Dogma

Ιερομόναχος Ιουστίνος: Η Εσταυρωμένη ανεξικακία και οι παμπληθείς μιμητές της

Στην οδυνηρότερη στιγμή της ζωής Του, όταν βάραινε εξουθενωτικά στο κρεμασμένο σώμα Του και στο καταπληγωμένο πνεύμα Του η πανανθρώπινη αμαρτία, ο Κύριος βίωνε την ανώτατη ανεξικακία. Η αποκορύφωσή της εκφράσθηκε στο «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23.34).

Αναφέρουμε την Εσταυρωμένη ανεξικακία του «άφες αυτοίς». Ας αναφέρουμε πώς τη μετέφεραν στις δικές τους συνθήκες ελάχιστοι δειγματοληπτικά από τους παμπληθείς μιμητές της κατά την ευαγγελική και μεταευαγγελική περίοδο.

Λίγο καιρό αργότερα ο αρχιδιάκονος και πρωτομάρτυς του Χριστού Στέφανος έπεφτε νεκρός κάτω από τη βροχή του λιθοβολισμού. Πρόλαβε όμως να προσευχηθεί. Προσευχήθηκε μάλιστα επαναλαμβάνοντας περίπου την αντίστοιχη προσευχή του Εσταυρωμένου. Δεήθηκε «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» (Πρ. 7.60).

Πάνω στην ίδια γραμμή πλεύσεως προς τον άνω λιμένα κατευθυνόταν ο όσιος Αχιλλάς. Το κατωτέρω προσκομίζεται ως σαφής απόδειξη: «Πήγε κάποιος από τους γέροντες στον αββά Αχιλλά· και τον είδε που πέταξε αίμα από το στόμα του· και τον ρώτησε: “Τί είναι αυτό, πάτερ”; Και είπε ο γέροντας ότι “Είναι λόγος αδελφού ο οποίος (αδελφός) με λύπησε, και δεήθηκα στον Θεό να αρθεί από μένα· και έγινε ο λόγος σαν αίμα στο στόμα μου, και τον έφτυσα και ειρήνευσα, και ξέχασα τη λύπη”» (Γεροντικό 4).

Συμβάλλουν όμως και τα παθήματα δυστυχών ατόμων –δεν λέμε χριστιανών, γιατί  πρόκειται για ξεπεσμένους.

Στην εποχή του αυτοκράτορα Ουαλεριανού (253-259) ζούσαν στην Αντιόχεια ο Νικηφόρος και ο ομόψυχος στενότατος φίλος του ιερέας Σαπρίκιος. Μια ψυχή σε δυό σώματα· τόσος σύνδεσμος, τόση αντίδοση καρδιών.

Κάποτε όμως ο κληρικός μεταστράφηκε σε άσπονδο εχθρό από άγνωστη αιτία. Ο αθώος Νικηφόρος έκανε το παν για να φύγει η ψύχρανση, ή μάλλον το πάγωμα. Είτε ο ίδιος αυτοπροσώπως είτε μέσω τρίτων παρακαλούσε για διαλλαγή, για γεφύρωση του χάσματος.

Ο άλλος ήταν πέτρα, τσιμέντο που δεν μαλασσόταν με κανένα τρόπο, όσο κι αν το πότιζε η εφευρετική αγάπη του λαϊκού. Στα πόδια του έπεσε, μηδέν το αποτέλεσμα.

Πάνω σ’ αυτά ξέσπασε ο διωγμός, και από τους πρώτους βέβαια συνελήφθη ο κάτοχος του αξιώματος της ιερωσύνης.

Ομολόγησε τον Χριστό και θεολόγησε έτσι, που δεν έμενε τίποτε άλλο παρά ο βασανισμός. Τον παίδεψαν φρικτά, μα έχασαν άδικα τον καιρό τους, οπότε τον καταδίκασαν σε αποκεφαλισμό. Τον οδήγησαν στον τόπο της  εκτελέσεως, όπου πρόφθασε ο Νικηφόρος, έπεσε πάλι στα πόδια του και εκλιπάρησε να τον συγχωρήσει, για να μη μωμηθεί η θυσία του.

