Ο κ. Χατζηβασιλείου σημείωσε ότι οι εξελίξεις αυτές δεν προκαλούν έκπληξη σε όσους γνωρίζουν τη φύση των σχέσεων μεταξύ Μόσχας και Οικουμενικού Πατριαρχείου, υπογραμμίζοντας ότι εδώ και χρόνια καταγράφεται μια συστηματική αμφισβήτηση του πνευματικού πρωτείου της Κωνσταντινούπολης από τη ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία. Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι ήδη από τα Χριστούγεννα του 2013 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ρωσίας είχε εκδώσει εγκύκλιο με την οποία αμφισβητούσε ευθέως θεμελιώδη προνόμια του Οικουμενικού Πατριάρχη, εγκαινιάζοντας έναν κύκλο εντάσεων που παραμένει ανοικτός μέχρι σήμερα.
Κατά τον ίδιο, η αντιπαράθεση κορυφώθηκε με την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να αναγνωρίσει την αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Εκκλησίας, εξέλιξη που ενόχλησε έντονα τη Μόσχα. Εκεί, όπως ανέφερε, εντοπίζεται και ο πυρήνας της σημερινής σύγκρουσης, καθώς η ρωσική πλευρά θεωρεί ότι πλήττεται ο ρόλος και η επιρροή της στον ορθόδοξο κόσμο. Παρά ταύτα, υπογράμμισε ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, με το διεθνώς αναγνωρισμένο πνευματικό του κύρος, δεν έχει ανάγκη από «συνηγόρους υπεράσπισης», καθώς χαίρει καθολικού σεβασμού στο διεθνές στερέωμα.
Ολοκληρώνοντας, ο κ. Χατζηβασιλείου ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα, όπως και το σύνολο των Ορθόδοξων Εκκλησιών, στηρίζει σταθερά το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον ιστορικό του ρόλο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, κανείς δεν μπορεί να παραχαράξει την ιστορία αιώνων, τονίζοντας ότι «το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν, είναι και θα παραμείνει στη θέση που του προσήκει», ανεξαρτήτως προσπαθειών αμφισβήτησης.