Dogma

Κανείς δεν έμαθε το χρώμα των ματιών του

Γράφει ο Δημήτριος Λυκούδης, θεολόγος

Επλησίασαν τον Διογένη τον Κυνικό (412-323 π.Χ.), τον θεμελιωτή του κυνισμού και για να τον «πειράξουν», τον ρώτησαν: «Διογένη, έτσι που μένεις μόνος σε αυτό το σπίτι, αλήθεια, όταν πεθάνεις κινδυνεύεις να μείνεις εκεί μέσα πολλές ημέρες άταφος. Ποιος άραγε, θα ενδιαφερθεί για εσένα;». Για να λάβουν την απάντηση από εκείνον που δεν πολυλογάριαζε να κρατά ισορροπίες μεταξύ των ανθρώπων: «Μην ανησυχείτε, φίλοι μου. Γρήγορα, πολύ γρήγορα θα με βρουν. Διότι, απλά, θα ενδιαφερθούν όσοι επιθυμούν να πάρουν το σπίτι, και έτσι, γρήγορα γρήγορα θα με αναζητήσουν».

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991), όταν διέμενε στον Πειραιά (Καραΐσκου 106), εργαζόμενος σε μια φτωχική εταιρεία Εκτελωνιστών, στο προσωπικό του Ημερολόγιο έγραφε: «Είχε μια πόρτα να σωθεί ο άνθρωπος: την αγάπη. Αυτή την Ωραία Πύλη! Θα την ανακαλύψουν άραγε, την τελευταία στιγμή; Όλα τα θαύματα αυτή τα έχει κάνει στον κόσμο!» (Ενώπιος Ενωπίω, Ημερολογιακές Σελίδες, Αθήνα 1991, σελ. 45).

Αυτές δε οι προτεραιότητες στην καθημερινότητά μας, χωρίς υπερβολή, καθορίζουν και την ποιότητα της προσωπικότητάς μας, κατά πόσο δηλαδή, θέλουμε να αναπαύουμε Ουρανού ή, στον αντίποδα, να κάμνουμε τα δαιμόνια να μάς περιγελούν, νύχτα και ημέρα, ασταμάτητα και αδιάκοπα. Αν πάλι, το οποίο και απεύχομαι, μάς χαρακτηρίζει ωκεάνεια απόσταση και αδυναμία συμπόρευσης λόγων και έργων – δεν αναφέρομαι στις αναπόφευκτες πτώσεις μας, αλλά στη συνειδητά υποκριτική αποχαύνωση του νου και της καρδιάς μας – τότε, να, βρήκα φράση που ταιριάζει πολύ εδώ, στην περίσταση, ως λέμε χαρακτηριστικά, και έχει εφαρμογή, θαρρώ, όσο τίποτε άλλο: «Αυτός συνηθίζει στις ζωγραφιές να σκεπάζει τα γυμνά, μα στην πράξη πολύ τ᾿αποζητάει!» (Μολιέρος, 1622-1673).

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904), ο πρώτος που μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα Ντοστογιέφσκι, έλεγε: «Πάντες οι έχοντες ονύχια, αγωνίζονται να σπαράξωσι τους έχοντας πτερά». Τώρα, αν αναρωτιέσαι σε ποια εκ των δυο αυτών κατηγοριών ανήκεις, εσύ που προσπαθείς να θέσεις σε εφαρμογή ορθόδοξες προτεραιότητες, σού λέγω τούτο: δέον, πρέπον, φωτιστικό και αγιαστικόν, έχω την αίσθηση, είναι να ανήκεις στη δευτέρα χορεία, σε αυτούς που έχουν τα πτερά και με αρχοντιά και φιλότιμο πνευματικό διάγουν στον κόσμο αυτό. Είπα, όμως, για τον Ροΐδη! Πόσο με συγκίνησε η μορφή του, όταν στα 1884, ο κατά σάρκα αδελφός του αυτοκτόνησε, έπειτα από μια οικονομική αποτυχία. Και τότε, επειδή ο Ροΐδης είχε προτεραιότητα την αγάπη προς τη μητέρα του, καθάρια βέβαια, πηγαία, κρυστάλλινη, της απέκρυψε το θάνατο του γιού της! Μάλιστα δε, της διάβαζε επιστολές, τις οποίες δήθεν έστελνε ο γιός της (ο αυτόχειρας δηλαδή), ενώ της έγραφε ο ίδιος ο Ροΐδης. Πόσο με συγκίνησε και μόνο αυτή του η πράξη! Πόση ευαισθησία, τελικά κρύβουμε όλοι μας απέναντι σε κάθε άνθρωπο και δη, απέναντι σε κάθε μητέρα!

Ο Πωλ Βαλερύ (1871-1945), αυτός ο μεγάλος ποιητής, φιλόσοφος, συγγραφέας και καθηγητής, σημείωνε: «Ο αριθμός των εχθρών μας αυξάνεται σε ευθεία αναλογία με τη σπουδαιότητα μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τον αριθμό των φίλων μας». Και αν δεν πείστηκες ακόμη για την ορθότητα των επιλογών, ως προς την ιεράρχηση των καθημερινών προτεραιοτήτων σου, ιδού, σού μεταφέρω και έτερο παράδειγμα, αυτή τη φορά από το χώρο της Νεοτέρας Ελληνικής Ιστορίας: Ρώτησαν τον Ιωάννη Καποδίστρια γιατί έτρωγε τόσο λίγο, ωσάν να φαινόταν πως δεν άγγιζε καθόλου τροφή! Και ο μπαρμπα-Γιάννης των Ελλήνων απήντησε: «Τότε μόνο θα βελτιώσω την τροφή μου, όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα ελληνόπουλο που να πεινάει» (Μον. Φιλοθέης, Ο μπαρμπα-Γιάννης των Ελλήνων, Ναύπλιο 2016, σελ. 68).

