Θα έλεγε κανείς ότι κάθε τόσο συναντάς λέξεις, φράσεις από τις οποίες μπορείς να πιαστείς και να σταθείς στα πόδια σου και να πάρεις σωστή στάση ενώπιον του Θεού και να ευλογηθείς. Δεν είναι απλώς μερικές φράσεις χαρακτηριστικές, αλλά όλες οι φράσεις που χρησιμοποιεί και όλες οι λέξεις του, σχεδόν δηλαδή όλα τα κείμενά του, είναι βάλσαμο για την καθεμιά ψυχή και παρηγορία αλλά και σαν ένα φωτάκι… Πώς, ας πούμε, είμαστε σε ένα σκοτεινό μέρος και με ένα φωτάκι επισημαίνουμε πού υπάρχει σήραγγα, και μπαίνουμε εκεί μέσα και προχωρούμε. Μέσα στο σκοτάδι της αμαρτίας κάθε σκέψη και κάθε νόημα του αγίου Σιλουανού είναι ένα φωτάκι – ανάλογα βέβαια και τι διάθεση έχουμε – και μας ανοίγει δρόμο προς τον Χριστό, προς το άπλετο φως του Χριστού.
Βλέπει κανείς, διαβάζοντας το βιβλίο, ότι και ο άγιος Σιλουανός, ο νέος αυτός άγιος της Εκκλησίας, ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος, όπως όλοι μας. Πέρασε πολλά, πάρα πολλά, και αν επιτρέπεται να πω, παιδεύτηκε πάρα πολύ, κοπίασε πάρα πολύ, αγωνίσθηκε πάρα πολύ, προκειμένου να ξεπεράσει τον εαυτό του, να ξεπεράσει τον παλαιό άνθρωπο, ώστε να ανταποκριθεί στην αγάπη του Θεού. Και με τη χάρη του Θεού το πέτυχε. Τον πρώτο καιρό, ενώ πολύ προσπαθούσε να πλησιάσει τον Θεό, να επικοινωνήσει με τον Θεό, ενώ πολύ προσπαθούσε να ανοίξει αυτός ο δρόμος προς τον Θεό, ώστε να νιώσει την αγάπη του Θεού, την ευσπλαχνία του Θεού, να νιώσει να τον ελεεί ο Θεός, να τον συγχωρεί ο Θεός, ο δρόμος φαινόταν κλειστός, ώσπου ο άγιος είπε: «Αδυσώπητος είσαι, Κύριε».
Είναι αλήθεια ότι όποιος θα τα πάρει στα σοβαρά τα πράγματα, όποιος θα τα πάρει ζεστά και θα πιστέψει, όπως πίστεψαν οι άγιοι, και θα μπει σ’ αυτόν τον δρόμο, όπως μπήκαν όλοι οι άγιοι, αργά ή γρήγορα θα συναντήσει αυτό το κλείσιμο του δρόμου προς τον Θεό, αργά ή γρήγορα θα περάσει κανείς και θα δοκιμάσει και αυτόν τον πειρασμό. Όχι με την έννοια ότι θα τα βάλει με τον Θεό – μη γένοιτο! – αλλά με την έννοια ότι θα αισθανθεί πως, παρά τις παρακλήσεις του, παρά τον αγώνα του, παρά την προσπάθειά του, ο Θεός σαν να μην ανταποκρίνεται. Έτσι συνηθίζει να κάνει ο Θεός, και λίγο πολύ ο καθένας θα πει: «Αδυσώπητος είσαι, Κύριε».
Είναι η κρισιμότερη ώρα, θα έλεγα, για κάθε πνευματικό άνθρωπο, που θέλει να προχωρήσει σ’ αυτόν τον δρόμο. Είναι η κρισιμότερη ώρα αυτή, διότι θα πειρασθεί όχι απλώς από τους διάφορους πειρασμούς, αλλά, τρόπον τινά, από τον ίδιο τον Θεό. Και είναι η κρισιμότερη ώρα, διότι είναι ενδεχόμενο να κακιώσει κανείς, να τον πιάσει το παράπονο, να απελπισθεί και να τα εγκαταλείψει. Όποιος όμως, ό,τι κι αν νιώσει, επιμείνει, καθώς θα ταπεινωθεί, θα συντριβεί και θα λιώσει η ψυχή του ενώπιον του Θεού, αυτός δεν θα αργήσει να συναντήσει τον ελεήμονα Θεό, να νιώσει το έλεος, τη συγχώρηση του Θεού. Αργότερα το λέει και το ξαναλέει ο άγιος Σιλουανός στις γραφές του: «Μου συγχώρησες τις αμαρτίες, Θεέ μου». Και απευθύνεται προς όλο τον κόσμο και παρακαλεί όλους τους ανθρώπους να μετανοήσουν. Παρακαλεί και προτρέπει όλους τους ανθρώπους να επιστρέψουν στον Θεό, για να ακούσουν όλοι αυτές τις φράσεις από τον Θεό: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» (Μαρκ. 2:5).
(25-9-1988 & 24-9-2002)
Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Θέλεις να αγιάσεις;”, Σεπτέμβριος, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2017, σελ. 283.
