Dogma

Ο Κωνσταντίνος και η ρωμαϊκή παγκοσμιοποίηση

Του Δρος Σταύρου Γουλούλη

   To ρωμαϊκό κράτος για πρώτη φορά έγινε παγκόσμιας (οικουμενικής) εμβέλειας επί πρώτου αυτοκράτορα Αυγούστου, θετού υιού του Ιουλίου Καίσαρα, όταν σταθεροποιήθηκαν τα σύνορά του. Στους επόμενους αιώνες έγιναν ελάχιστες προσθαφαιρέσεις εδαφών. Το 13 π.Χ. ο Αγρίπας, ας πούμε ο πρωθυπουργός του, έστησε σε μια στοά τον μεγάλο παγκόσμιο χάρτη των κτήσεων της Ρώμης. Περί το 3/2 π.Χ. ενήργησε την μεγάλη απογραφή που αναφέρει ο Ματθαίος. Ήταν η τελευταία πράξη του που καταγράφεται στα Res Gestae του Αυγούστου. Ήταν τότε τα 750/1 χρόνια από την κτίση της Ρώμης (753 π.Χ.).

Είχε στηθεί,  είχε γίνει πράξη, το παλαιό όραμα της ρωμαϊκής Οικουμένης. Ο αυτοκράτορας που αναγορεύτηκε Σεβαστός (Augustus) (27 π.Χ.) ως ποντίφηκας, ανώτατος αρχιερέας, ήταν ο αρχηγός της θρησκείας. Ως υπέρτατη λατρεία εθεωρείτο αυτή του αυτοκράτορα και της θεάς Ρώμης. Παντού υπήρχαν τοπικές  θεότητες, αποδεκτές, εκπροσωπούμενες από μία μητρική θεότητα κάθε τόπου και τη λατρεία του αυτοκράτορα. Την τιμή όλων των θεών ενεργούσαν στο Πάνθεον (25 π.Χ.). Η θρησκεία της Ρώμης ήταν πολιτική, ας πούμε ότι συμβόλιζε την ιερότητα της εξουσίας, δεν είχε άλλη αναφορά πέραν της λογικής, δεν άγγιζε δηλαδή τον χώρο της μαγείας. Ο αυτοκράτορας ήταν εκπρόσωπος της θεότητας στη γη.

Όλα τα έθνη είχαν υποταχθεί ή είχαν ειδικές σχέσεις με τη Ρώμη. Δεν καταργούσαν παντού τα βασίλεια, τις τοπικές εξουσίες. Το αντίθετο, οι Ρωμαίοι ήθελαν απλώς την συνεργασία τους και την καταβολή ενός φόρου για τα έξοδα της άμυνας και εσωτερικής ασφάλειας που παρείχαν παντού ιδίως στα σύνορα οι ρωμαϊκές λεγεώνες. Κατά τα άλλα υπήρχε αυτοδιοίκηση, άλλες οι επαρχίες ήταν αυτοκρατορικές, άλλες συγκλητικές ή ημι-ανεξάρτητες, άλλες πόλεις ήταν αποικίες ή ανεξάρτητες. Η αστική ζωή ήταν το κυρίαρχο σχήμα.

Αυτό κράτησε ως το 297 μ.Χ., δηλαδή πέρασαν άλλα 300 χρόνια, όταν έγινε μία νέα διαίρεση των επαρχιών, καταργήθηκαν οι διαφορές μεταξύ επαρχιών που έγιναν όλες αυτοκρατορικές. Συνολικά υπήρχαν κάπου 100 μεγάλες περιφέρειες. Το 312 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος θα ενοποιούσε οικονομικά το κράτος με την επιβολή του συστήματος των ινδικτιώνων, ενός επαναλαμβανόμενου κύκλου 15 ετών. Αρχή της ινδίκτου ήταν η φθινοπωρινή ισημερία (22 Σεπτ.), αλλά αργότερα μεταφέρθηκε την 1η Σεπτ. Ήταν  η αρχή του οικονομικού έτους. (Η 1η Ιανουαρίου ήταν η αρχή του διοικητικού έτους). Ήταν το τέλος μιας προσπάθειας πάνω από μια χιλιετία συνεχούς αύξησης της Ρώμης που κατέληξε στη διοικητική-οικονομική της ενοποίηση, ομογενοποίηση.

