Dogma

Κυριακή της Πεντηκοστής: Η ημέρα της Εκκλησίας

Ἡ σημερινὴ μεγάλη ἡμέρα ἀποτελεῖ ξεχωριστὴ ἑορτὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας, καθὼς ἑορτάζει τὰ γενέθλιά της, τὴν κάθοδο τῆς θείας χάριτος καὶ τὴν ἄνωθεν χορηγία τῶν πνευματικῶν δώρων.

Ἡ Πεντηκοστὴ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἦταν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία δόθηκε ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ στὸ ὄρος Σινᾶ πενήντα ἡμέρες μετὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Ἦταν μεγάλη ἑορτὴ γιὰ τὸν παλαιὸ Ἰσραήλ. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ Πεντηκοστὴ σημαίνει ἡμέρα μιᾶς νέας νομοθεσίας, ἀπαρχὴ τοῦ νόμου τῆς ἀγάπης, μία καινούρια Διαθήκη, ποὺ ὑπεγράφη αὐτοχειρὶ διὰ καλάμου χλεύης μὲ τὸ Αἷμα τοῦ Ἐσφαγμένου Ἀρνίου ἐπάνω στὸ Σταυρό καὶ ἐπικυρώθηκε μὲ τὴν σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πενήντα ἡμέρες μετὰ τὴν Ἀνάσταση, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸ νοητὸ Φαραώ, τὸν διάβολο, καὶ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὴ νοητὴ Αἴγυπτο, τὸν ἀδίστακτο καὶ παμφάγο ᾄδη.

Δυναμικὴ ἡ παρουσία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, σὰν δυνατὴ βοή, σὰν ἄνεμος, γεμίζει τὸν χῶρο, στὸν ὁποῖο ἦταν συνηθροισμένοι οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Πύρινες γλῶσσες κάθονται ἐπάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους κι ἐκεῖνοι ἀρχίζουν νὰ διαλαλοῦν σὲ ξένες γλῶσσες τὴν Εὐαγγελικὴ ἀλήθεια. Ἰουδαῖοι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ γνωστοῦ τότε κόσμου, ποὺ βρίσκονταν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀκοῦν στὴν ἰδιαίτερη τοῦ καθενὸς διάλεκτο τοὺς Ἀποστόλους νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ διδάσκουν, μένοντας ἐκστατικοί καὶ ἐν ἀπορίᾳ γιὰ τὸ παράδοξο, ἐνῷ ἄλλοι, μᾶλλον πορωμένοι καὶ τυφλοί, τοὺς κατηγοροῦν γιὰ μέθη. Κι ὅμως αὐτοὶ οἱ μεθυσμένοι ἀπὸ χάρη καὶ δύναμη θεϊκὴ βαπτίζουν ἐκείνη τὴν ἡμέρα τρεῖς χιλιάδες ἀνθρώπους.
Πῶς νὰ κλείσουν τὸ στόμα, ἀφοῦ περισσότερο ἀπὸ ἄλλοτε ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ διαλαλήσουν τὰ θαυμαστὰ τοῦ Θεοῦ; πῶς νὰ κλείσῃ τὸ στόμα ὁ Πέτρος, ὁ πρώην ἀρνητής, ἀφοῦ σήμερα εἶναι πλέον ὀ θαῤῥαλέος καὶ τολμηρὸς ὑπηρέτης, ἡ πέτρα τῆς ὁμολογίας τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ; πῶς νὰ σιωπήσουν ἐκεῖνοι ποὺ εἶδαν καὶ ἄκουσαν καὶ ψηλάφισαν τὸν Θεό Λόγο, αὐτοὶ ποὺ Τὸν ἔβλεπαν γιὰ σαράντα ἡμέρες ἀναστημένο; Εὐαγγελίζονται οἱ πρωτεργάτες τῆς Καινῆς Διαθήκης τὴν οἰκουμένη ποὺ συγκεντρώνει τὰ πέρατά της στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς παλαιᾶς Πεντηκοστῆς καὶ καινουργεῖται στὰ νάματα τῆς χάριτος κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς νέας Πεντηκοστῆς, τῆς καινούριας ζωῆς.
Ὁ παλαιὸς Ἰσραήλ, ἡ παλαιὰ δηλαδὴ θρησκευτικὴ κοινότητα ὄσων ἀγαποῦσαν τὸν ἀληθινὸ Θεό τῆς ἀποκαλύψεως, γίνεται καινούριος, νέος Ἰσραήλ, γίνεται Σῶμα Χριστοῦ, Ἐκκλησία, λαὸς εὐλογημένος. Οἱ ἁπλοὶ ψαράδες τῆς Τιβεριάδος γίνονται ἁλιεῖς ἀνθρώπων, ἀναλαμβάνοντας ἕνα ἔργο ποὺ εἶχε σκοπὸ νὰ λυτρώσῃ τὴν ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων καὶ νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς λαοὺς τῆς οἰκουμένης στὴν ἀποφασιστικῆς σημασίας στροφὴ πρὸς τὴ γνώση τῆς ἀλήθειας.
Μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὁ Ἀγαθὸς Παράκλητος ἀναλαμβάνει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν ὅλα τὰ ἔθνη, νὰ συνεχίσῃ τὸ θαυμαστὸ ἔργο τῆς ἀπολυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ κάθε μυστήριο τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι μία Πεντηκοστή, γιατὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ κατεβαίνει μέχρι τὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας, γιὰ νὰ μᾶς φωτίσῃ, νὰ μᾶς ἁγιάσῃ, νὰ μᾶς μεταμορφώσῃ καὶ νὰ μᾶς σώσῃ.
Σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν Ἀποστόλων· σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν δωρεῶν τοῦ Παρακλήτου· σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ δική μας ἡμέρα. Σὲ λίγο θὰ γονατίσουμε· ἂς ζητήσουμε ἕνα δῶρο, ἕνα χάρισμα ἢ περισσότερα ἀπὸ τὸν Παράκλητο. Δὲν εἶναι φειδωλός. Θὰ μᾶς δώσῃ τὰ πρὸς σωτηρίαν. Οἱ πύρινες γλῶσσες θὰ κατέλθουν καὶ σ’ ἐμᾶς· νὰ μιλήσουμε, νὰ διδάξουμε τὴ γλῶσσα τῆς μετανοίας, τῆς ἀγάπης· νὰ ἀρνηθοῦμε τὴ βαβελικὴ σύγχυση τῆς παθῶν ποὺ μᾶς χωρίζει καὶ ἀποξενώνει ἀπὸ Θεὸ καὶ συνάνθρωπο καὶ μᾶς διασκορπίζει στὰ πέρατα τῆς ἁμαρτίας, νὰ γκρεμίσουμε τὸν πύργο τῆς Βαβὲλ τοῦ ἐγωιστικοῦ μας εἰδώλου, νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν εἰδωλολατρική μας αὐταρέσκεια καὶ νὰ προσκυνήσουμε τὸν Θεὸ τῆς τῶν πάντων ἑνότητος.
Μᾶς καλεῖ σὲ ἑνότητα κατερχόμενος, γιὰ νὰ μᾶς ὑψώσῃ στὴν αἰώνια ἑνότητα μαζί Του. Νὰ μὴν Τὸν λυπήσουμε, ἀδελφοί μου, γιατὶ μεσολαβεῖ ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα μὲ ἀλαλήτους στεναγμούς.
«Βασιλεῖ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
π. Στυλιανός Μακρής