Dogma

Προσωπικότητες του Πνεύματος, της Τέχνης και της Επιστήμης (Β’)

Της Βιργινίας Χαμουδοπούλου-Κωνσταντινίδου, Ιστορικού

Μανώλης Ι. Καλομοίρης. Ο Μανώλης Καλομοίρης γεννήθηκε στη Σμύρνη τον Δεκέμβριο του 1883. Πατέρας του ο Ιωάννης Καλομοίρης, ιατρός από τη Σάμο· μητέρα του η Σμυρνιά Μαρία Χαμουδοπούλου, αδελφή του Λογίου και δημοσιογράφου Μηνά Χαμουδόπουλου. Ορφανός από πατέρα από 4 ετών. Τα πρώτα παιδικά του χρόνια ο Καλομοίρης τα πέρασε στη Σμύρνη μαγεμένος από τα παραμύθια που του έλεγαν η μητέρα του, η γιαγιά του και μία τυφλή γριούλα, που τη ζωντάνεψε αργότερα μουσικά στον “Καπετάν Λύρα” του. Από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού φάνηκε το ταλέντο του στη μουσική.

Σε ηλικία 11 ετών εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του στο σπίτι του θείου του Μηνά Χ. στην Αθήνα (1894), ο οποίος είχε διορισθεί, στα πλαίσια διορισμών επίλεκτων ελληνοοθωμανών, Γραμματέας της Τουρκικής Πρεσβείας στην Αθήνα (1887-1899). Στην Αθήνα ο Καλομοίρης, παίρνοντας μαθήματα πιάνου, πήρε τα μηνύματα της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής, ξένης προς την καθαρά ελληνική ανατολίτικη παράδοση (αρχαίες ελληνικές κλίμακες, βυζαντινό μέλος, δημοτικό τραγούδι), στην οποία ήδη είχε εγκύψει ο νεαρός μουσικός. Ο Μανώλης φανέρωσε από τότε τη βαθιά έλξη του προς τα δημοτικά τραγούδια, που του ήταν γνωστά από τα παιδικά του χρόνια με τα τραγούδια της γιαγιάς του. Άλλωστε πλάι στον “μπαμπά Μηνά”, όπως φώναζε τον θείο του, ζούσε την ελληνορθόδοξη παναδελφότητα, ως μία αναβίωση του πολυεθνικού Βυζαντίου.

Όταν τελείωσε το Λύκειο ο Μ.Κ., με την οικονομική στήριξη του θείου του, μετέβη με τη μητέρα του στη Βιέννη (1901) για να σπουδάσει πιάνο και σύνθεση. Στη Βιέννη επηρεάστηκε από τη δημιουργία των Εθνικών Μουσικών Σχολών άλλων χωρών, κυρίως δε από τη Ρωσική Σχολή, που είχε διαμορφωθεί με βάση τη γλώσσα του λαού, σύμφωνα όμως με όλα τα τεχνικά μυστικά της εξελιγμένης Ευρώπης. Έτσι το 1907 βρίσκει τον Μανώλη στο Χάρκοβο της Ρωσίας ως καθηγητή στο Λύκειο Obolensky, με κύριο στόχο την έντεχνη μουσική καλλιέργεια του δημοτικού τραγουδιού, των θρύλων, των παραδόσεων, αλλά και του πεζού και ποιητικού λόγου, ώστε η εκκολαπτόμενη από τον ίδιο ελληνική εθνική μουσική γλώσσα να βρει τη θέση της στη διεθνή μουσική κοινωνία.

Ο Καλομοίρης θεωρεί το εαυτό του ως εξάγγελο της Φυλής του. Ασπάζεται τη Δημοτική γλώσσα και φροντίζει να γίνει δι᾽ αλληλογραφίας γνωστός στον Κωστή Παλαμά, στον Πάλλη, στον Εφταλιώτη και στον Καζαντζάκη.

Ο Καλομοίρης μελοποίησε τα έργα άνω των 40 Ποιητών και Λογοτεχνών, προεξάρχοντος του Κωστή Παλαμά, του οποίου μελοποίησε περί τα 50 ποιήματα και συνέθεσε την Παλαμική συμφωνία. Τον Ιούνιο του 1908 έδωσε στο Ωδείο Αθηνών συναυλία με έργα δικά του. Το κοινό ενθουσιάστηκε. Μετά τη συναυλία ο Παλαμάς του αφιέρωσε ποίημα 21 στίχων: «…Γειά σου, καλέ, χαρά σου,/ σαν ροδοχάραμα το μήνυμά σου·/ σε βλέπω αργοϋψώνεσαι παλάτι μουσικό…».

Το 1910 ο Κ. εγκαθίσταται στην Αθήνα και αναπτύσσει δεσμούς με τον Ελευθ. Βενιζέλο, στο πρόσωπο του οποίου έβλεπε την πραγματοποίηση μεγάλων οραμάτων και ιδανικών…

Μετά τη συναυλία του 1908 είχε χαρακτηρισθεί ως Εθνικός Μουσουργός.

