Σεβασμιώτατοι Ἅγιοι Ἀδελφοί,
Μέ αἰσθήματα ἰδιαιτέρας χαρᾶς καί βαθείας ἐν Κυρίῳ συγκινήσεως ἀπευθύνομεν τόν πατρικόν καί ἀδελφικόν χαιρετισμόν πρός ἅπαντας ὑμᾶς, τούς Σεβασμιωτάτους Ποιμενάρχας τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίας, ἐπί τῇ συγκλήσει τῆς τακτικῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας.
Ἡ σύναξις τῆς Ἱεραρχίας ἀποτελεῖ πάντοτε σημαντικόν γεγονός εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πορεύεται ἐντός τοῦ κόσμου ὄχι ὡς ἄθροισμα μεμονωμένων προσώπων ἤ τοπικῶν κοινοτήτων, ἀλλά ὡς Σῶμα ἑνωμένον ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Κυρίου καί συγκροτούμενον ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καί τῆς ἀγάπης. Ἐντός αὐτῆς τῆς ἐκκλησιολογικῆς πραγματικότητος ἔχει τήν θέσιν καί τήν ἰδιαιτέραν σημασίαν του τό συνοδικόν σύστημα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ συνοδικότης ἀποτελεῖ πολύτιμον ἔκφρασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί διακονίας. Διά τῆς συνοδικῆς λειτουργίας, οἱ Ἐπίσκοποι, ὡς ποιμένες τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, συνέρχονται καί διαβουλεύονται ἐν πνεύματι ἀδελφικῆς κοινωνίας, ἔχοντες ὡς κοινόν σημεῖον ἀναφορᾶς τήν πίστιν τῆς Ἐκκλησίας, τήν Ἱεράν Παράδοσιν καί τήν εὐθύνην ἔναντι τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἡ Σύνοδος δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς διοικητικόν θεσμόν, ἀλλά τρόπον ἐκκλησιαστικῆς ὑπάρξεως, ἐντός τοῦ ὁποίου ἡ εὐθύνη, ἡ μαρτυρία καί ἡ διακονία προσλαμβάνουν συλλογικόν χαρακτῆρα.
Τό συνοδικόν πολίτευμα, τό ὁποῖον ἔχει βαθείας ρίζας εἰς τήν ζωήν καί τήν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, διασφαλίζει τήν ἀπό κοινοῦ ἀντιμετώπισιν τῶν ζητημάτων τά ὁποῖα ἀπασχολοῦν τό ἐκκλησιαστικόν Σῶμα καί προσφέρει τόν ἀναγκαῖον χῶρον διά τόν διάλογον, τήν ἀνταλλαγήν τῆς ποιμαντικῆς ἐμπειρίας καί τήν ἀναζήτησιν τῆς καταλληλοτέρας ἐκκλησιαστικῆς τοποθετήσεως. Ἡ συνοδικότης προϋποθέτει ταπεινοφροσύνην, ἀμοιβαῖον σεβασμόν, διάκρισιν καί, πρό παντός, συναίσθησιν ὅτι ἡ διακονία ἑκάστου ἐξ ἡμῶν δέν εἶναι ἰδιωτική ὑπόθεσις, ἀλλά διακονία πρός οἰκοδομήν ὁλοκλήρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος.
Ὑπό τό πρίσμα αὐτό, ἡ παροῦσα Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας ἀποκτᾶ ἰδιαιτέραν σημασίαν. Καλούμεθα νά καταθέσωμεν τήν ποιμαντικήν μας πεῖραν, νά ἀκούσωμεν ἀλλήλους μέ προσοχήν καί νά προβληματισθῶμεν ἀπό κοινοῦ ἐνώπιον τῆς πραγματικότητος τῆς ἐποχῆς μας. Ἡ συνοδική διαδικασία μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι τά σύγχρονα ποιμαντικά ζητήματα δέν ἀντιμετωπίζονται μεμονωμένως, ἀλλά ἐντός τοῦ εὐρυτέρου πλαισίου τῆς ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κοινῆς εὐθύνης τῶν ποιμένων αὐτῆς.
Ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἀπό ταχεῖς καί βαθεῖς μετασχηματισμούς. Νέαι μορφαί κοινωνικῆς ζωῆς, νέοι τρόποι ἐπικοινωνίας καί νέαι συνθῆκαι καθημερινότητος δημιουργοῦν νέας ἀνάγκας, ἀλλά καί νέας δυνατότητας ποιμαντικῆς παρουσίας. Ὁ ἄνθρωπος, παρά τήν πρωτοφανῆ δυνατότητα ἐπικοινωνίας πού τοῦ προσφέρουν τά σύγχρονα μέσα, συχνά βιώνει ἐντόνως τήν μοναξιάν, τήν ἐσωτερικήν ἀπομόνωσιν καί τήν ψυχικήν ἐξάντλησιν.