Παρά πάσα προσδοκία τα κλάματα του λαϊκού θύμωσαν τον μελλοθάνατο… Φάνηκε ανένδοτος και σε τούτη την υπέρτατη και ύστατη στιγμή! Και αφού έδωσε πλήρως το δικαίωμα στον πατέρα του μίσους, στον διάβολο, τότε… τότε σκοτίσθηκε ο νους του. Ρώτησε γιατί θα τον σκότωναν. Του απάντησαν, και με μιας απαρνήθηκε τον Λυτρωτή!

Ο Νικηφόρος παρά τα δάκρυα και τις παρακλήσεις του δεν ίσχυσε να τον μεταπέσει ούτε θυμίζοντας τη νίκη του στον απαισιότατο βασανισμό, που θα επέβαινε πια μάταιη και χαμένη, ούτε την ιερωσύνη του.

Ο καλόγνωμος και αντάξιος του όνοματός του, έκανε τότε αυθωρεί και ρηξικέλευθα τις επιλογές του: Πήρε τη θέση του «εκπεσόντος» στη διακήρυξη του Ιησού, στο μαρτύριο και στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας. Εορτάζεται στις 9 Φεβρουαρίου.

Λέει σχετικά ο ι. Χρυσόστομος: «Τίποτε δεν είναι ούτε μεγαλύτερο ούτε ίσο της αγάπης, ούτε αυτό το μαρτύριο, που είναι το κεφάλαιο όλων των αγαθών. Και άκουσε το πώς: Η αγάπη μεν και χωρίς μαρτύριο κάνει μαθητές του Χριστού, μαρτύριο όμως χωρίς αγάπη, δεν θα κατάφερνε να το πραγματοποιήσει. Από πού γίνεται φανερό τούτο; Από τα ίδια τα λόγια του Χριστού, γιατί έλεγε στους μαθητές Του: “Εν τούτω γνώσονται πάντες, ότι μαθηταί μου έστε, εάν αγαπάτε αλλήλους”. Να που η αγάπη χωρίς το μαρτύριο κάνει μαθητές». (Εις τον άγιον μάρτυρα Ρωμανόν Α’, αρχή).

Πριν ολοκληρώσουμε το θέμα ας αναφέρουμε εδώ και μια μορφή φαινομενικής, ψεκτής ανεξικακίας και μακροθυμίας:

Ο αββάς Δωρόθεος (Έργα Ασκητικά, Διδασκ. 7.80) έβλεπε κάποιον που ποτέ δεν ταρασσόταν ούτε τα ‘βαζε με κανέναν, αν και πολλοί τον έβριζαν και τον κακομεταχειρίζονταν. Σαν να μη τον ενοχλούσαν καθόλου!

Ο όσιος θαυμάζοντας, τον πήρε ιδιαίτερα στο τέλος και τον παρακάλεσε να του αποκαλύψει πώς κατάφερε να μην αντιδρά σε τέτοιους ανθρώπους. Έπεσε όμως από τα σύννεφα όταν άκουσε την εξής απόκριση: «Φυλάγομαι από αυτούς τους βούρκους και δέχομαι όσα μου κάνουν, όπως τα γερά σκυλιά αντέχουν σε όσα τους κάνουν οι άνθρωποι».

Μόλις προσγειώθηκε ανώμαλα ο άγιος, έβαλε κάτω το κεφάλι και σκέφθηκε περίλυπος: «Βρήκε τον δρόμο ο αδελφός»… Σταυροκοπήθηκε και προσευχήθηκε να σκεπάσει ο Κύριος και τον εαυτό του και εκείνον.

Στον ίδιο δρόμο, στην ίδια (στραβή) «ευθεία» βάδιζε και όμοιος άλλος «αμνησίκακος», που όταν ρωτήθηκε όμοια, αντερώτησε «Αν με κλωτσήσει γάϊδαρος, θα τον κλωτσήσω και εγώ»;

Εμείς θα τους απαντούσαμε… «Ναι»! Γιατί τέτοια λογική είχε ξεπέσει σε ζωώδη αλογία· είχε χάσει την ανθρωπιά, την ευγένεια της ψυχής, την αγάπη.

Αρκούν σήμερα όσα θετικά και αρνητικά ιστορικά γεγονότα καταχωρήθηκαν, γιατί οι ιστορίες εκτυπώνονται ανάγλυφα στο μυαλό.

Λοιπόν «Πάτερ ημών ο εν τοίς ουρανοίς… άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Αμήν!

Ιερομόναχος Ιουστίνος