Dogma

Ψαρεύοντας σε θολά νερά, στοχασμοί για τη «Νέα εποχή»

Η χρήση από τη "Νέα εποχή" όρων με άλλο νόημα...

Ὁ Τζώρτζ Ὄρ­γου­ελ στό πα­σί­γνω­στο βι­βλί­ο του 1984 ‒στό κα­λύ­τε­ρο ἴ­σως βι­βλί­ο πού ἔ­χει γρα­φεῖ γιά τόν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­σμό‒ λέ­γει ὅ­τι «Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἐ­λέγ­χει τή γλῶσ­σα ἑ­νός ἀν­θρώ­που, ἐ­λέγ­χει καί τίς σκέ­ψεις του». Ἡ πο­λύ ση­μαν­τι­κή δι­α­πί­στω­ση αὐ­τή ἔ­δω­σε ἀ­φορ­μή νά ἀ­να­πτυ­χθεῖ ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος κλά­δος τῆς προ­πα­γάν­δας καί τῶν τε­χνι­κῶν δι­α­νο­η­τι­κῆς χει­ρα­γώ­γη­σης.Τό χτα­πό­δι, τό πλέγ­μα δη­λα­δή τῶν ὀρ­γα­νώ­σε­ων πού συμ­πλέ­κον­ται σ’ αὐ­τό πού ὀ­νο­μά­ζου­με «Νέ­α Ἐ­πο­χή», γνω­ρί­ζουν καί ἐ­πω­φε­λοῦν­ται ἀ­πό τίς δι­α­πι­στώ­σεις αὐ­τές τῆς προ­πα­γάν­δας.

Ἔ­τσι ἡ γλῶσ­σα χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πολ­λές φο­ρές, ἰ­δι­αί­τε­ρα στήν προ­πα­γάν­δα, ὄ­χι γιά νά φα­νε­ρώ­σει ἀλ­λά γιά νά κρύ­ψει καί νά συ­σκο­τί­σει. Εἶ­ναι γνω­στό τό ρη­τό ὅ­τι ἡ μι­σή ἀ­λή­θεια εἶ­ναι χει­ρό­τε­ρη ἀ­πό τό ψέ­μα. Πάν­τως ἡ τε­χνι­κή τῆς μι­σῆς ἀ­λή­θε­ας πολ­λές φο­ρές πε­τυ­χαί­νει αὐ­τό πού δέν θά πε­τύ­χαι­νε τό ξε­κά­θα­ρο ψέ­μα. Τό ἴ­διο πε­τυ­χαί­νει καί ἡ χρή­ση μιᾶς ἐ­πι­στη­μο­νι­κο­φα­νοῦς ὁ­ρο­λο­γί­ας, τήν ὁ­ποί­α τό εὐ­ρύ κοι­νό δέν ἔ­χει τίς προ­ϋ­πο­θέ­σεις νά ἀν­τι­λη­φθεῖ. Ὁ­πό­τε τά λε­γό­με­να χρει­ά­ζον­ται ἀ­νά­λυ­ση καί ἀ­πο­κρυ­πτο­γρά­φη­ση. Ὅ­ταν δέν γί­νε­ται αὐ­τό ‒καί συ­νή­θως δέν γί­νε­ται‒ ὁ κα­θέ­νας ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται αὐ­τά πού δι­α­βά­ζει ἤ ἀ­κού­ει μέ τόν δι­κό του τρό­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος πο­λύ συ­χνά εἶ­ναι ἀν­τί­θε­τος μέ τό πραγ­μα­τι­κό νό­η­μα τῶν λέ­ξε­ων καί φρά­σε­ων.

Γιά νά γί­νω πιό σα­φής θά θυ­μί­σω λέ­ξεις καί φρά­σεις πού ἀ­κοῦ­με ἀ­πό τά ΜΜΕ. Ἀ­πό τίς «πα­ρά­πλευ­ρες ἀ­πώ­λει­ες», γιά τίς ὁ­ποῖ­ες μι­λοῦ­σαν οἱ Να­το­ϊ­κοί ὅ­ταν βομ­βάρ­δι­ζαν τή Σερ­βί­α τό 1999, ἐν­νο­ών­τας τούς θα­νά­τους ἀ­μά­χων ἀ­πό τούς βομ­βαρ­δι­σμούς πού ἔ­κα­ναν, μέ­χρι τό «πι­στω­τι­κό γε­γο­νός», γιά τό ὁ­ποῖ­ο ἀ­κού­γα­με στίς εἰ­δή­σεις μέ­χρι πρίν ἀ­πό δυ­ό-τρεῖς μῆ­νες. Μέ τόν ὅ­ρο αὐ­τόν ἐν­νο­οῦ­σαν τή χρε­ω­κο­πί­α τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας. Τώ­ρα πλέ­ον δέν χρει­ά­ζε­ται νά τό κρύ­βουν.