Τό ζήτημα αὐτό ἀποτελεῖ μίαν ἀπό τάς σημαντικάς προκλήσεις ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρίσκεται σήμερον ἡ ποιμαντική διακονία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά προσεγγίση τόν ἄνθρωπον ὄχι μόνον ὡς μέλος μιᾶς κοινωνικῆς πραγματικότητος, ἀλλά ὡς μοναδικόν καί ἀνεπανάληπτον πρόσωπον, τό ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην νά αἰσθανθῆ ὅτι ἀκούεται καί ἀγαπᾶται. Ἡ ποιμαντική τῆς μοναξιᾶς καί τῆς ψυχικῆς ἐξαντλήσεως ἀπαιτεῖ εὐαισθησίαν, διάκρισιν καί οὐσιαστικήν παρουσίαν, πάντοτε ἐντός τῶν ὁρίων καί τοῦ ἤθους τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας.
Εἰς τό πλαίσιον αὐτό ἐντάσσεται καί ἡ πρώτη ἐκ τῶν εἰσηγήσεων τῆς παρούσης Συνόδου, τήν ὁποίαν θά ἀναπτύξη ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σύρου κ. Δωρόθεος καί ἡ ὁποία πραγματεύεται τήν ποιμαντικήν τῆς μοναξιᾶς καί τῆς ψυχικῆς ἐξαντλήσεως εἰς τήν σύγχρονον κοινωνίαν. Πρόκειται περί θέματος τό ὁποῖον ἀγγίζει μίαν ἰδιαιτέρως εὐαίσθητον πλευράν τῆς σημερινῆς ποιμαντικῆς πραγματικότητος καί μᾶς καλεῖ νά ἐξετάσωμεν μέ ὑπευθυνότητα τούς τρόπους διά τῶν ὁποίων ἡ Ἐκκλησία δύναται νά καταστῆ περισσότερον παροῦσα εἰς τήν ζωήν τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος δοκιμάζεται.
Παραλλήλως, ἡ τεχνολογική ἐξέλιξις καί ἡ καθολική σχεδόν χρῆσις τοῦ διαδικτύου ἔχουν δημιουργήσει ἕνα νέον χῶρον κοινωνικῆς παρουσίας, ἐπικοινωνίας καί ἀναζητήσεως. Ἡ παρουσία τῶν ἀνθρώπων εἰς τόν ψηφιακόν χῶρον εἶναι πλέον καθημερινή πραγματικότης καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀποτελεῖ καί διά τήν Ἐκκλησίαν πεδίον προβληματισμοῦ καί ποιμαντικῆς εὐθύνης.
Ἡ αὐξανομένη ἱερατική παρουσία εἰς τό διαδίκτυον, εἰσήγησις τήν ὁποίαν θά μᾶς παρουσιάση ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος, θέτει ἐνώπιόν μας σημαντικά ἐρωτήματα. Ποῖα εἶναι τά ὅρια καί αἱ δυνατότητες τῆς ψηφιακῆς παρουσίας τοῦ κληρικοῦ; Πῶς δύναται ἡ σύγχρονος τεχνολογία νά ὑπηρετήση τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν χωρίς νά ὑποκαταστήση τήν προσωπικήν συνάντησιν καί τήν μυστηριακήν ζωήν; Πῶς διασφαλίζεται εἰς τόν νέον αὐτόν χῶρον ἡ σοβαρότης, ἡ ὑπευθυνότης καί τό ἐκκλησιαστικόν ἦθος τῆς ἱερατικῆς παρουσίας;
Τά ἐρωτήματα αὐτά δέν ἔχουν ἁπλῶς τεχνικόν χαρακτῆρα. Ἀγγίζουν τήν ἴδιαν τήν ποιμαντικήν μας εὐθύνην καί μᾶς καλοῦν νά διακρίνωμεν τάς δυνατότητας, ἀλλά καί τά ὅρια τῶν νέων μέσων. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀπορρίπτει τά νέα δεδομένα, οὔτε ὅμως τά ἀποδέχεται ἄκριτα. Τά προσεγγίζει μέ τό κριτήριον τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακρίσεως, ἐξετάζουσα κατά πόσον αὐτά δύνανται νά ὑπηρετήσουν τήν ἀποστολήν της καί νά καταστήσουν ἀποτελεσματικωτέραν τήν μαρτυρίαν τοῦ Εὐαγγελίου.