Εκτός από συνθέτης ο Κ. υπήρξε θεμελιωτής πολλών μουσικών θεσμών: μουσικοκριτικός, δάσκαλος, συγγραφέας εκπαιδευτικών μουσικών έργων και βιβλίων.

Στο μουσικό του έργο ιδιαίτερη θέση κρατούν οι τρεις συμφωνίες του, η μουσική δωματίου και πάνω απ᾽ όλα οι πέντε όπερες και οι κύκλοι τραγουδιών.

Τον χαρακτήρισαν και ως “Έλληνα Βάγκνερ” για την αισθητική του συγγένεια με τις διδαχές του Γερμανού συνθέτη, που αποτελούσε το ίνδαλμά του.

Το 1926 ίδρυσε το “Εθνικό Ωδείο” έχοντας ως συνεργάτες μερικούς από τους πιο αξιόλογους καλλιτέχνες της εποχής του (Δημήτρη Μητρόπουλο, Δ. Λαυράγκα, Μ. Βάρβογλη κ.ά.). Δημιουργεί παραρτήματα του Ε.Ω. στην Αθήνα, αλλά και σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο, δίνοντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα για σοβαρές μουσικές σπουδές σ᾽ ένα ευρύ λαϊκό στρώμα. Δίνει υποτροφίες σε άπορους σπουδαστές και θεσπίζει βραβεία για ταλαντούχους τελειόφοιτους. Γράφει θεωρητικά εγχειρίδια για όλες τις βαθμίδες του Ωδείου, τα οποία θεωρούνται χρήσιμα ακόμα και σήμερα.

Σήμερα το “Εθνικό Ωδείο” διευθύνεται από την εγγονή του Χαρά, διπλωματούχο στο πιάνο, η οποία παρέλαβε τη Διεύθυνσή του από τη μητέρα της Κρινιώ, το μόνο από τα τρία παιδιά του Καλομοίρη που επέζησε, αφού τα δύο αδέλφια της, ο Γιαννάκης και ο Νίκος, είχαν αποβιώσει σε μικρές ηλικίες.

Το 1945 ο Κ. εκλέγεται τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Μουσική, που δημιουργήθηκε γι᾽ αυτόν. Στην αντιφώνησή του, μετά την τιμητική προσφώνηση του Προέδρου Αριστοτέλη Κούζη, είπε μεταξύ άλλων τα εξής: «Τον κότινο –δηλ. το έπαθλο–, που η Ακαδημία Αθηνών μου έκαμε την τιμή να μου προσφέρει, τον προσφέρω στη μνήμη του άγνωστου μουσουργού του δημοτικού μας τραγουδιού».

Στα έργα του Καλομοίρη λόγος και μουσική συμπορεύονται πλάι-πλάι, με τη μουσική να ξετυλίγει στα αυτιά του ακροατή το ποιητικό περιεχόμενο, σχολιάζοντάς το και αναδεικνύοντάς το. Υπάρχει μία ενιαία, μουσικοποιητική δομή.

Ο Καλομοίρης γαλούχησε γενιές νέων με τα ιδανικά του. Πολλοί απόφοιτοι του “Εθνικού Ωδείου” εξελίχθηκαν σε αξιόλογους καλλιτέχνες. Δημιουργήθηκε ένας πυρήνας που πίστεψε και βοήθησε στη διάδοση της ελληνικής μουσικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Δυστυχώς σήμερα η μουσική παιδεία στη χώρα μας είναι πίσω. Δεν έχουμε Ακαδημία Μουσικών Σπουδών και το ρεμπέτικο –εύκολο και διασκεδαστικό–, κυριαρχεί ως το μοναδικό μουσικό κληροδότημα της αλησμόνητης Σμύρνης.

Ο Καλομοίρης κοιμήθηκε το 1962, έχοντας πλάι του την αγαπημένη του σύζυγο, με την οποία είχε κλείσει 60 χρόνια κοινής ζωής. Η Κερκυραία Χαρίκλεια Παπαμόσχου, συμφοιτήτριά του στη Βιέννη, ήταν πιανίστα και στάθηκε δίπλα του επάξια στις χαρές και στις λύπες.

Φώτης Κόντογλου (1897-1965). Σύγχρονος του Καλομοίρη ο Κόντογλου από τις Κυδωνίες (το Αϊβαλί), μαγεύτηκε και αυτός με τη χυμώδη λαϊκή ελληνική γλώσσα και με τα ανατολίτικα παραμύθια με τις εξωτικές περιγραφές, και άσκησε τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία με εντυπωσιακές και τελείως πρωτότυπες επιδόσεις.

Ο Κόντογλου έφθασε στην Αθήνα πρόσφυγας από το Αϊβαλί, τη χρονιά της μικρασιατικής καταστροφής (1922). Είχαν προηγηθεί πέντε χρόνια στην Ισπανία και τη Γαλλία, όπου είχε διακριθεί για το ξεχωριστό ζωγραφικό του ταλέντο.