Οἱ Ὁ­μά­δες τοῦ μω­σα­ϊ­κοῦ τῆς «Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς» χρη­σι­μο­ποι­οῦν πο­λύ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά ὅ­ρους, οἱ ὁ­ποῖ­οι στήν τρέ­χου­σα χρή­ση τους ἀ­πό τόν μέ­σο ἄν­θρω­πο ἔ­χουν συγ­κε­κριμ­μέ­νη σημασία, δί­νον­τάς τους ἕ­να δι­α­φο­ρε­τι­κό νό­η­μα. Ἔ­τσι «ψα­ρεύ­ουν στό θο­λά νε­ρά» ‒γιά νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σω τήν ἔκ­φρα­ση τοῦ τί­τλου τοῦ θέ­μα­τος‒ δη­λα­δή ἐ­πω­φε­λοῦν­ται ἀ­πό τή σύγ­χυ­ση πού δη­μι­ουρ­γοῦν στό μυα­λό τῶν ἀν­θρώ­πων στούς ὁ­ποί­ους ἀ­πευ­θύ­νον­ται.

Ἡ σύγ­χυ­ση ἔγ­κει­ται στό γε­γο­νός ὅ­τι ὁ ἀ­πο­δέ­κτης τοῦ μη­νύ­μα­τος θε­ω­ρεῖ ἐ­σφαλ­μέ­να ὅ­τι δύ­ο πράγ­μα­τα ἀ­νό­μοι­α εἶ­ναι δῆ­θεν ἴ­δια. Αὐ­τό ἐν­τάσ­σε­ται στό γε­νι­κό­τε­ρο πλαί­σιο τοῦ συγ­κρη­τι­σμοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­τε­λεῖ βα­σι­κό κε­φά­λαι­ο πί­στε­ως τῆς «Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς». Γιά νά δώ­σου­με ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα, ἡ Ν. Ἐ., στό πλαί­σιο τοῦ συγ­κρη­τι­στι­κοῦ πι­στεύ­ω της, λέ­γει ὅ­τι δέ­χε­ται πώς ὅ­λες οἱ θρη­σκεῖ­ες εἶ­ναι δρό­μοι πού ὁ­δη­γοῦν στόν ἴ­διο σκο­πό. Ὅ­ποι­α πί­στη, ὅ­ποι­ο δόγ­μα καί ἄν δέ­χε­σαι, μπο­ρεῖς νά φθά­σεις στήν κα­τα­ξί­ω­ση τοῦ προ­σώ­που σου καί στή σω­τη­ρί­α.

Καί γιά νά φέ­ρω συγ­κε­κριμ­μέ­να πα­ρα­δείγ­μα­τα χρή­σε­ως ὅ­ρων μέ ἄλ­λο νό­η­μα:

1. Ὁ ὅ­ρος «Νέ­α Ἐ­πο­χή».

Πρῶ­τα-πρῶ­τα ὁ ἴ­διος ὁ ὅ­ρος, μέ τόν ὁ­ποῖ­ο ἡ κί­νη­ση αὐ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται, εἶ­ναι ψευ­δε­πί­γρα­φος. Ἡ λε­γο­μέ­νη «Νέ­α Ἐ­πο­χή» δέν εἶ­ναι κα­θό­λου νέ­α καί τοῦ­το ἐ­πει­δή τό βα­σι­κό μή­νυ­μά της εἶ­ναι ἡ ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ ἀρ­χαί­ου ἐ­ω­σφο­ρι­κοῦ ψέμ­μα­τος καί δε­λε­ά­σμα­τος τῆς αὐ­το-θε­ώ­σε­ως, δη­λα­δή τῆς θε­ώ­σε­ως χω­ρίς Θε­ό.

2. Ἡ «στρο­φή πρός τά μέ­σα».

