Dogma

Η ακύρωση της Μεγάλης Ιδέας (Β’)

Της Βιργινίας Χαμουδοπούλου

Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην έντυπη εφημερίδα «Κιβωτός της Ορθοδοξίας», που κυκλοφορεί πανελλαδικά κάθε Πέμπτη.

Σε αντίθεση με τη φρενίτιδα του τουρκικού Τύπου κατά του Πατριαρχείου, ο παγκόσμιος Τύπος στήριξε ακλόνητα το “αμετάθετο” καί τα δίκαια του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μη συγκρινομένου με την εκδίωξη του ισλαμικού Χαλιφάτου.

Ο Ελ. Βενιζέλος έκανε ένα σπουδαίο διπλωματικό ελιγμό: ζήτησε την παραπομπή αυτού του θέματος από την Επιτροπή επί της “Ανταλλαγής των πληθυσμών” στην ολομέλεια της Διασκέψεως και αυτό το πέτυχε με τη συμπαράσταση του προέδρου της Διασκέψεως λόρδου Κώρζον.

Οι Τούρκοι σκλήρυναν τη στάση τους και συνέδεσαν την απομάκρυνση του Πατριαρχείου με την παραμονή της Ελληνικής Ομογένειας στην Πόλη. Τότε ο αρχηγός της Επαναστάσεως Νικόλαος Πλαστήρας δήλωσε την 1η Ιανουαρίου 1923 ότι η Ελλάδα δεν θα υπέγραφε μία Συνθήκη, η οποία θα έθιγε τα διαχρονικά δίκαια του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ελληνικής Ομογένειας.

Μετά από αλλεπάλληλες αδιέξοδες συζητήσεις βρέθηκε η συμβιβαστική λύση προς άρση του αδιεξόδου, ώστε το Πατριαρχείο να παραμείνει στην ιστορική του έδρα, ως ύπατος πνευματικός θεσμός των Ορθοδόξων, χωρίς τον εθναρχικό χαρακτήρα που απέκτησε από της Αλώσεως δια των προνομίων του Πορθητή. Κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιανουαρίου 1923 προήδρευσε ο λόρδος Κώρζον, διπλωμάτης γνωστός για τους επιτυχείς χειρισμούς του. Ο Κώρζον, για να αποτρέψει νέα τεχνάσματα εκ μέρους των Τούρκων, δήλωσε ότι για κανένα άλλο θέμα δεν είχε λάβει τόσες πολλές διεθνείς εκκλήσεις και τηλεγραφήματα, όσο για τη διατήρηση του Πατριαρχείου  στην έδρα του. Έτσι οι αξιώσεις των Τούρκων άρχισαν να φαίνονται πλέον καθαρά προκλητικές και ανιστόρητες.

Τη βρετανική θέση στήριξαν οι Αμερικανοί και οι άλλοι Σύμμαχοι, όπως και όλες οι ορθόδοξες βαλκανικές αντιπροσωπείες. Μάλιστα ο αντιπρόσωπος των Η.Π.Α. είπε ότι αν τα πολεμικά γεγονότα ενέπλεξαν και πολιτικές επιδιώξεις στον αρχαίο αυτό θρησκευτικό θεσμό, τότε «αυτές μπορούν να απομονωθούν και να ξεπεραστούν».

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ως έμπειρος πολιτικός, κατόρθωσε να υποστηρίξει με νομικά και “κανονικά” επιχειρήματα  την αλληλεξάρτηση του Ο.Π. με την ομογένεια της Κων/πόλεως, την οποία είχαν προσπαθήσει οι Τούρκοι να την διασπάσουν, και κατέληξε στο ότι ο Πατριάρχης της Κων/πόλεως δεν είχε λάβει αυτόβουλα τα προνόμια του Γένους, τα οποία του είχε προσφέρει ο Πορθητής μετά την Άλωση. Επίσης τόνισε ότι αυτά τα προνόμια τα είχαν σεβαστεί όλοι οι μετέπειτα Σουλτάνοι, προκειμένου ο Πατριάρχης να προΐσταται και να εκπροσωπεί τους Ορθοδόξους στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Οι Άγγλοι, για να μη νομισθεί ότι το Πατριαρχείο έγινε από τον Πορθητή οθωμανικό ίδρυμα, ότι δηλαδή ανήκει στους Τούρκους, πρόσθεσαν ότι: «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη προϋπάρχουν των δοθέντων εθναρχικών προνομίων από της Αλώσεως [το Ο.Π. είχε ιδρυθεί τον 4ο αι. μ.Χ.] και ότι είχε δίκαια για την ιδίαν υπόστασή του ως Αρχής με αποφάσεις κατοχυρωμένες από Οικουμενικές Συνόδους, αυτοκρατορικές διατάξεις και από Διεθνείς Συμφωνίες, που ήδη αναγνωρίζουν όλα τα κράτη και οι Ορθόδοξες Εκκλησίες της Οικουμένης, καθώς και ο Ρωμαιοκαθολικός και Προτεσταντικός κόσμος με τα εκατομμύρια των πιστών τους».