Ο Ισαάκ Νεύτων (1642-1727), αυτός ο εσωστρεφής νέος που κοιμόταν 2-3 ώρες την ημέρα και μελετούσε πυρετωδώς Καρτεσιανή Άλγεβρα, στα 1666 άγγιξε την κατάληψη της Ανακάλυψης, την οποία, όμως, δεν έσπευσε να δημοσιεύσει. Ήταν το πείραμα-παρατήρηση με το Πρίσμα (την κουρτίνα και το δωμάτιο) που κατέληξε ότι «το λευκό φως αποτελείται από διάφορα χρώματα». Γι᾿ αυτόν, λοιπόν, μιας και γράφω περί προτεραιοτήτων, η πίστη στον Θεό αποτελούσε θεμέλιο της ύπαρξης του, καθώς αποδεχόταν έναν Προσωπικό Θεό, Λογικό, Θεό αγάπης, Θεό συνδιαλλαγής. Και όταν στα 1727 κοιμήθηκε, τον ενταφίασαν τιμητικά μαζί με τους βασιλείς της Αγγλίας, και στον τάφο του έγραψαν τα κάτωθι: «Η φύση και οι νόμοι της φύσης κρύφτηκαν στο σκοτάδι. Είπε ο Θεός: «Γεννηθήτω ο Νεύτων και όλα έγιναν φως»».

Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης (1829-20/12/1908, αγιοκατάταξη 8/6/1990), νυμφεύθηκε μια καλόκαρδη κοπέλα, και από κοινού, επήραν την απόφαση να ζήσουν όλη την παρούσα, στον κόσμο αυτόν, διαμονή τους «εν παρθενία», ωσάν αδέλφια. Και επειδή αναφέρθηκα παραπάνω σε προτεραιότητες, διάβασε και μια ξέχωρη, ιδιαίτερη προτεραιότητα που, μεταξύ άλλων, είχε θέσει σε ευλαβική εφαρμογή ο αγαθός ιερέας: κάθε αρχές του μήνα, η πρεσβυτέρα του, μετά από συνεννόηση με τους υπευθύνους του Ταμείου μισθοδοσίας του Πατριαρχείου, επήγαινε η ίδια και εισέπραττε τον μισθό του π. Ιωάννου, του και ανδρός της! Η αιτία ήταν ότι ο Ιωάννης, όσες φορές επρόλαβε και επήρε πρώτος αυτός τα χρήματα, έως ότου επιστρέψει βράδυ στην οικία του, είναι αλήθεια, τα είχε μοιράσει όλα στους φτωχούς, σε όσους τον σταματούσαν και τού ζητούσαν στο δρόμο! Πόσο, πράγματι, διαφέρουν οι προτεραιότητες αυτές και πολλές άλλες ακόμη, με τις δικές μας σήμερα;

Ο λόγος και πάλι για τον Ιωάννη Καποδίστρια (1776-9/10/1831). Έγραφε κάποτε προς τους δικούς του: «Κάνω παν ό,τι μού είναι δυνατό για να φανώ χρήσιμος. Αλλά δεν πρέπει να υπερβούμε το μέτρο. Τούτο με υποχρεώνει να αφαιρώ ένα αξιόλογο ποσό από την μισθαποδοσία μου για να ανταποκρίνομαι στις ανάγκες τόσων και τόσων συμπατριωτών, που βρίσκονται εδώ και σε άλλα μέρη πάμπτωχοι» (Ο μπαρμπα-Γιάννης των Ελλήνων, σελ. 52).

Η ώρα είναι περασμένη, σχεδόν χαράματα. Ξενυχτισμένος και πάλι, εξαντλημένος, μα έχω χαρά μέσα μου, έχω ειρήνη. Αλήθεια, πόσο δύσκολο είναι σήμερα, να οριοθετήσει κανείς τις προτεραιότητές του και να τις θέσει σε πρόγραμμα εφαρμογής και αξιοποίησής του;

Και γράφοντας αυτές τις αράδες, σκέφτομαι τις προσωπικές μου προτεραιότητες, αυτές που τόσο ελησμόνησα, αμέλησα και αδιαφόρησα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θυμάμαι ένα μικρό απόσπασμα του Περάνθη για τον κυρ-Αλέξανδρο, και, χωρίς υπερβολή, από ντροπή, να σκύβω το κεφάλι: «Οι συνάδελφοι προσπαθούν να τον πλησιάσουν, να γίνουν φίλοι του. Αυτός αποφεύγει όσο μπορεί και κρατάει το κεφάλι χαμηλωμένο. Κανείς δεν θα μπορούσε να πει πως τον είδε ποτέ κατά πρόσωπο. Κι ούτε έμαθε το χρώμα των ματιών του» (Μ. Περάνθη, Ο Κοσμοκαλόγερος, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Εστία, Αθήνα 2010, σελ. 143).