Dogma

Οι Γεροντάδες μας για τον πόλεμο της «καρδιάς»

Του Δημητρίου Λυκούδη, θεολόγου

Ο Αββάς Μακάριος ο Μέγας είχε χρόνια στην Έρημο. Αφιερώθηκε από μικρό παιδί και έφθασε σε υψηλά σταθμά πνευματικής ζωής και αγιότητος. Συνήθιζε να λέγει: «Φεύγετε, αδελφοί!». Και όταν οι άλλοι μοναχοί τον ρωτούσαν «πού, αββά, ακόμη βαθύτερα στην Έρημο;», εκείνος απαντούσε, βάζοντας το δάκτυλό του στα στόμα και τα χείλη του: «Αυτό να φεύγετε».

Έτερος Αββάς και δη ωσαύτως βαθύνους, σύννους, ιλαρός, και πάνυ αφιλένδεικτος, ο αββάς Αντώνιος, συμπλήρωνε: «Όποιος είναι στην Έρημο, απαλλάσσεται από τρεις πολέμους: της ακοής, της γλώσσας, της όρασης και παλεύει με τον πόλεμο της καρδιάς». Γι᾿ αυτό οι Νηπτικοί Πατέρες αναφέρονται στο τρίπτυχο της φυγής, της σιωπής και της ησυχίας ως τις ρίζες της αναμαρτησίας και της πνευματικής εγρηγόρσεως. Και απόρροια φωτισμού και αγιασμού του νοός και της καρδίας του αγωνιστού πιστού είναι η «δίψα της ατιμίας», κατά τον Όσιο Ιωάννη της Κλίμακος, η «εκούσια πείνα των ακουσίων θλίψεων» και η «ωκεάνεια» ταπείνωση που πρέπει να συνοδεύει και να περικρατεί σταθερά κάθε πνευματική προσπάθεια και κάθε φιλάρετο αγώνα.

Στον ίδιο πνευματικό ορίζοντα και ο Αββάς Παμβώ. Τόνιζε χαρακτηριστικά: «Εάν έχεις σιωπή, θα έχεις ανάπαυση όπου και αν πας». Διαφορετικά, θα κινδυνεύεις ακαταπαύστως να εμπαίζεσαι και να λοιδορείσαι και, τις περισσότερες φορές, να ομοιάζεις με εκείνον τον ταλαίπωρο ιατρό, που αν και εγνώριζε τη ρηχότητα των λόγων του και το «πεπερασμένον» πλέον του χρόνου, δεν εσιωπούσε, αλλά φλυαρούσε, ως μάς πληροφορεί ο κάτωθι μύθος: «Ένας γιατρός θεράπευε έναν άρρωστο. Ο άρρωστος πέθανε και ο γιατρός έλεγε στην κηδεία του: «αν αυτός ο άνθρωπος κρατιότανε να μην πίνει κρασί κι έκανε και κλύσματα, δε θα πέθανε». Και ένας απ᾿ αυτούς που ήταν εκεί, μίλησε και είπε: «φίλτατε, αυτά δεν πρέπει να τα λες τώρα, που πια δεν ωφελούν. Έπρεπε να δώσεις τη συμβουλή τον καιρό που μπορούσε να την εφαρμόσει»» (Αισώπου Μύθοι, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1950, σελ. 63).

Τα πάθη, ως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, προέρχονται από την «παρά φύσιν» χρήση των λειτουργιών του σώματος ή των δυνάμεων της ψυχής. Και όταν αποκτήσει ισχύ αυτή η χρήση, όταν δηλαδή, επαναληφθεί πάλι και πάλι και χρονίσει, τότε γίνεται κακή, άσχημη, εφάμαρτη έξη και συνήθεια. Έλεγε ο άγιος Παΐσιος ο Εζνεπίζης: «Αν αργήσεις και παντρευτείς στα τριάντα σου χρόνια, 30 άνθρωποι σε σπρώχνουν. Αν πάλι στα 40, 60 σε σπρώχνουν. Αν θέλεις μεγαλύτερος να παντρευτείς, πού να βρεθεί τόσος κόσμος εσένα να σπρώξει προς εκεί;».

Διαβάζω στο Γεροντικό: «Κάποια γυναίκα που έπασχε από καρκίνο του μαστού, καθώς άκουσε σχετικά με τον αββά Λογγίνο, ζήτησε να τον συναντήσει. Ασκήτευε εκείνος στο Ένατο της Αλεξάνδρειας. Καθώς τον αναζητούσε η γυναίκα, συμπτωματικά ο μακαριστός εκείνος μάζευε ξύλα στην ακροθαλασσιά. Μόλις τον συνάντησε, του είπε: «Αββά, πού μένει ο αββάς Λογγίνος, ο δούλος του Θεού;», χωρίς να βάλει με το νου της ότι είναι ο ίδιος. Και εκείνος της είπε: «Τι τον θέλεις εκείνον τον απατεώνα; Καθόλου μην πας σ᾿ αυτόν, γιατί είναι κατεργάρης. Και τι είναι αυτό που έχεις;». Η γυναίκα τότε, έδειξε το πάθος της και εκείνος, αφού έκαμε το σημείο του Σταυρού στο μέρος που έπασχε, την άφησε να φύγει λέγοντάς της: «Πήγαινε και θα σε θεραπεύσει ο Θεός, γιατί ο Λογγίνος σε τίποτε δεν μπορεί να σε ωφελήσει». Έφυγε η γυναίκα, αφού πίστεψε στον λόγο του και θεραπεύθηκε αμέσως…» (π. Δημητρίου Φουρλεμάδη, Αποσπάσματα από το μεγάλο Γεροντικό, εκδ. Ορθόδοξη Κιβωτός, Αθήνα 2018, σελ. 133-134).