Έτσι ο Ινονού, ως υπουργός Εξωτερικών, αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο “Πατριαρχικό Ζήτημα” που οι ίδιοι οι Τούρκοι είχαν καταστήσει “διεθνές”. Η θέση του Πατριαρχείου μέσα στο Κράτος της νέας Τουρκίας καθορίζεται στο Γ´ τμήμα της Συνθήκης δια των άρθρων 34-45. Προσδιορίζεται ως θρησκευτικό Ίδρυμα για τις πνευματικές ανάγκες των Ορθοδόξων, αλλά και της ελληνικής Ομογένειας στην Τουρκία, γιατί εδρεύει στην Πόλη αιώνες πριν καταληφθεί η Πόλη από τους Οθωμανούς. Αυτό βεβαιώνει ότι ουδέποτε είχε πνευματικό δεσμό με την ισλαμική πίστη της κυρίαρχης κρατικής οντότητας.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1923 έκλεισε ο πρώτος κύκλος των διαπραγματεύσεων για την υπογραφή “Συνθήκης της Λωζάννης”. Δια της υπογραφής αυτής η Τουρκία αποδέχθηκε, παρουσία όλων των συνελθόντων κρατών, το πρωτόκολλο που καθορίζει τον διαχρονικό σύνδεσμο της θεσμικής Καθέδρας του Οικουμενικού Θρόνου με την Κωνσταντινούπολη.

Ωστόσο η Άγκυρα συνέχισε και μετά την υπογραφή αυτή να επιτίθεται κατά του Πατριαρχείου φαλκιδεύοντας και παρερμηνεύοντας με την εσωτερική νομοθεσία της τις ακριβείς θέσεις της Συνδιασκέψεως.

Πάντως από τα αποφασισθέντα στη “Συνθήκη της Λωζάννης” βεβαιώνεται ότι:

α) Το Ο.Π. είναι καθίδρυμα Πανορθόδοξο και Οικουμενικό.

β) Τα εκκλησιαστικά του δίκαια πηγάζουν από το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας και το διαχρονικό του εθιμικό δίκαιο.

γ) Το Ο.Π. είναι συγχρόνως καθίδρυμα της απανταχού Ορθοδοξίας και ιερό κέντρο του Γένους των Πανελλήνων και της τοπικής Ομογένειας.

δ) Η Καθέδρα του παραμένει στο Φανάρι της Κων/πόλεως, ασχολούμενη με τις θρησκευτικές υποθέσεις της Οικουμενικής Ορθοδοξίας. Έτσι ο τίτλος του ως Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι νόμιμος, που επιβεβαιώνεται από Διεθνείς Οργανισμούς και Κράτη.

Ωστόσο οι Τούρκοι, σύμφωνα με τις προσφιλείς τους συνήθειες, θεωρούν τους εαυτούς τους ως μοναδικό ερμηνευτή της σχετικής Συνθήκης, παρερμηνεύοντας διαρκώς την ομοψυχία όλων εκείνων, οι οποίοι συνυπέγραψαν τα δίκαια του Ο.Π. στη “Συνθήκη της Λωζάννης”.

Τις πληροφορίες μας για το Ο.Π. αντλήσαμε από το σύγγραμμα του Αριστείδη Πανώτη, “Άρχοντος Μεγάλου Ιερομνήμονος”, Συνοδικόν  της εν Ελλάδι Εκκλησίας, τόμ. Γ´,  τεύχ. Α´, σσ. 80-114, Αθήνα, όπου το κεφάλαιο “Το Πατριαρχικό Ζήτημα στις Διαβουλεύσεις της Λωζάννης”.

Στα άρθρα, που ακούγονται έως σήμερα, της “Συνθήκη της Λωζάννης” σπάνια ακούγεται ο κίνδυνος που διέτρεξε το Οικουμενικό Πατριαρχείο να ξεριζωθεί και αυτό από την Κων/πολη.

Και όμως χρειάστηκαν έντονοι διπλωματικοί αγώνες για να μην ξεριζωθεί και το Ο.Π. από την εστία που κατείχε από τον 4ο αι. μ.Χ. Οι αγώνες αυτοί φανερώνουν τον πραγματικό χαρακτήρα των Τούρκων, ακόμα και όταν ομιλούν για ισότητα, δημοκρατία, σεβασμό και ισονομία.

