Dogma

Μπορεί να υπάρξει συνεννόηση με τους βαρβάρους;

Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα, Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Ο Θουκυδίδης στον «Επιτάφιό» του μάς ομιλεί, μεταξύ άλλων, και για κάτι που είναι εξαιρετικά επίκαιρο στην σημερινή διεθνή πολιτική συγκυρία: Προβαίνει στην διάκριση των πολιτισμένων ανθρώπων από τους βαρβάρους. Κριτήριο, κατά τον μεγάλο αυτό ιστορικό και φιλόσοφο της αρχαιότητας, είναι η στάση των ανθρώπων απέναντι στους νόμους. «Εμείς οι πολίτες της Αθήνας είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι», λέει, «διότι σεβόμαστε τον νόμο». Είναι πολύ χαρακτηριστική η φράση που χρησιμοποιεί για τον σχετικό προσδιορισμό του: «Διά δέος γαρ ου παρανομούμεν», λέει ο Θουκυδίδης.

Η λέξη «δέος» στην αρχαία ελληνική γλώσσα  δεν έχει μόνο την έννοια του «φόβου», αλλά και την έννοια του «σεβασμού». Όταν λοιπόν ο Θουκυδίδης μάς λέει: «διά δέος γάρ ου παρανομούμεν», δεν υπογραμμίζει ασφαλώς τον φόβο των Αθηναίων απέναντι στις συνέπειες της παρανομίας, που τούς κάνει να είναι υπάκουοι στους νόμους, αλλά την βαθειά προσήλωσή τους, τον σεβασμό τους, που δείχνουν όλοι οι πολιτισμένοι άνθρωποι στους νόμους. Ο νόμος, κατά την αντίληψη των Αθηναίων της εποχής του Περικλέους, την οποία εξέφραζε ο Θουκυδίδης, είναι ο «Ανώτατος Άρχοντας» της πόλεως, αυτός που κυβερνάει και πρέπει να κυβερνάει την πόλιν.

Σε αντίθεση προς τους πολιτισμένους ανθρώπους, οι βάρβαροι χαρακτηρίζονται, κατά τον Θουκυδίδη, από την περιφρόνηση που δείχνουν στους νόμους. «Γι’ αυτό», συνεχίζει ο Θουκυδίδης, «εμείς είμαστε παραδείγματα σε εκείνους και όχι αυτοί σε εμάς». Είναι άλλωστε σε όλους γνωστό ότι οι αρχαίοι Έλληνες – και όχι μόνον οι αρχαίοι Αθηναίοι – ομιλούσαν στους άλλους λαούς με τον πολιτισμό τους, που ήταν θεμελιωμένος επάνω στον σεβασμό στους νόμους. Ο Σωκράτης, για να μάς δείξει την σημασία που έχει ο σεβασμός στον νόμο, δέχθηκε να πιεί το «κώνιον», αφού αυτή ήταν η θέληση του νόμου, του σχετικού δηλ. «Ψηφίσματος», βάσει του οποίου καταδικάσθηκε σε θάνατο.

Εάν τώρα με αυτές τις σκέψεις έλθουμε στην σημερινή εποχή και με οδηγό πάντα το  κριτήριο του Θουκυδίδη ψάξουμε να βρούμε, αν υπάρχουν βάρβαροι στον γεωγραφικό μας περίγυρο, θα τούς εντοπίσουμε στους γείτονες της απέναντι όχθης του Αιγαίου: Στους Τούρκους. Ήλθαν ως βάρβαροι από τα βάθη της Ασίας οι μογγολικής καταγωγής πρόγονοί τους και με την υπερέχουσα σε στρατιωτική ισχύ βαρβαρότητά τους εγκαταστάθηκαν στα μέρη μας, αφού πρώτα κατέλυσαν με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 την  Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Την βαρβαρότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την οποία συνέστησαν εν συνεχεία, την ζήσαμε πρωτίστως στο «πετσί» μας εμείς οι Έλληνες 400 ολόκληρα χρόνια ως υπόδουλοι στους Οθωμανούς.  Και, για να μη δημιουργούνται παρανοήσεις και κατ’ επέκταση άδικες κρίσεις, δεν κρίνουμε τους σημερινούς Τούρκους με βάση την βαρβαρότητα που είχαν οι Οθωμανοί πρόγονοί τους τον 15ο αιώνα μ.Χ. Στην εποχή του Μεσαίωνα, που ήταν μια περίοδος βαρβαρότητας, φυσικό ήταν να συναντάς μπροστά σου συνεχώς την βαρβαρότητα, χωρίς να έχει σημασία, εάν αυτή προήρχετο από τους Οθωμανούς ή από άλλους λαούς αναλόγων αντιλήψεων και δράσεων.

