Dogma

Το πνεύμα της εποχής, ένα πηγάδι κατεστραμμένο

Να παρακαλέσουμε τον Θεό να μας βοηθήσει να αρχίσουμε να βλέπουμε μέσα από το πνεύμα του, μέσα από το πνεύμα των Πατέρων και των αγίων τα πράγματα, τη ζωή, και όχι μέσα από το κοσμικό πνεύμα.

Σήμερα, προπαντός σήμερα, είναι πολύ άσχημη η κατάσταση· πάρα πολύ άσχημη. Αγαπούν τόσο πολύ το χρήμα οι άνθρωποι, αγαπούν τόσο πολύ τα τόσα και τόσα που προσφέρει ο σημερινός πολιτισμός, που εάν, π.χ., έχεις πλυντήριο, έχεις ψυγείο, έχεις τις άλλες ανέσεις που παρέχει ο σημερινός πολιτισμός, νομίζουν ότι αυτό σημαίνει πως ο Θεός σε αγαπά. Εάν τυχόν δεν τα έχεις αυτά, σημαίνει ότι ο Θεός δεν σε αγαπά. Τόσο έχουμε διαστρέψει τα πράγματα, τόσο τα βλέπουμε στραβά και ανάποδα, τόσο τα βλέπουμε λανθασμένα μέσα από το κοσμικό πνεύμα, ώστε έχουμε φθάσει σ’ αυτό το σημείο.

Το πνεύμα που επικρατεί σήμερα είναι αυτό· άνθρωπος πετυχημένος θεωρείται εκείνος ο οποίος βγάζει πολλά χρήματα. Άνθρωπος πετυχημένος θεωρείται εκείνος ο οποίος μεγαλώνει την επιχείρησή του. Άνθρωπος πετυχημένος θεωρείται εκείνος ο οποίος έχει όλες τις σύγχρονες ανέσεις στο σπίτι του. Άνθρωπος πετυχημένος είναι εκείνος ο οποίος φτιάχνει και ξαναφτιάχνει διαμερίσματα, ο οποίος μπορεί και σπουδάζει, ο οποίος μπορεί και παίρνει πολλά πτυχία. Αυτό είναι το πνεύμα της εποχής.

Δεν είναι βέβαια κακό να σπουδάσει κανείς. Μην το πάρετε έτσι. Ούτε είναι κακό να έχει κανείς στο σπίτι του ό,τι χρειάζεται να έχει· αλλά δεν είναι αυτό η ζωή. Δυστυχώς, νομίζουμε ότι αυτό είναι η ζωή. Αυτό το πνεύμα κυριαρχεί σήμερα και έχει κατακλύσει όλες τις καρδιές, όλες τις ψυχές, και μέσα από αυτό το πνεύμα τα βλέπουμε όλα, τα κρίνουμε όλα, τα καταλαβαίνουμε όλα, και έξω από αυτό το πνεύμα δεν μπορούμε να καταλάβουμε τίποτα. Και μπλέξαμε μέσα σ’ αυτή την πλεκτάνη, μέσα σ’ αυτό το οποίο μας πνίγει, μας καταστρέφει, μας οδηγεί στον μηδενισμό.

Δεν βλέπετε; Οι πάντες είναι λαχανιασμένοι, οι πάντες είναι κυριευμένοι από άγχος· κι εκείνοι που έχουν πολλά, κι εκείνοι που έχουν λιγότερα, αλλά θέλουν να αποκτήσουν περισσότερα. Βλέπετε κανέναν άνθρωπο που να μην είναι έτσι; Είναι θανατηφόρο το πνεύμα αυτό, και χρειάζεται οι χριστιανοί να μην αφήσουμε τον εαυτό μας να επηρεασθεί. Οι άλλοι τουλάχιστον δικαιολογούνται, και μπορεί να βρουν κάποιο έλεος από τον Θεό. Εμείς όμως, που υποτίθεται ότι διαβάζουμε το Ευαγγέλιο, ότι γνωρίζουμε την Αγία Γραφή, ότι γνωρίζουμε τη ζωή των Πατέρων, τη ζωή των αγίων, που υποτίθεται ότι τα γνωρίζουμε όλα αυτά, δεν δικαιολογούμαστε να επηρεαζόμαστε τόσο πολύ από το κοσμικό πνεύμα, το πνεύμα της εποχής, και αυτό να μας άγει και να μας φέρει και μέσα εκεί να πνιγόμαστε. Δεν δικαιολογούμαστε. Είναι μωρία αυτό, είναι ανοησία, και μόνο γι’ αυτό ο Θεός θα μας αποδοκιμάσει.

«Δύο και πονηρά εποίησεν ο πρωτότοκος υιός μου Ισραήλ· εμέ εγκατέλιπε, πηγήν ύδατος ζωής, και ώρυξεν εαυτώ φρέαρ συντετριμμένον», λέει ένα τροπάριο του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής, παίρνοντας τα λόγια από την Παλαιά Διαθήκη (Ιερ. 2:13). Είναι το παράπονο του Θεού. «Δύο φοβερά πράγματα», λέει ο Θεός, «έκανε ο Ισραήλ· εγκατέλειψε εμένα, που είμαι η πηγή της ζωής, που είμαι η πηγή του νερού που δίνει ζωή, και τι πήγε και έκανε; Δεν είναι ότι εγκατέλειψε εμένα, αλλά πήγε και άνοιξε “φρέαρ συντετριμμένον”, πηγάδι κατεστραμμένο!» Μπορείς να πάρεις νερό από ένα τέτοιο πηγάδι; Μπορείς να κουβαλήσεις νερό με το κόσκινο; Αυτό εννοεί με τη φράση «φρέαρ συντετριμμένον»· άνοιξαν πηγάδι, αλλά αφού είναι κατεστραμμένο, φεύγει το νερό, και ούτε στάλα δεν θα μπορέσεις να πιείς. Ένα τέτοιο πράγμα έπαθε ο άνθρωπος σήμερα, μολονότι φαίνεται ότι το πηγάδι του κόσμου, του κοσμικού αυτού πνεύματος, έχει, και τι δεν έχει! Είναι όμως ένα κατεστραμμένο πηγάδι.

Αφήσαμε λοιπόν το πνεύμα της ζωής, το Πνεύμα του Θεού, την πηγή που είναι ο Θεός, το αφήσαμε αυτό, το οποίο ο Θεός μας το έδωσε πλούσια, και το έχουμε μέσα στην Αγία Γραφή, μέσα στην Εκκλησία, και επηρεασθήκαμε από το πνεύμα της εποχής. Αφήσαμε τον Θεό και όλοι τρέχουμε αγκομαχώντας να βρούμε στο πνεύμα της εποχής τη λύτρωση, την άνεση, την ανάπαυση, τη χαρά.

 

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Ο άνθρωπος του Θεού”, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2002, σελ. 42