«Τα πρώτα λογοτεχνικά του κείμενα κόμιζαν καινούργιες ευαισθησίες και μια απροσδόκητη γλωσσική φρεσκάδα στη νεοελληνική πρόζα. Αντίστοιχα στη ζωγραφική τολμούσε να μεταφέρει την τεχνοτροπία της βυζαντινής αγιογραφίας ζωγραφίζοντας προτραίτα ή σκηνές της αρχαιοελληνικής μυθολογίας με τον τρόπο των εκκλησιαστικών εικόνων, αποκαλύπτοντας στους έκπληκτους ομοτέχνους του την ασύγκριτη γοητεία των καθαρά ζωγραφικών λύσεων της βυζαντινής τεχνικής» (βλ. Χρ. Γιανναράς, “Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα”, εκδ. Δόμος, 1996, σσ. 414-418).

Συνεχίζει με έργα ελληνοκεντρικής αισθητικής, στενά συνδεδεμένης με τα εικαστικά και τη λογοτεχνία της Ευρώπης. Όπως ο Καλομοίρης στον τομέα της μουσικής, που ονόμαζε τη Δύση “η ξένη η μαστόρισσα”.

Ο Κόντογλου από τα τέλη της δεκαετίας του ᾽30 και μετά υιοθετεί, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη ζωγραφική, μία εμμονή στη λαϊκότροπη αποκλειστικά θρησκευτική παράδοση.

Μεταγγλωτίζει στο λαϊκό ύφος βιβλικά και πατερικά κείμενα, μάχεται με άρθρα και επιφυλλίδες για την λαϊκή γραφικότητα της παραδοσιακής Ορθοδοξίας.

«Η συμβολή του Κόντογλου στην ενεργοποίηση της ελληνικής και ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας, ήταν μέσα στα πλαίσια της εποχής του σημαντική. Η παρουσία του και το έργο του λειτούργησαν σαν καταλύτης για την αφύπνιση της ανυποψίαστης ελλαδικής διανόησης, αλλά και ευρύτερα της ελλαδικής κοινής γνώμης για την αξία και δυναμική της βυζαντινής εκκλησιαστικής παράδοσης» (Χρ. Γιανναράς, έ.α., σ. 416).

Πριν από τον Κόντογλου η βυζαντινή αγιογραφία, όπως γενικότερα ο βυζαντινός πολιτισμός, ήταν μία μεσαιωνική παρένθεση μεταξύ της αρχαίας ελληνικής λαμπρότητας και του νεοελληνικού κόσμου. Ως τα μέσα περίπου του 20ού αι. ήταν αυτονόητο να εικονογραφούνται οι ναοί με αγιογραφίες αναγεννησιακές. Η αγιογράφηση του Καθεδρικού μας ναού, της Μητροπόλεως Αθηνών, είναι αναγεννησιακή καθώς και η αρχιτεκτονική του ναού δεν έχει σχέση με τους καθαρά ορθόδοξους ναούς.

Χάρη στον Κόντογλου και στο μαχητικό του πάθος, το κλίμα άλλαξε ριζικά. Ίσως αυτό σχετίστηκε και με την αφύπνιση της Ευρώπης για τη βυζαντινή αισθητική την εποχή εκείνη. Ο Κόντογλου είχε επί πενταετία παραμείνει στην Ευρώπη. Όμως αυτή η σύμπτωση δεν μειώνει τη σημασία της προσφοράς του.

Άλλωστε το 1946 ο καθηγητής του Πολυτεχνείου και αισθητικός Παναγιώτης Μιχελής έβγαλε στο φως το ασύγκριτο σύγγραμμά του “Αισθητική θεώρηση της Βυζαντινής Τέχνης”, με πέντε επανεκδόσεις, όπου αναλύει εις βάθος τη βυζαντινή Τέχνη, ως Τέχνη του Υψηλού, σε αντίθεση με την κλασική Ελληνική Τέχνη, ως Τέχνη του Ωραίου.

Ο Κόντογλου λειτούργησε ως διδάσκαλος σε πολλούς παροδικούς μαθητές, αλλά και σαν άξονας επηρεασμού ευρύτερων κύκλων καλλιτεχνών και διανοουμένων. Μαθητής του ήταν ο Γιάννης Τσαρούχης, που έδωσε στη βυζαντινή ζωγραφική μία πνοή σύγχρονης ελληνικότητας. Επίσης η αγιογραφική “αθωότητα” του Θεόφιλου είναι και αυτή αποτέλεσμα της επίδρασης της τέχνης του Κόντογλου στο έργο των λαϊκών ζωγράφων.

Ο μουσικολόγος Σίμων Καράς επιτέλεσε στη μουσική έργο αντίστοιχο με αυτό του Κόντογλου και η Αγγελική Χατζημιχάλη ξεκίνησε την ίδια εποχή τις πρώτες συστηματικές έρευνες για τη λαϊκή τέχνη στην Ελλάδα. Επίσης ο ζωγράφος και ποιητής Νίκος Εγγονόπουλος μαθήτευσε στο ίδιο εργαστήρι, όπως και άλλοι λογοτέχνες και ζωγράφοι της γενιάς του ᾽30.

Ο Μικρασιατικός πολιτισμός απλώθηκε σε όλα τα πεδία της ζωής, προσφέροντας φως και ζωντάνια στους σύγχρονους Έλληνες.