Ἡ «στρο­φή πρός τά μέ­σα», πρός τόν ἐ­σω­τε­ρι­κό ἄν­θρω­πο γιά νά ἀν­τλη­θεῖ ἀ­πό ἐ­κεῖ ἡ ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κά νο­η­μέ­νη «γνώ­ση» εἶ­ναι βα­σι­κό θέ­μα στό ὁ­ποῖ­ο ὅ­λες οἱ νε­ο­ε­πο­χί­τι­κες ὁ­μά­δες ἐ­πα­νέρ­χον­ται. Τό θέ­μα αὐ­τό -τήν «στρο­φή πρός τά μέ­σα»- ἐκ­με­τα­λ­λεύ­ε­ται ἡ Ν. Ἐ., καλ­λι­ερ­γών­τας σύγ­χυ­ση, δι­ό­τι καί ἐ­μεῖς οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι, καί ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ μυ­στι­κοί καί ἀ­σκη­τι­κοί Πα­τέ­ρες, μι­λοῦμε γιά «στρο­φή πρός τά μέ­σα», γιά καλ­λι­έρ­γεια τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ ἀν­θρώ­που. Αὐ­τή ἡ ἀ­να­φο­ρά ἔ­χει ὅ­μως τε­λεί­ως ἄλ­λες προ­ϋ­πο­θέ­σεις καί ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή στό­χευ­ση. Δη­λα­δή ἔ­χει ρι­ζι­κά δι­α­φο­ρε­τι­κό νό­η­μα.

Ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος ἔ­χει ἕ­να θαυ­μά­σιο χω­ρί­ο τό ὁ­ποῖ­ο μᾶς λέ­γει τί εἶ­ναι αὐ­τή ἡ στρο­φή πρός τά μέ­σα. Λέγει ὁ Ἅγιος:

«Νοῦς μέν γάρ μή σκε­δαν­νύ­με­νος ἐ­πί τά ἔ­ξω, μη­δέ ὑ­πό τῶν αἰ­σθη­τη­ρί­ων ἐ­πί τόν κό­σμον δι­α­χε­ό­με­νος, ἐ­πά­νει­σι μέν πρός ἑ­αυ­τόν· δι’ ἑ­αυ­τοῦ δέ πρός τήν πε­ρί Θε­οῦ ἔν­νοι­αν ἀ­να­βαί­νει· κἀ­κεί­νῳ τῷ κάλ­λει πε­ρι­λαμ­πό­με­νός τε καί ἐλ­λαμ­πό­με­νος καί αὐ­τῆς τῆς φύ­σε­ως λή­θην λαμ­βά­νει, μή­τε πρός τρο­φῆς φρον­τί­δα, μή­τε πρός πε­ρι­βο­λαί­ων μέ­ρι­μναν τήν ψυ­χήν κα­θελ­κό­με­νος, ἀλ­λά, σχο­λήν ἀ­πό τῶν γη­ΐ­νων φρον­τί­δων ἄ­γων, τήν πᾶ­σαν ἑ­αυ­τοῦ σπου­δήν ἐ­πί τήν κτῆ­σιν τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν με­τα­τί­θη­σι…» (Μ. Βα­σι­λεί­ου, Ἐ­πι­στ. 2, (P. G. 32, 228 Α καί Ε.Π.Ε. τ. 1ος σελ. 64).

Καί σέ ἐ­λεύ­θε­ρη δι­κή μας ἀ­πό­δο­ση στή νέ­α ἑλ­λη­νι­κή: Νοῦς ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν δι­α­σκορ­πί­ζε­ται πρός τά ἔ­ξω οὔ­τε δι­α­χέ­ε­ται διά τῶν αἰ­σθή­σε­ων πρός τά πράγ­μα­τα τοῦ κό­σμου, ἐ­πα­νέρ­χε­ται στόν ἑ­αυ­τό του. Πραγ­μα­το­ποι­ών­τας αὐ­τή τήν κί­νη­ση ἐ­πα­νό­δου στόν ἑ­αυ­τό του, ἀ­νέρ­χε­ται συγ­χρό­νως καί πλη­σιά­ζει τόν Θε­ό. Ὁ­πό­τε κα­θώς ἐ­κεῖ­νο τό θε­ϊ­κό κάλ­λος φω­τί­ζει τόν νοῦ (ἐλ­λαμ­πό­με­νος) ἀλ­λά καί ὅ­λη του τήν ὕ­παρ­ξη καί τό σῶ­μα του ἀ­κό­μη (πε­ρι­λαμ­πό­με­νος), λη­σμο­νεῖ ἀ­κό­μη καί τήν ἴ­δια του τή φύ­ση ὁ ἄν­θρω­πος καί δέν με­ρι­μνᾶ οὔ­τε γιά τρο­φή οὔ­τε γιά ροῦ­χα, ἀλ­λά σχο­λά­ζων ἀ­πό κά­θε γή­ι­νη φρον­τί­δα, με­τα­θέ­τει ὅ­λη τή μέ­ρι­μνά του στό πῶς θά ἑ­νω­θεῖ μέ τόν Θε­ό καί πῶς θά ἀ­πο­κτή­σει τά αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θά.