Λέγουν για τον Όσιο Ιερεμία τον προορατικό, τον εραστή της ησυχίας και της αμεριμνησίας. Εμόνασε στην αγιασμένη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, και επήγε στο μοναστήρι σε μεγάλη σχετικά ηλικία. Ένεκα, όμως, της υπερβολικής του αγάπης προς  την Κυρία Θεοτόκο  – μεταξύ άλλων, λέγεται ότι εδιάβαζε τους Χαιρετισμούς προς τιμήν Της 5 φορές καθημερινά – έλαβε το χάρισμα από τον Πανάγιο Θεό της γνώσεως των μελλοντικών γεγονότων και των μυστικών διαλογισμών των ανθρώπων (προορατικό και διορατικό αντίστοιχα). Και δεν ήσαν λίγες οι φορές που όσοι επερνούσαν από το κελλί του Οσίου άκουγαν «ουράνιες» συνομιλίες και, κατά γενική παραδοχή των λοιπών Πατέρων της Μονής, η Κυρία και Βασίλισσα του Ουρανού και της γης, πολλές φορές είχε εμφανισθεί στον ταπεινό και πιστό Ιερεμία, κομίζουσα χάρη και ευλογία Ουρανού.

Πολλοί ήσαν εκείνοι που λοιδορούσαν και περιγελούσαν τον Διογένη, τον κυνικό φιλόσοφο. Ένας, στην προσπάθειά του να καταδείξει την περιφρόνηση του φιλοσόφου προς κάθε υλική εξάρτηση, τον ρώτησε: «Διογένη, έτσι μόνος που διαμένεις στην οικία σου…! Αλήθεια, όταν πεθάνεις, πες μας, ποιος θα σε βρει, έτσι που διαμένεις μόνος σου;». Και ο φιλόσοφος των Αθηνών, ακριβώς επειδή εγνώριζε την αθεράπευτη και άνευ ορίων προσκόλληση πολλών, στα υλικά κτίσματα και αγαθά, αφοπλιστικά απάντησε: «Ποιος θα με βρει; Μα αυτός που θα ενδιαφερθεί  ν᾿ αποκτήσει την οικία μου».

Είναι γνωστή η διήγηση από τον Ευεργετινό! Ζούσε στην έρημο της Αιγύπτου ένας ταπεινός και αγαθός μοναχός. Κανείς δεν άκουσε ποτέ άσχημο λόγο του. Κανέναν δεν ελύπησε, δεν εστενοχώρησε. Έφθασαν τα εγκωμιαστικά γι᾿ αυτόν λόγια στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Ο Πατριάρχης, άνδρας με πνευματικό αισθητήριο ανεπτυγμένο, έδωσε εντολή στους απεσταλμένους του να οδηγήσουν τον ταπεινό μοναχό εμπρός του, να τον γνωρίσει και να λάβει την ευχή του από κοντά! Έτσι και έγινε. Έφθασαν οι πατριαρχικοί αγγελιοφόροι και κοινοποίησαν  στον ησύχιο ερημίτη την επιθυμία του Πατριάρχου. Η ώρα όμως περνούσε. Στις διαδοχικές ερωτήσεις και παρατηρἠσεις των απεσταλμένων προς τον μοναχό να βιαστεί διότι θα καθυστερήσουν, ο ασκητής απαντούσε μονοδιάστατα: «Λίγο ακόμη και έρχομαι, λίγο ακόμη!». Κάποιος εκ της πατριαρχικής αποστολής δεν άντεξε! Σκαρφάλωσε σε μία κρύπτη, τρόπον τινά, εκ της οποίας μπορούσε να παρατηρεί εντός του καλύβης του μοναχού. Και αντίκρισε τον μακάριο εκείνο άνδρα, τον ένσαρκο άγγελο του Θεού, να προσπαθεί απεγνωσμένα να στεγνώσει και να συμμαζέψει το βρεγμένο και λιωμένο σχεδόν ρασάκι του, διότι ντρεπόταν να εμφανισθεί έμπροσθεν του Πατριάρχου σε αυτό το χάλι! Όταν δε ο Πατριάρχης ενημερώθηκε για τον ακριβή λόγο της καθυστέρησης και αργοπορίας, θαύμασε και εμακάρισε τον άνθρωπο του Θεού.

Θα κλείνω το κείμενο ετούτο ως εξεκίνησα, με τον λόγο του Αββά Μακαρίου, που τόσα επέρασε και έπαθε στην Έρημο. Συνήθιζε να λέγει: «Φεύγετε, αδελφοί!». Και όταν οι άλλοι μοναχοί τον ρωτούσαν «πού, αββά, ακόμη βαθύτερα στην Έρημο;», εκείνος απαντούσε, βάζοντας το δάκτυλό του στα στόμα και τα χείλη του: «Αυτό να φεύγετε».