Την ενοποίηση του κράτους στα τέλη του 3ου αιώνα είχε αρχίσει ο Διοκλητιανός, ο οποίος υπήρξε άριστος στη διοίκηση προχωρώντας σε αλλαγές νομοθετικές-διοικητικές, οικονομικές, και στρατιωτικές, και το έργο του ο Κωνσταντίνος το ολοκλήρωσε. Ο Διοκλητιανός όμως είχε άλλη αίσθηση για τον εσωτερικό δεσμό της τεράστιας αυτοκρατορίας, που θεωρούσε ότι ήταν η πολυθεϊστική λατρεία, στα πλαίσια της ενοποιήσεως υπό ένα διοικητή θεό, τον Δία, όπως και ο ίδιος εθεωρείτο ενσάρκωση του Διός (Juppiter), του υπέρτατου θεού της Ρώμης που παρείχε τη Νίκη (Victoria).

Όλα τα χρόνια, τρεις αιώνες, η αυτοκρατορική λατρεία του Αυγούστου (κάθε αυτοκράτορας λεγόταν Αύγουστος) και της Ρώμης ήταν η υπέρτατη θρησκεία και η παρουσία της ήταν για την ενότητα της αυτοκρατορίας, το κράτος της Ρώμης. Αφού η Ρώμη κυριάρχησε παντού, η τοπική της λατρεία, η Dea Roma, απολάμβανε παντού τιμές. Οι Χριστιανοί που δεν δέχονταν να είναι αυτή υπεράνω της Αποκαλύψεως, διώκονταν γιατί συντελούσαν να διαλυθεί το θρησκευτικό κράμα που δημιούργησαν οι Ρωμαίοι. Ταυτόχρονα κάθε αυτοκράτορας είχε δικαίωμα να προωθεί τη δική του λατρεία, ή λατρείες, ενίοτε και ενοθεϊστικές λατρείες, όπως του Δολιχηνού Δία, του Sol Invictus, του Ηλιογάβαλου.

Ακόμη και ο Χριστιανισμός προτάθηκε από τον Φίλιππο Άραβα στα μέσα του 3ου αι. Γενικά οι ανατολικές θρησκείες, όπως του Μίθρα, ή αιγυπτιακές (Ίσιδας, Σέραπη), ήταν της μόδας, εφόσον έδιναν μυστηριακή χροιά, είχαν πέραση διότι έδιναν σωτηριακή επαγγελία, σωτηρία της ψυχής. Η χριστιανική επαγγελία παρέμεινε πάντοτε επίκαιρη.

Μετά την περίοδο του τελευταίου διωγμού (303-311) που οργάνωσαν κυρίως ο Διοκλητιανός και ο γαμπρός του Γαλέριος, εμφανίζεται ο Κωνσταντίνος, ο οποίος αφού πρώτα πέτυχε την ανεξιθρησκία (αρχές Φεβ. 313), δεν δέχτηκε τη λατρεία του Δία και της Victoria, απέρριψε τις μαγιθρησκευτικές τελετές και τις θυσίες, επιτρέποντας μόνον μία συμβολική χρήση των θεών σε νομίσματα μέχρι την ίδρυση της Κων/πόλεως (324). Οργάνωσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια (Μάιος 325), αφού στη νέα έδρα του την Κων/πολη στο Βυζάντιο γίνονταν έργα. Έτσι επικυρώνοντας ως αυτοκρατορικό δόγμα τους όρους πίστεως, ανέδειξε τη νέα παγκόσμια θρησκεία.

Τα είδωλα των εθνών, δηλαδή οι εθνικές λατρείες πήγαιναν σε β΄μοίρα, είχαν απλώς συμβολική σημασία. Τα αγάλματα των θεών ως έργα τέχνης προστατεύονταν.

Κατ’αυτόν τον τρόπο ο Κωνσταντίνος πέτυχε την περιθωριοποίηση των εθνικών θρησκειών, και ευνόησε την Χριστιανική Εκκλησία. Ήθελε να ενώνεται το κράτος με μία πνευματική θρησκεία, η οποία ως θρησκεία της αγάπης, έδινε περισσότερες εγγυήσεις για την ενότητα του κράτους.

Αντίστοιχη τάση υπάρχει με  τη σημερινή παγκοσμιοποίηση που κηρύχθηκε επίσημα το 1992. Το ζητούμενο, βέβαια, είναι πως θα υπάρξει ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στις τοπικές κοινωνίες και την παγκόσμια συνύπαρξη.