Σχο­λι­ά­ζον­τας τό κεί­με­νο αὐ­τό θά μπο­ρού­σα­με νά ποῦ­με καί τά ἑ­ξῆς: Ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος πι­στός πού καλ­λι­ερ­γεῖ τήν προ­σευ­χή καί θέ­λει νά γνω­ρί­σει τόν Θε­ό δέν κι­νεῖ­ται ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό του «πρός τά μέ­σα» γιά νά ἀ­να­κα­λύ­ψει δῆ­θεν ἐ­κεῖ τόν Ἑ­αυ­τό μέ Ε κε­φα­λαῖ­ο, (αὐ­τό εἶ­ναι ὁ δι­α­λο­γι­σμός), ὅ­πως ἐ­πι­δι­ώ­κουν οἱ νε­ο­ε­πο­χί­τες. Ἀν­τί­θε­τα, ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος κι­νού­με­νος διά τῆς προ­σευ­χῆς, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­ναι ἀ­γα­πη­τι­κή προ­σω­πι­κή κί­νη­ση καί σχέ­ση ἀ­πό τό ἐ­γώ τοῦ προ­σευ­χο­μέ­νου πρός τό Ἐ­σύ τοῦ Θε­οῦ, ἀ­γα­πών­τας γνω­ρί­ζει τόν Κύ­ριο καί ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τό θε­ϊ­κό φῶς φω­τι­ζό­με­νος γνω­ρί­ζει καί τόν ἑ­αυ­τό του. Καί πῶς τόν γνω­ρί­ζει; Δέν φαν­τά­ζε­ται ‒δι­ό­τι αὐ­τό βα­σι­κά εἶ­ναι ὁ δι­α­λο­γι­σμός, μί­α κί­νη­ση τῆς φαν­τα­σί­ας‒ δέν φαν­τά­ζε­ται λοι­πόν ὅ­τι ἀ­να­κα­λύ­πτει ἐν­τός του τόν ἐ­ξα­στρά­πον­τα δῆ­θεν θε­ϊ­κό Ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λά γνω­ρί­ζον­τας τόν Θε­ό ‒μᾶλ­λον δέ, κα­τά τόν οὐ­ρα­νο­βά­μο­να Παῦ­λο, γνω­ρι­ζό­με­νος ὑ­π’ αὐ­τοῦ‒ βλέ­πει τήν ἐν­τός του ἀ­μαυ­ρω­θεῖ­σα εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ καί ἀν­τί νά ἐ­παί­ρε­ται αὐ­το­θαυ­μα­ζό­με­νος να­ρκισ­σι­στι­κά, με­τα­νο­εῖ τε­λω­νι­κά γιά νά ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ ἐν­τός του διά τῆς θεί­ας χά­ρι­τος ‒καί ὄ­χι μέ τίς δι­κές του μό­νον δυ­νά­μεις, ὅ­πως πι­στεύ­ει ἡ Ν. Ἐ.‒ τό ἀρ­χαῖ­ον κάλ­λος τό ἀ­πω­λε­σθέν.

3. Ἤ­δη μέ αὐ­τά πού εἴ­πα­με ἐ­θί­ξα­με τό θέ­μα τῆς ἠ­θε­λη­μέ­νης συγ­χύ­σε­ως πού καλ­λι­ερ­γοῦν οἱ νε­ο­ε­πο­χί­τες δά­σκα­λοι με­τα­ξύ ὀρ­θο­δό­ξου προ­σευ­χῆς καί νε­ο­ε­πο­χί­τι­κου (μέ προ­έ­λευ­ση ἀ­να­το­λι­κο­θρη­σκευ­τι­κή) δι­α­λο­γι­σμοῦ. Ἡ σύγ­χυ­ση εἶ­ναι ἠ­θε­λη­μέ­νη ἀ­πό τήν πλευ­ρά τῶν δα­σκά­λων, οἱ ὁ­ποῖ­οι πλα­νώ­με­νοι πλα­νοῦν στή συ­νέ­χεια καί τούς τα­λαί­πω­ρους μα­θη­τές-θύ­μα­τά τους, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ εὐ­θύ­νη φυ­σι­κά εἶ­ναι μι­κρό­τε­ρη.

