συνοδικά, να εξετάσει και αυτό το ζήτημα.

Exit mobile version