Την βαρβαρότητα, για την οποία κάναμε λόγο στην αρχή, επικαλούμενοι μάλιστα τις απόψεις τους Θουκυδίδη, την αποδίδουμε στους σύγχρονους Τούρκους, όχι για εκείνο που ήσαν κάποτε οι Οθωμανοί πρόγονοί τους, αλλά αυτό που εκφράζουν οι ίδιοι σήμερα. Ποιό είναι λοιπόν το χαρακτηριστικό γνώρισμα των σημερινών Τούρκων, που τους αναδεικνύει ως βαρβάρους, κατά Θουκυδίδην, όμοιους και απαράλλαχτους με τους  Οθωμανούς προγόνους τους; Δεν είναι η ασέβεια στην διεθνή νομιμότητα; Από πού να αρχίσουμε και πού να τελειώσουμε μνημονεύοντας τα ανδραγαθήματα των σημερινών Νέο-Οθωμανών βαρβάρων, οι οποίοι κατά τα άλλα επικαλούνται την διεθνή νομιμότητα για την δικαιολόγηση της κάθε μορφής βαρβαρότητάς τους! Οι χάρτες, που δείχνουν προκλητικά κάθε τόσο οι Τούρκοι παρουσιάζοντας ως τουρκικά τα νησιά του Βόρειο-Ανατολικού Αγαίου και τα Δωδεκάνησα, είναι σύμφωνοι με την Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και με την Συμφωνία των Παρισίων του 1947 (στην οποία μάλιστα η Τουρκία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος!), με τις οποίες μάς παραχωρήθηκαν αντιστοίχως τα σχετικά νησιά; Πώς λέγεται, κατά Θουκυδίδην, αυτό που μονίμως πράττει με ιδιαίτερη ένταση τα τελευταία χρόνια η Τουρκία; Δεν συνιστά βαρβαρότητα η σχετική  συμπεριφορά της, όταν περιφρονεί την διεθνή νομιμότητα και κάνει πάντα το δικό της;

Θα αφήσουμε στην άκρη τις άλλες σημερινές βαρβαρότητες της Τουρκίας, όπως είναι λ.χ. εκείνη που εκδηλώνει σε σχέση με την αναγνωριζόμενη από την Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας υφαλοκρηπίδα των νησιών, καθώς και η συνυφασμένη με την στρατιωτική κατοχή της Κύπρου από το 1974, πάλι κατά παράβαση των Διεθνών Συνθηκών, για να σταθούμε σε μια βαρβαρότητα, η οποία, κατ’ εξαίρεση,   μάς έρχεται απ’ ευθείας από το 1453 και αποτελεί συνέχεια της σχετικής βαρβαρότητας εκείνης της εποχής! Πρόκειται για μια κατ’ εξακολούθηση βαρβαρότητα που εκδηλώνεται αδιαλλείπτως από τότε μέχρι σήμερα σε βάρος της Αγίας Σοφίας, η οποία αποτελεί την παγκόσμια Μητρόπολη της Χριστιανικής  Ορθοδοξίας. Όπως είναι γνωστόν, ο Σουλτάνος Μωάμεθ ο Β΄, ο λεγόμενος «κατακτητής», αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, μετέτρεψε την Αγία Σοφία, σε μουσουλμανικό τέμενος.