Ἡ προ­σευ­χή λοι­πόν ὄ­χι μό­νο δέν ταυ­τί­ζε­ται μέ τόν δι­α­λο­γι­σμό ἀλ­λ’ εἶ­ναι τό ἀν­τί­θε­τό του. Ὁ δι­α­λο­γι­σμός εἶ­ναι μί­α κί­νη­ση ἀ­πό τόν ἑ­αυ­τό πρός τόν ἑ­αυ­τό γιά νά βρεῖ ὁ δι­α­λο­γι­ζό­με­νος τόν δῆ­θεν θε­ϊ­κό Ἑ­αυ­τό του, δη­λα­δή τήν θε­ϊ­κή φύ­ση του, τήν ὁ­ποί­α μέ­χρι τό­τε ἀ­γνο­οῦ­σε. Εἶ­ναι δη­λα­δή ὁ δι­α­λο­γι­σμός ἕ­να ἐ­γω­κεν­τρι­κό βρα­χυ­κύ­κλω­μα. Ἐ­νῶ ἡ ὀρ­θό­δο­ξη προ­σευ­χή εἶ­ναι μί­α κί­νη­ση ἀ­γά­πης πρός τό Ἐ­σύ τοῦ Θε­οῦ καί τό ἐ­σύ τῶν ἁ­γί­ων, τῶν ὁ­ποί­ων τίς πρε­σβεῖ­ες ζη­τοῦ­με. Θυ­μη­θεῖ­τε, τό χω­ρί­ο τοῦ Μ. Βα­σι­λεί­ου, πού παραθέ­σα­με («δι’ ἑ­αυ­τοῦ δέ πρός τήν πε­ρί Θε­οῦ ἔν­νοι­αν ἀ­να­βαί­νει…»).

4. Ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ κα­τάλ­λη­λη θέ­ση νά ποῦ­με καί γιά μιά ἄλ­λη νε­ο­ε­πο­χί­τι­κη σύγ­χυ­ση πού καλ­λι­ερ­γεῖ­ται. Χρη­σι­μο­ποι­οῦν τό γρα­φι­κό «Ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ ἐν­τός ὑ­μῶν ἐ­στί» (Λουκ. 17, 21), γιά νά ὑ­πο­στη­ρί­ξουν τήν πλά­νη τους ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἀ­πό τήν φύ­ση του Θε­ός. Ἐ­μεῖς ὅ­μως οἱ Ὀρ­θό­δο­ξοι δέν λέ­με αὐ­τό. Τί λέ­με; Λέ­με ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος διά τοῦ ἁ­γί­ου βα­πτί­σμα­τος ἔ­χει ἔ­νοι­κον μέ­σα στήν καρ­διά του τήν ἄ­κτι­στο θεί­α χά­ρη ἤ ἐ­νέρ­γεια· ΟΧΙ τήν θεί­α οὐ­σί­α.

Χά­σμα μέ­γα λοι­πόν με­τα­ξύ τῆς ὀρ­θο­δό­ξου καί τῆς νε­ο­ε­πο­χί­τι­κης ἀ­πό­ψε­ως. Βλέ­που­με ὅ­τι οἱ δι­α­κρί­σεις εἶ­ναι «λε­πτές» ἀλ­λά ἔ­χουν τε­ρά­στια ση­μα­σί­α. Ἀλ­λά­ζει τε­λεί­ως τό νό­η­μα.

5. Τό θέ­μα τῆς προ­σευ­χῆς καί τῆς δι­α­κρί­σε­ώς της ἀ­πό τόν νε­ο­ε­πο­χί­τι­κο δι­α­λο­γι­σμό μᾶς φέρ­νει ὁ­μα­λά σ’ ἕ­να ἄλ­λο πε­δί­ο, ὅ­που καλ­λι­ερ­γεῖ­ται σύγ­χυ­ση. Εἶ­ναι τό θέ­μα τῆς πί­στε­ως.

Οἱ ὁ­μά­δες τῆς Νέ­ας Ἐ­πο­χῆς καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τό ρεῦ­μα τῆς λε­γο­μέ­νης «θε­τι­κῆς σκέ­ψε­ως» χρη­σι­μο­ποι­οῦν τόν ὅ­ρο πί­στη μέ ἀν­τί­στρο­φη ὅ­μως νο­η­μα­το­δό­τη­ση. Γιά τήν θε­τι­κή σκέ­ψη, πί­στη εἶ­ναι ὄ­χι αὐ­τό πού ἐν­νο­οῦ­με ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί, δη­λα­δή ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν Χρι­στό, ἀλ­λά τί εἶ­ναι;

