Dogma

Σοδομίτες και εμβρυοκτόνοι μεταφορφώνουν την ελληνική κοινωνία

Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα, Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Η ελληνική κοινωνία έχει εισέλθει προ πολλού σε μια «τροχιά» βαθειών μεταλλάξεων που πλήττουν αποφασιστικά τον παραδοσιακό της χαρακτήρα. Το κακό άρχισε, όταν ανδρώθηκαν τα παιδιά της μεταπολεμικής περιόδου και αποφάσισαν να δημιουργήσουν τις δικές τους οικογένειες.

Ενώ τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά προήρχοντο από πολύτεκνες οικογένειες, δεν θέλησαν να τηρήσουν την οικογενειακή τους παράδοση στα δικά τους σπίτια. Ακολούθησαν την οδό της ατεκνίας ή ολιγοτεκνίας. Μέχρι δύο και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μέχρι τρία παιδιά ήταν – και εξακολουθεί, δυστυχώς, να είναι –  το πλήρωμα του οικογενειακού «σκάφους». Οι εξηγήσεις για αυτή την νέα οικογενεική πρακτική είναι πολλές. Θα τις βρει κάποιος, αν παρακολουθήσει  προσκεκτικά τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην μεταπολεμική περίοδο και ιδίως αυτήν από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 και εντεύθεν. Είναι η συνυφασμένη με τεράστιες «ρωγμές» στον κοινωνικό «ιστό» περίοδος, η οποία χαρακτηρίζεται μεταξύ άλλων, από το κλίμα χειραφέτησης της γυναίκας, που οδήγησε στην αλλαγή του ρόλου της μέσα  στην οικογένεια και στην αναγκαστική έξοδό της από το σπίτι προς αναζήτηση εργασίας.

Εάν δίπλα σε αυτά προστεθούν οι αυξημένες δαπάνες για την συντήρηση μιας οικογένειας, δαπάνες που δεν περιορίζονται μόνο στην σίτιση και στην στέγαση, αλλά επεκτείνονται και στην κάλυψη των αναγκών μιας πολυεπίπεδης  μόρφωσης των παιδιών, γίνεται, νομίζω, κατανοητό, πώς περάσαμε από την εποχή της πολυτεκνίας στην σύγχρονη εποχή της ολιγοτεκνίας. Αυτά όλα δεν πείθουν βέβαια εκείνους, οι οποίοι παρατηρούν ότι η εξήγηση του φαινομένου της σημερινής Ελλάδας δεν πρέπει να αναζητηθεί σε οικονομική ή άλλη παρεμφερη βιωτική βάση. Διότι, όπως είναι σε όλους γνωστό, οι γονείς και οι περαιτέρω προπάτορές μας υπηρέτησαν εκ πεποιθήσεως την πολυτεκνία στα πέτρινα χρόνια της νεώτερης ελληνικής ιστορίας μέσα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και στέρησης. Το παράδοξον του πράγματος είναι ότι η Ελλάδα της υλικής ένδειας έβγαζε αδιάκοπα ένα ανεξάντλητο πνευματικό πλούτο, ενώ η σύγχρονη Ελλάδα της υλικής ευμάρειας βγάζει συνεχώς πνευματική φτώχεια. Και ας μη γελοιόμαστε. Πνευματική είναι κατά βάση η πολύπλευρη κρίση, που βιώνουμε σήμερα στην Ελλάδα. Στην εποχή του πνευματικού πλούτου της οικογένειας οι γονείς  «μπόλιαζαν» τα παιδιά τους με αξίες που απέρρεαν όλες από την πίστη στον Θεό. Και όσα από τα πολλά παιδιά τους ήθελαν να μάθουν γράμματα, πήγαιναν στο σχολείο διασχίζοντας ξυπόλυτα στα χωριά μεγάλες αποστάσεις μέσα από κακοτράχαλους δρόμους και αγκαθερά μονοπάτια.