Και τον χαρακτήρα της αυτό διατηρεί και σήμερα η Αγία Σοφία, με μια μικρή παρένθεση 80 περίπου ετών από την Μικρασιατική Καταστροφή και εντεύθεν, όταν με απόφαση του Κεμάλ Ατατούρκ χαρακτηρίσθηκε το αρχιτεκτονικό αυτό λατρευτικό σέμνωμα των απανταχού Ορθοδόξων ως Μουσείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Πρέπει να υπογραμμισθεί με έμφαση εδώ ότι, εάν η σχετική με την Αγία Σοφία βαρβαρότητα των Οθωμανών του Μωάμεθ Β΄ είναι δικαιολογημένη από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα εκείνης της βαρβαρικής εποχής, ουδεμία  νομική κάλυψη μπορεί να βρει στην σημερινή δικαιοκρατούμενη εποχή η διατήρηση  από τους Νεο-Οθωμανούς της Τουρκίας του ιδίου βαρβαρικού καθεστώτος της Άλωσης επί της Αγίας Σοφίας. Σήμερα όλες οι Διεθνείς Συμβάσεις, όπως είναι π.χ. η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η Οικουμενική Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών και άλλες συναφείς Συμβάσεις διασφαλίζουν ως ανθρώπινο δικαίωμα την  πρόσβαση του καθενός στην θεία λατρεία, η οποία δεν εξαντλείται στην ελεύθερη επιτέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων κάθε ατόμου, αλλά καλύπτει και τους σχετικούς ευκτήριους οίκους, στους οποίους λαμβάνει χώρα η θεία λατρεία. Από την άποψη αυτή είναι πλημμελής τόσον η θέση εκείνων που θεωρούν ότι είναι εσωτερικό κυριαρχικό δικαίωμα της Τουρκίας η διαμόρφωση του καθεστώτος της Αγίας Σοφίας (βλ. δηλώσεις Μόσχας), όσο και των ίδιων των Τούρκων που ισχυρίζονται ότι η εξουσία τους επί της Αγίας Σοφίας στηρίζεται στο δικαίωμα του κατακτητή (βλ. δηλώσεις σημερινού «Σουλτάνου»). Σε σχέση με τον πρώτο εκ των δύο προαναφερθέντων ισχυρισμών πρέπει να λεχθεί ότι ο σημερινός νομικός πολιτισμός μας δεν αναγνωρίζει δικαίωμα στην βαραβαρότητα. Σε σχέση δε με τον δεύτερο εξ αυτών των ισχυρισμών πρέπει να τονισθεί άλλη μια φορά και εδώ ότι ο κατακτητής αποκτά βέβαια κυριότητα επί των εδαφών που απέκτησε manu militarι, ουδέποτε όμως και επί των ευκτηρίων οίκων που υπάρχουν στα εδάφη αυτά.

Κατά μείζονα λόγον αναδεικνύει την τουρκική βαρβαρότητα η επίμονη άρνηση της Άγκυρας να επιτρέψει την λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, η οποία αποτελεί το «φυτώριο» των θρησκευτικών λειτουργών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, προφανώς για να το πνίξει με αυτόν αυτόν τον τρόπο, όπως παγίως επιδιώκει η Τουρκία. Και να σκεφθεί κανείς ότι οι σημερινοί βάρβαροι Νεο-Οθωμανοί της Τουρκίας είναι πιο βάρβαροι από τους Οθωμανούς προγόνους τους, οι οποίοι επέτρεπαν την Λειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης!

Με τα δεδομένα αυτά, εάν ζητούσαμε την γνώμη του Θουκυδίδη για τον μελετώμενο Έλληνο-Τουρκικό διάλογο, θα μάς απέτρεπε από αυτόν με την σκέψη ότι ο διάλογος με τους βαρβάρους δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, διότι θα ήταν συζήτηση μεταξύ κωφών. Άλλοι θα έπρεπε να «τραβήξουν τα γκέμια» των παρεκτρεπομένων βαρβάρων της απέναντι όχθης. Είναι όλοι εκείνοι, οι οποίοι, ενώ είχαν πολλές φορές την ευκαιρία να τούς ξαποστείλουν στην γενέτειρά τους την Μογγολία, τούς κράτησαν εδώ στα μέρη μας, για να έχουν την ευκαιρία να διαπιστώνουν κάθε τόσο την μεγάλη αντίφαση του ερωπαϊκού πλιτισμού μας: Να προβαίνει μεν σε πολιτισμικές διακηρύξεις, που σφυρηλατούν το σύγχρονο κράτος δικαίου, να ανέχεται όμως από την άλλη μεριά τις βαρβαρότητες της αποικίας των Μογγόλων, οι οποίοι κατ’ εξακολούθηση και εκ πεποιθήσεως βιάζουν τις πολιτισμικές του κατακτήσεις!