Αἱ δύο εἰσηγήσεις, μολονότι ἀναφέρονται εἰς διαφορετικά ζητήματα, συναντῶνται εἰς ἕνα κοινόν σημεῖον: τήν ἀνάγκην νά παραμείνη ἡ Ἐκκλησία παροῦσα καί ἐγγύς τοῦ ἀνθρώπου. Εἴτε ὁ ἄνθρωπος βιώνει τήν σιωπηλήν μοναξιάν καί τήν ψυχικήν κόπωσιν, εἴτε ἀναζητεῖ ἐπικοινωνίαν εἰς τόν ψηφιακόν κόσμον, ἡ ποιμαντική διακονία καλεῖται νά ἀναζητήση τρόπους προσεγγίσεως τοῦ προσώπου, χωρίς νά ἀλλοιώνη τήν οὐσίαν καί τό ἦθος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
Ἐδῶ ἀκριβῶς ἀναδεικνύεται καί ἡ ἀξία τῆς συνοδικῆς λειτουργίας. Διότι ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετωπίζει τά νέα ζητήματα ὄχι ἀποσπασματικῶς, ἀλλά ἐν κοινωνίᾳ καί διαλόγῳ. Ἡ ἐμπειρία ἑκάστης τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ποιμαντική πεῖρα τῶν Ἐπισκόπων καί τῶν κληρικῶν, ὁ προβληματισμός τῶν εἰδικῶν καί, κυρίως, ἡ προσευχητική ἀναφορά εἰς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ δύνανται νά συμβάλουν εἰς μίαν σφαιρικήν προσέγγισιν τῶν συγχρόνων προκλήσεων.
Αὐτός εἶναι καί ὁ βαθύτερος σκοπός τῆς συνοδικῆς πορείας: νά ἀναζητῶμεν ἀπό κοινοῦ ἐκεῖνο τό ὁποῖον οἰκοδομεῖ τήν Ἐκκλησίαν, νά συνομιλῶμεν μέ πνεῦμα ἀδελφικόν καί νά ἀναλαμβάνωμεν ἀπό κοινοῦ τήν εὐθύνην τῆς μαρτυρίας καί τῆς διακονίας. Ἡ συνοδικότης δέν καταργεῖ τήν εὐθύνην τοῦ προσώπου· ἀντιθέτως, τήν ἐντάσσει εἰς τήν κοινωνίαν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος καί τήν καθιστᾶ διακονίαν πρός ὄφελος πάντων.
Τήν τελευταίαν ἡμέραν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης κ. Συμεών θά εἰσηγηθῆ τό θέμα: «Τό ἐκκρεμές ζήτημα τῆς εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονίας τοῦ ἐκλελεγμένου Ἐπισκόπου Ἀστερίου κ. Χριστοδούλου Κοτσίφη», ὥστε ἀμέσως μετά νά ἐπακολουθήση συζήτησις καί λῆψις ἀποφάσεως.
Τέλος, θά ὁλοκληρώσωμεν τάς ἐργασίας μας μέ τήν συζήτησιν περί ἐκλογῆς Βοηθῶν Ἐπισκόπων.
Μέ αὐτήν τήν συναίσθησιν εὐθύνης καί μέ τήν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἑνότης ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς ἀποτελεσματικῆς μαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας, προσερχόμεθα εἰς τάς ἐργασίας τῆς παρούσης Ἱεραρχικῆς Συνόδου. Ἂς εἶναι ἡ συνάντησίς μας εὐκαιρία ἀδελφικῆς ἐπικοινωνίας, εἰλικρινοῦς διαλόγου καί πνευματικοῦ προβληματισμοῦ.
Εὐχόμεθα ὅπως ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, φωτίζη τήν διάνοιαν, ἐνισχύη τήν κρίσιν καί κατευθύνη τά διαβήματα πάντων ἡμῶν, ὥστε αἱ συζητήσεις καί αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας νά ὑπηρετήσουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, νά ἐνισχύσουν τό ποιμαντικόν ἔργον καί νά συμβάλουν εἰς τήν οὐσιαστικωτέραν παρουσίαν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τόν σύγχρονον κόσμον.
Ἐπικαλούμενοι ἐπί πάντας ὑμᾶς τήν χάριν, τό ἔλεος καί τήν εὐλογίαν τοῦ Παναγάθου Θεοῦ, εὐχόμεθα ὁ Κύριος νά χαρίζη εἰς ἕκαστον ἐξ ὑμῶν ὑγείαν, δύναμιν, φωτισμόν καί πλουσίαν καρποφορίαν εἰς τήν ὑψηλήν ποιμαντικήν διακονίαν σας.