Και γινόντουσαν αυτό που ήθελαν να γίνουν: Δάσκαλοι, γιατροί, δικαστικοί, δικηγόροι, μηχανικοί ή ό,τι άλλο προτιμούσαν. Κουβαλώντας πάντα μέσα τους την πίστη στον Θεό. Οι οικογένειες που έφτιαχναν με την ευλογία του Θεού ήσαν γεμάτες υγεία, την οποία διοχέτευαν στη συνέχεια μέσα στην κοινωνία. Αποτελεί άλλωστε δίδαγμα της κοινής πείρας ότι, όταν τα κύτταρα του κοινωνικού ιστού είναι υγιή, υγιής θα είναι ασφαλώς και ο ίδιος ο ιστός της κοινωνίας. Τα οψώνια της λογικής της ολιγοτεκνίας εντοπίζονται  στην όξυνση του δημογραφικού προβλήματος της χώρας, που επειδεινώνεται περισσότερο, αν συνδυασθεί με την δράση εκείνων, οι οποίοι διαδραματίζουν διάφορους ρόλους στο συντελούμενο από το 1983 σχέδιο της συστηματικής εμβυοκτονίας στην Ελλάδα. Όλοι αυτοί οι εμβρυοκτόνοι ρίχνουν κάθε χρόνο στον «Καιάδα», εν ονόματι του δικαιωματισμού επί ενός πλάσματος που έχει βιολογική αυτοτέλεια με δανεική απλά τροφοδοσία από τον μητρικό κορμό(!), εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνόπουλα. Είναι αυτά που μάς λείπουν από τον «λογαριασμό» και θα μπορούσαν να αποτρέψουν την εξαφάνιση του Ελληνικού Έθνους, στην οποία αυτό βαθμιαία και με μαθηματική ακρίβεια οδηγείται, εάν δεν ανακοπεί η επικίνδυνη «κλίση» που έχει πάρει το εθνικό μας «σκάφος».

Σήμερα εξ άλλου, επειδή έχουμε χάσει προ πολλού την πίστη μας στον Θεό, βιώνουμε την μετάλλαξη του παραδοσιακού χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, η οποία ξεκινάει πρώτα από την αλλοτρίωση του βασικού δομικού της κυττάρου που είναι η οικογένεια. Θεμέλιο της οικογένειας δεν είναι πια αποκλειστικά ο γάμος στην παραδοσιακή του μορφή, δηλ. η «συνάφεια ανδρός και γυναικός και η συγκλήρωση όλης της ζωής τους μέσα σε μια κοινωνία θείου και ανθρωπίνου δικαίου», όπως μάς λέει ο κλασικός νομικός ορισμός του γάμου, που μάς παρέδωσε από τα βάθη των αιώνων ο Μοδεστίνος, ο σπουδαίος νομικός σύμβουλος του λόγιου Ρωμαίου Αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου. Ή δεν είναι πια το «μέγα Μυστήριον» της Εκκλησίας του Χριστού, που «ενώνει εις σάρκα μιαν ένα άνδρα και μια γυναίκα», όπως διακηρύσσει ο Απόστολος των Εθνών Παύλος.

Από τότε που οι διεστραμμένες κοινωνικές αντιλήψεις της διεφθαρμένης βιβλικής κοινωνίας των Σοδόμων και των Γομόρρων, υιοθετήθηκαν παγκοσμίως από τους σύγχρονους κοινωνούς και υπεισήλθαν γρήγορα ως «μικρόβιο σήψης» σε όλες τις δυτικές κοινωνίες, ήταν θέμα χρόνου να επεκταθεί η σχετική «σήψη και στην σημερινή ελληνική κοινωνία αναπαράγοντας τους ξενόφερτους «σάπιους» τρόπους κοινωνικής συμβίωσης που κουβαλούσε μέσα της. Την «οσμή» της σήψης αναδίδει ο λεγόμενος «γάμος» μεταξύ των ομοφυλοφίλων, που προσπαθεί να διεμβολίσει τον παραδοσιακό θεσμό του γάμου και δι’ αυτού την παραδοσιακή οικογένεια. Αρχικά οι Σοδομίτες ζητούσαν απλά την νομιμοποίηση της σχέσης τους με ομόφυλους συντρόφους τους. Τους την προσέφερε το λεγόμενο «σύμφωνο συμβίωσης».