Εἶ­ναι «νο­η­τι­κή στά­ση», δη­λα­δή δι­α­λο­γι­στι­κή τε­χνι­κή. Τό βα­σι­κό δόγ­μα πί­στε­ως τῆς θε­τι­κῆς σκέ­ψης εἶ­ναι ὅ­τι ἡ σκέ­ψη ταυ­τί­ζε­ται μέ τήν πρά­ξη. Αὐ­τό λοι­πόν πού χρει­ά­ζε­ται νά κά­νει κά­ποι­ος γιά νά ἐ­πι­τύ­χει ὁ,τι­δή­πο­τε, εἶ­ναι νά κα­τέ­βει στό ἐ­πί­πε­δο Α, ὅ­πως δι­δά­σκει π.χ. τό Σίλ­βα Μάϊντ Κον­τρόλ, καί νά προ­γραμ­μα­τί­σει κα­τάλ­λη­λα τή νο­η­τι­κή του στά­ση, δί­νον­τας ὑ­πό­στα­ση στήν ἐ­πι­θυ­μί­α του μέ­σῳ μιᾶς σκε­πτο­μορ­φῆς, ὅ­πως λέ­γει καί ὁ ἐ­σω­τε­ρι­σμός-ἀ­πο­κρυ­φι­σμός. Θέ­λε­τε ἀ­πό κλη­τή­ρας σέ μιά τρά­πε­ζα νά γί­νε­τε δι­ευ­θυν­τής; Ἀρ­χί­στε νά δι­α­λο­γί­ζε­στε ἔν­το­να ὅ­τι ἤ­δη εἶ­στε δι­ευ­θυν­τής καί θά γί­νει.

Ποι­ές, τώ­ρα, εἶ­ναι οἱ συ­νέ­πει­ες π.χ. γιά τίς θε­ρα­πεῖ­ες ἀ­σθε­νῶν ἀ­πό τόν Κύ­ριο καί τούς Ἀ­πο­στό­λους, πού δι­α­βά­ζου­με στό Εὐ­αγ­γέ­λιο; Ἡ θε­ρα­πεί­α, τό θαῦ­μα, δέν ὀ­φεί­λε­ται στόν Χρι­στό, ὀ­φεί­λε­ται στόν ἐ­σω­τε­ρι­κό Χρι­στό ‒κα­τά τήν πί­στη τῆς Ν. Ἐ.‒ δη­λα­δή στήν ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση τοῦ ἀ­νε­ξάν­τλη­του δυ­να­μι­κοῦ, τῆς «δύ­να­μης» πού ἔ­χου­με μέ­σα μας. Ὅ­λη ἡ ὑ­πό­θε­ση εἶ­ναι πῶς θά ἐ­νερ­γο­ποι­ή­σου­με καί πῶς θά «ξυ­πνή­σου­με» (ἀ­γα­πη­μέ­νη ἔκ­φρα­ση τῆς Ν. Ἐ.) καί πῶς θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με αὐ­τή τή δύ­να­μη ἤ ἐ­νέρ­γεια. Νά θυ­μί­σω ὅ­τι ἡ ἐ­νέρ­γεια, (πρά­να στά ἰν­δι­κά, τσί στά κι­νέ­ζι­κα, παγ­κό­σμια ἐ­νέρ­γεια ἤ συμ­παν­τι­κή ἐ­νέρ­γεια) εἶ­ναι ἡ ση­μαν­τι­κό­τε­ρη λέ­ξη-κλει­δί τῆς κο­σμο­θε­ω­ρί­ας τῆς Ν. Ἐ.

Ἔ­τσι, α) Ὁ δι­α­λο­γι­σμός καί ἡ αὐ­το­ε­ξέ­λι­ξη ἤ αὐ­το­πραγ­μά­τω­ση (δηλ. αὐ­το­θέ­ω­ση) δέν εἶ­ναι πα­ρά ξύ­πνη­μα καί χει­ρι­σμός αὐ­τῆς τῆς ἐ­νέρ­γειας (ξύ­πνη­μα τῆς κουν­τα­λί­νι καί «ἄ­νοιγ­μα τῶν τσά­κρας» κα­τά τήν νε­ο­ε­πο­χί­τι­κη ὁ­ρο­λο­γί­α).

β) Οἱ λε­γό­με­νες ἐ­ναλ­λα­κτι­κές θε­ρα­πεῖ­ες δέν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πό τε­χνι­κές ξεμ­πλο­κα­ρί­σμα­τος αὐ­τῆς τῆς ἐ­νέρ­γειας μιά καί ἡ ἀρ­ρώ­στια ὀ­φεί­λε­ται ‒λέ­νε‒ σέ μπλο­κά­ρι­σμα αὐ­τῆς τῆς ἐ­νέρ­γειας.

γ) Οἱ λε­γό­με­νες πο­λε­μι­κές τέ­χνες τῆς Ἀ­να­το­λῆς δέν εἶ­ναι πα­ρά χει­ρι­σμός αὐ­τῆς τῆς ἐ­νέρ­γειας γιά ἐκ­γύ­μνα­ση, ἄ­μυ­να καί ἐ­πί­θε­ση.