Μέσα στον 20ό αι. οι γείτονές μας έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο, διότι αφού απηλλάγησαν από τους “ενοχλητικούς” Έλληνες Μικρασιάτες, κυνήγησαν τις αναμμένες με “θείο Φως λαμπάδες” των προσφύγων μέσα στον Ελλαδικό χώρο, συμπεριλαμβανομένων και των Παλαιοελλαδιτών.

Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ο Κεμάλ δημιούργησε φανταστικά ιστορικά τεχνάσματα, 1930 κ.ε., παρουσιάζοντας τους Τούρκους ως “Μικρασιάτες” προ της εγκαταστάσεως των αρχαίων ελληνικών φυλών στη Μ. Ασία.

Για τις εγκληματικές, εκτεταμένες ενέργειες στο Πογκρόμ της 6-7 Σεπτεμβρίου 1955 κατά της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας της Πόλης, και τις διώξεις κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970 θα μιλήσουμε στη τέταρτη και τελευταία ενότητα του αφιερώματος στον “Μικρασιατικό Ελληνισμό”, όπου θα αναφερθούμε στην άνοδο του κοινωνικού, οικονομικού και πνευματικού επιπέδου της κοινωνίας μας, μετά την εγκατάσταση των προσφύγων και των επιγόνων τους στην Ελλάδα.

Αντίθετα, οι Τούρκοι απάντησαν στο πολιτισμικό τους κενό, μετά το ξερίζωμα του Ελληνισμού, με παντός είδους προκλήσεις, διπλωματικά ψεύδη, αλλαγές ορθοδόξων ναών σε τζαμιά, με αποκορύφωμα τη μετατροπή του μοναδικού αρχιτεκτονικά Ορθόδοξου Ιερού Ναού της Αγίας του Θεού Σοφίας, σε τζαμί. Η Αγία Σοφία είναι κατ᾽ αρχήν Ορθόδοξος Ναός του 6ου αι. μ.Χ. και ύστερα μνημείο “Παγκόσμιας Κληρονομιάς”.

Οπωσδήποτε αποτελεί  παγκόσμια πρωτοτυπία –και επιτρέψτε μου να το χαρακτηρίσω δουλικότητα– το να οικειοποιείται μία θρησκεία τη λαμπρότητα μιας άλλης και μάλιστα οι οπαδοί της να μπορούν να προσκυνούν τα παραπετάσματα με τα οποία έχουν αποκρύψει την ιστορική και λειτουργική της αλήθεια. Τι νόημα έχει για τους Μουσουλμάνους ο τίτλος Agia Sophia;

Τελευταία ανησυχούμε για την ακεραιότητα του Ιερού Μνημείου μας, διότι ακούμε ότι μετά την πανδημία μεγάλα πλήθη τουριστών και Μουσουλμάνων στιβάζονται ανεξέλεγκτα στους χώρους του.

Στην εποχή μας Τούρκοι, άλλοτε κρυπτοχριστιανοί, βαπτίζονται ορθόδοξοι. Επίσης είναι γνωστό ότι σημαντικός αριθμός Μουσουλμάνων συνεχίζει στην Πόλη, στη Μ. Ασία και Καππαδοκία να καταφεύγει στα ορθόδοξα αγιάσματα και στα παλαιά ήθη και έθιμα των σύνοικων Ελλήνων (βλ. Όλγας Βατίδου, Η Χριστιανικότητα των Τούρκων και οι Έλληνες της Μικρασίας, Αθήνα 1956).

 

Κανείς δεν είχε φανταστεί ότι, μετά από 100 χρόνια, τιμώντας τους νεκρούς του εθνικού μας ολέθρου, θα προσευχόμαστε συγχρόνως για τους αθώους νεκρούς και ξεριζωμένους της Ουκρανίας. Οι δικοί μας υπήρξαν τουλάχιστον θύματα αλλόθρησκων βάρβαρων κατακτητών· οι Ουκρανοί όμως είναι θύματα ομόδοξου μεγάλου Λαού, με έναν Κυβερνήτη, που πολεμάει για καθαρά κατακτητικούς στόχους και προκλητική επίδειξη υλικής ισχύος, ενώ παράλληλα υπάρχει ο Ορθόδοξος Πατριάρχης αυτού του Λαού, που σιωπά μπροστά στα εγκλήματα πολέμου της χώρας του.

Με ειλικρινή χριστιανική ταπεινοφροσύνη αφιερώνουμε στη Ρωσία λίγους στίχους από μία προσφιλή μας προσευχή:

«Κύριε, τείχισον ημάς αγίοις Σου Αγγέλοις,

      ίνα τη παρεμβολή αυτών φρουρούμενοι και οδηγούμενοι,

      καταντήσωμεν εις την ενότητα της πίστεως

      και εις την επίγνωση της απροσίτου Σου δόξης·

      ότι ευλογητός ει (είσαι), εις τους αιώνας των αιώνων». Αμήν.

Γένοιτο!