Δεν κρίθηκε όμως ικανοποιητική η νομική βάση που προσέφερε το «σύμφωνο» αυτό. Θέλησαν οι «Σοδομίτες», μέσω του συνδικαλιστικού τους οργάνου, την λεγόμενη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, να αλλοτριώσουν και τον παραδοσιακό θεσμό του γάμου. Είναι, λένε, ατομικό τους δικαίωμα, συνταγματικώς μάλιστα κατοχυρωμένο, να προβαίνουν ελεύθερα στην προσωπική τους αυτοδιάθεση. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση: Το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα στην «σήψη» δεν συμπεριλαμβάνει ασφαλώς και το δικαίωμα των «σαπρόφυτων» να ζητήσουν την θεσμοθέτηση της «σήψης». Πολύ περισσότερο, όταν η «σαπρογόνος» εστία τους έχει νομική κάλυψη, όπως ελέχθη, κάτω από την «στέγη» του «συμφώνου συμβίωσης». Καθήκον επομένως της Πολιτείας είναι να λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα προς αποτροπήν της περαιτέρω εξάπλωσης του μικροβίου της «σήψης» που μεταφέρουν οι Σοδομίτες.  Οφείλει με άλλα λόγια η Πολιτεία να υπερασπίζεται με τους σχετικούς νόμους της την καθαρότητα των προαιώνιων θεσμών, που διέπουν τις σχέσεις της συντριπτικής πλειοψηφίας των Πολιτών. Η Ελλάδα δεν είναι χώρα των ΛΟΑΤΚΙ. Μπορεί βέβαια να ζει ελεύθερα σε αυτήν η μειονότητα της εν λόγω διεστραμμένης κοινότητας και να απολαμβάνει τα δικαιώματα που τής αναγνωρίζει το Σύνταγμα, αλλά ως εκεί φθάνει η εμβέλεια της «σαπρογόνου» ακτίνας της. Ούτε σπιθαμή παραπέρα.

Τα γράφω όλα αυτά, διότι εξαγγέλθηκε εσχάτως από την Κυβέρνηση η πρόθεσή της να προβεί στην καθιέρωση του «γάμου» μεταξύ των ομοφυλοφίλων! Γνωρίζει πολύ καλά η Κυβέρνηση ότι δεν την εξέλεξε η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία του Ελληνικού Λαού, ο οποίος «πιάνει την μύτη του» από την «μπόχα» που αναδίδει η εν λόγω κοινότητα των Σοδομιτών. Άλλωστε στο προεκλογικό πρόγραμα της Κυβέρνησης δεν υπήρχε αντίστοιχο κεφάλαιο που προέβλεπε την ικανοποίηση των σχετικών απαιτήσεων των Σοδομιτών, για να κρίνει αναλόγως ο Λαός. Μόνον η αξιωματική Αντιπολίτευση είχε σχετική πρόβλεψη στο πρόγραμμά της με το σύνθημα «γάμος σε όλα τα ζευγάρια». Και αυτή τελικά εισέπραξε την προτίμηση των Σοδομιτών. Όχι η Κυβέρνηση. Πρέπει λοιπόν να προσέξει ιδιαίτερα ο κ. Μητσοτάκης, ώστε να μη αναλώσει με επιπόλαιους χειρισμούς από τα πρώτα βήματα της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου το τεράστιο κεφάλαιο της εμπιστοσύνης που τού έδειξε ο Ελληνικός Λαός. Οφείλει λοιπόν να «ανακρούσει πρύμναν» στο θέμα της καθιέρωσης του «γάμου» μεταξύ των ομοφυλοφίλων και να ασχοληθεί με τα πολλά άλλα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία. Η έγνοια των Σοδομιτών να μεταδώσουν την  «σήψη» τους και στον θεσμό του γάμου δεν είναι και δεν πρέπει να είναι και έγνοια της Πολιτείας!  Αυτά δεν είναι απλά λόγια ενός ψηφοφόρου της Κυβέρνησης. Είναι κραυγές αγωνίας ενός ανθρώπου, ο οποίος αγωνίσθηκε να κερδίσει τις εκλογές ο κ. Μητσοτάκης. Ας μη το λησμονεί αυτό ο κ. Πρωθυπουργός. Και ας μη εγκλωβίζει με τις επιλογές του τόσο πρόωρα την ψήφο των πολιτών σε ένα καθεστώς ανοχής μέχρι να λήξει η θητεία της νέας Κυβέρνησης. Διότι με τέτοιες επιπολαιότητες δεν πρόκειται να ανανεωθεί η εμπιστοσύνη του Λαού προς αυτήν. Το πάθημα του κ. Τσίπρα, που εισέπραξε όψιμα τις ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις του σε ανάλογους χώρους προς αυτούς, στους οποίους θέλει να κινηθεί τώρα ο σημερινός Πρωθυπουργός (ας θυμηθούμε τις έμφυλες ταυτότητες, το δικαίωμα αλλαγής φύλου σε 15χρονους κλπ.) πρέπει να διδάξει πολλά τον κ. Μητσοτάκη. Εκτός εάν φιλοδοξεί να μιμηθεί την δόξα του ημετέρου Αλέξη.