Μιά καί ἀναφέρα­με ἀρ­κε­τά γιά τήν θε­τι­κή λε­γο­μέ­νη σκέ­ψη (νά θυ­μί­σω ἐ­δῶ τό βι­βλί­ο τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ π. Ἀν­τω­νί­ου Ἀ­λε­βι­ζο­πού­λου «Αὐ­το­γνω­σί­α, αὐ­το­πραγ­μά­τω­ση, σω­τη­ρί­α», πού εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο βι­βλί­ο γιά τό θέ­μα μας ἀ­πό τήν Ὀρ­θό­δο­ξη σκο­πιά), νά ποῦ­με καί γιά τή σύγ­χυ­ση ὅ­τι:

6. «θε­τι­κή σκέ­ψη» καί κα­λός λο­γι­σμός ταυ­τί­ζον­ται. Μέ βά­ση ὅ­σα εἴ­πα­με πα­ρα­πά­νω, νο­μί­ζω ὅ­τι δέν χρει­ά­ζε­ται νά ἐ­πι­μεί­νου­με ἰ­δι­αί­τε­ρα. Εἶ­ναι σα­φές ὅ­τι θε­τι­κή σκέ­ψη εἶ­ναι στό βά­θος μα­γεί­α. Δι­ό­τι, τί ἄλ­λο ἀ­πό μα­γεί­α εἶ­ναι τό νά πι­στεύ­ει ὁ ὀ­πα­δός τῆς θε­τι­κῆς σκέ­ψης ὅ­τι μπο­ρεῖ π.χ. νά δι­α­λύ­σει τήν ὀ­μί­χλη γιά νά πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ μα­ται­ω­θεῖ­σα ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κή πτή­ση ἤ νά στα­μα­τή­σει ἕ­να τρέ­νο πού ἔρ­χε­ται κα­τ’ ἐ­πά­νω του ἐ­πι­στρα­τεύ­ον­τας τή «δύ­να­μη», πού ἔ­χει μέ­σα του; Ἐ­νῷ ὁ κα­λός λο­γι­σμός, ὅ­πως ἔ­λε­γε καί ὁ μα­κα­ρι­στός Γέ­ρων Πα­ΐ­σιος, εἶ­ναι ἄλ­λο πράγ­μα. Εἶ­ναι νά μπεῖς στή θέ­ση τοῦ ἄλ­λου καί νά δεῖς τά πράγ­μα­τα καί τίς κα­τα­στά­σεις ὑ­πό τό πρί­σμα τίς ἀ­γά­πης καί τῆς τα­πεί­νω­σης, προ­σπα­θών­τας νά βρεῖς δι­και­ο­λο­γί­α γιά ἐλ­λεί­ψεις καί σφάλ­μα­τα τῶν ἄλ­λων. Ἄς θυ­μηθοῦμε τή δι­ή­γη­ση ἀ­πό τό «Γε­ρον­τι­κόν», ὅ­που μπαί­νει ἕ­νας ἀ­δελ­φός στό κελ­λί ἑ­νός ἄλ­λου. Τό κελ­λί εἶ­ναι πο­λύ νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο. Ὁ εἰ­σελ­θών ἀ­δελ­φός κά­νει τόν κα­λό λο­γι­σμό: Ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ψυ­χή τοῦ ἀ­δελ­φοῦ εἶ­ναι καί τό κελ­λί του. Ὁ ἴ­διος ἀ­δελ­φός μπαί­νει σ’ ἕ­να ἄλ­λο κελ­λί πο­λύ ἀ­κα­τά­στα­το. Πά­λι ὅ­μως κά­νει κα­λό λο­γι­σμό. Λέ­γει: Ὁ ἀ­δελ­φός ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ τά πνευ­μα­τι­κά καί δέν ἔ­χει χρό­νο νά τα­κτο­ποι­ή­σει τό κελ­λί του!

7. Ἕ­να θέ­μα γιά ξε­χω­ρι­στή ἀ­νά­πτυ­ξη εἶ­ναι ἡ σύγ­χυ­ση γύ­ρω ἀ­πό τό ζή­τη­μα τῆς ἀ­σκή­σε­ως καί τοῦ­το για­τί καί πολ­λές νε­ο­ε­πο­χί­τι­κες ὁ­μά­δες, ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­τές μέ ἰν­δου­ϊ­στι­κή ἤ βουδ­δι­στι­κή ἀ­φε­τη­ρί­α δί­νουν με­γά­λη ση­μα­σί­α στήν «ἄ­σκη­ση», στή μό­νω­ση κ.ἄ. Π.χ. ξυ­πνοῦν στίς 4 τά ξη­με­ρώ­μα­τα, χορ­το­φα­γοῦν κ.λπ. Πῶς ὅ­μως ἐν­νο­οῦν τήν ἄ­σκη­ση; Ὅ­λη ἡ δι­α­φο­ρά προ­κύ­πτει ἀ­πό τήν δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­φε­τη­ρί­α, τίς δι­α­φο­ρε­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις καί τόν δι­α­φο­ρε­τι­κό σκο­πό πού ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ ἡ ἄ­σκη­ση. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εἶ­ναι αὐ­τό πού δι­α­βά­ζου­με στό «Γε­ρον­τι­κόν», στά ἀ­πο­σπά­σμα­τα τοῦ ἁ­γί­ου Μα­κα­ρί­ου του Αἰ­γυ­πτί­ου: «Πα­ρερ­χό­με­νός πο­τε ἀ­πό τοῦ ἕ­λους εἰς τό κελ­λί­ον ἑ­αυ­τοῦ ὁ Ἀβ­βᾶς Μα­κά­ριος, ἐ­βά­στα­ζε θαλ­λί­α καί ἰ­δού ὑ­πήν­τη­σεν αὐ­τῷ ὁ δι­ά­βο­λος κα­τά τήν ὁ­δόν, με­τά δρε­πά­νου· καί ὡς ἠ­θέ­λη­σεν αὐ­τόν κροῦ­σαι, οὐκ ἴ­σχυ­σε· καί λέ­γει αὐ­τῷ· πολ­λή βί­α ἀ­πό σοῦ Μα­κά­ρι­ε, ὅ­τι οὐ δύ­να­μαι πρός σέ· ἰ­δού γάρ εἴ τι ποι­εῖς, κἀ­γώ ποι­ῶ· σύ νη­στεύ­εις· ἐ­γώ οὐ­δέ ὅ­λως τρώ­γω· ἀ­γρυ­πνεῖς· κἀ­γώ ὅ­λως οὐ κοι­μῶ­μαι· ἕν ἐ­στι μό­νον ἐν ᾧ νι­κᾷς με· λέ­γει αὐ­τῷ ὁ Ἀβ­βᾶς Μα­κά­ριος· ποῖ­ον τοῦ­το; ὁ δέ ἔ­φη· ἡ τα­πεί­νω­σίς σου· καί διά τοῦ­το οὐ δύ­να­μαι πρός σέ. (Γε­ρον­τι­κόν, ἐκδ. «Ἀ­στέ­ρος» 1961, σ. 66).

8. Συ­να­φής εἶ­ναι καί ἡ δι­α­φο­ρε­τι­κή νο­η­μα­το­δό­τη­ση τῆς «νέ­κρω­σης τοῦ ἐ­γώ» καί τοῦ πο­λέ­μου κα­τά τοῦ ἐ­γω­ϊ­σμοῦ. Τό τί ση­μαί­νει αὐ­τό στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι λί­γο-πο­λύ γνω­στό. Εἶ­ναι ὅ­μως ἄ­γνω­στο στόν ἀ­νύ­πο­πτο ἀ­κρο­α­τή πῶς ἐν­νο­εῖ αὐ­τό τό θέ­μα ἕ­νας βουδ­δι­στής λά­μα (τά ἀν­τί­στοι­χο τοῦ γκου­ρού στόν ἰν­δου­ϊ­σμό), ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λά­ει γιά «σβή­σι­μο τοῦ ἐ­γώ». Τό βουδ­δι­στι­κό λοι­πόν «σβή­σι­μο τοῦ ἐ­γώ» ση­μαί­νει νά ἀ­πο­βά­λει ὁ μα­θη­τής τήν ψευ­δαί­σθη­ση ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἕ­να ξε­χω­ρι­στό ἐ­γώ, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει δη­λα­δή ἡ δυ­α­δι­κό­τη­τα.

9. Ἀ­να­φέ­ρα­με πρό ὀ­λί­γου τόν ὅ­ρο πνευ­μα­τι­κό­τη­τα. Τόν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με ἐ­μεῖς, συ­νο­δευ­ό­με­νο συ­νή­θως ἀ­πό τό ἐ­πί­θε­το ὀρ­θό­δο­ξη (ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα). Εἶ­ναι ὅ­μως ἀ­γα­πη­μέ­νος ὅ­ρος καί ἀ­πό τούς δα­σκά­λους καί ὀ­πα­δούς τῆς Ν. Ἐ.

τοῦ Μοναχοῦ π. Ἀρσενιου Βλιαγκόφτη
Δρ. Θεολογίας ‒ Πτ. Φιλοσοφίας.