Dogma

Γλυφάδος Αντώνιος: Η Εκκλησία πρέπει να εκφράζει πολιτική άποψη, αλλά ποτέ κομματική – Συνέντευξη στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας»

Συνέντευξη του Μητροπολίτου Γλυφάδος κ. Αντωνίου στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας»

«Οι ιερείς έχουν το διακόνημα της διαποιμάνσεως και οι λαϊκοί συνεισφέρουν όπου ο καθένας έχει δυνατότητα, όπως στην διοίκηση, την φιλανθρωπία, την ψαλτική, την καθαριότητα κ.λ. Εφ’ όσον λοιπόν, τα μέλη της Εκκλησίας είναι και μέλη του κράτους στο οποίο κατοικούν, ως πολίτες αυτού του κράτους έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να εκφράζουν την άποψή τους για την πορεία και τα δρώμενα στην Χώρα τους και κυρίως για όσα έρχονται σε αντίθεση με την εις Χριστόν πίστη τους», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο μητροπολίτης Γλυφάδος κ. Αντώνιος στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας». Ο κ. Αντώνιος αναφέρθηκε στη στάση του εκκλησιαστικού σώματος στα δημόσια ζητήματα, στην έννοια της «οικονομίας» και των ιερών κανόνων και στην ανάγκη η Εκκλησία να προσαρμόζεται με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο κάθε εποχής, αλλά με τέτοιο τρόπο που να μη αλλοιώνεται η πίστη της.

 

– Κ.τ.Ο.: Πρέπει η Εκκλησία να έχει λόγο στα δημόσια δρώμενα της χώρας και έως ποιο σημείο, ώστε να μην κατηγορηθεί ότι υποστηρίζει συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους;

– κ. Αντώνιος: Η απάντησις είναι ΝΑΙ. Η Εκκλησία πρέπει να έχη οπωσδήποτε λόγο στα δημόσια δρώμενα της Χώρας. Διότι τα δημόσια δρώμενα αφορούν στους πολίτες της Χώρας και οι πολίτες είναι παιδιά της Εκκλησίας. Ως εκ τούτου η Εκκλησία δεν μπορεί να μη ενδιαφέρεται για τα παιδιά της. Διότι Εκκλησία δεν είναι μόνον οι Επίσκοποι ή μόνον οι Επίσκοποι και οι Ιερείς. Εκκλησία είναι το σύνολο όλων όσων έχουν βαπτισθή και πιστεύουν αυτά που μας παρέδωκε ο Χριστός, οι άγιοι απόστολοι και οι άγιοι Πατέρες μας. Την Εκκλησία, δηλαδή, απαρτίζουν και οι κληρικοί και οι λαϊκοί εξ ίσου. Βεβαίως ο καθένας έχει μια ιδιαίτερη διακονία μέσα στην Εκκλησία. Οι ιερείς έχουν το διακόνημα της διαποιμάνσεως και οι λαϊκοί συνεισφέρουν όπου ο καθένας έχει δυνατότητα, όπως στην διοίκηση, την φιλανθρωπία, την ψαλτική, την καθαριότητα κ.λ. Εφ’ όσον λοιπόν, τα μέλη της Εκκλησίας είναι και μέλη του κράτους στο οποίο κατοικούν, ως πολίτες αυτού του κράτους έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να εκφράζουν την άποψή τους για την πορεία και τα δρώμενα στην Χώρα τους και κυρίως για όσα έρχονται σε αντίθεση με την εις Χριστόν πίστη τους.

Η έκφρασις πολιτικής απόψεως είναι και συνταγματικά επιβεβλημένη. Γι’ αυτό η μη συμμετοχή στις εκλογές θεωρείται αδίκημα. Και είναι επιλήψιμη η μη έκφρασις πολιτικής απόψεως, διότι πολιτική με –η σημαίνει την ζωή της πόλεως, με την αρχαία ελληνική έννοια της πόλεως-κράτους. Η μη έκφρασις πολιτικής απόψεως μπορεί να σημαίνη είτε έλλειψη ενδιαφέροντος για την Χώρα, είτε καιροσκοπισμό, ώστε ο απολίτικος να στραφή πρός την άποψη που θα επικρατήση και έτσι να έχη τα όποια οφέλη.

Άλλο, βεβαίως, νοήμα έχει η λέξις πολιτικοί με –οι. Αυτοί είναι οι εκπροσωπούντες κάποιο κόμμα. Είναι οι κομματικοί εκπρόσωποι.

Η Εκκλησία, λοιπόν, μπορεί και πρέπει να εκφράζη πολιτική (με –η) άποψη για τα δημόσια θέματα, αλλά ποτέ κομματική. Εάν δε κάποτε τύχη ο λόγος της να συμπέση, εν όλω ή εν μέρει, με τις απόψεις κάποιου κόμματος, δεν σημαίνει, ούτε ότι ταυτίζεται με το κόμμα αυτό, ούτε ότι δεν πρέπει να εκφράση την άποψή της γι’ αυτήν την αιτία. Ο λόγος της Εκκλησίας, βεβαίως, πρέπει να στηρίζεται στην διδασκαλία του Ευαγγελίου και στο καλώς εννοούμενο συμφέρον της Χώρας και των πολιτών.

Η άποψις, ότι η Εκκλησία πρέπει να περιορίζεται στα λειτουργικά καθήκοντα και μόνον, έχει ως υπόβαθρο, ότι η Εκκλησία είναι ένας “νεκρός τύπος” που εξυπηρετεί την ψυχολογική εκτόνωση κάποιων ανθρώπων. Η αντίληψις αυτή είναι προτεσταντικής εμπνεύσεως και επεβλήθη από την επί Όθωνος αντιβασιλεία, προκειμένου να χειραγωγείται η Εκκλησία και η κυβέρνηση να ενεργή ανεξέλεγκτα. Το απολυταρχικό τότε καθεστώς ήθελε κληρικούς “του χεριού του”, ώστε με την σιωπή και την ανοχή τους να γκρεμίζουν την πίστη και να λαφυραγωγούν την Εκκλησία. Και δυστυχώς αυτό το φρόνημα επεβίωσε και κατά τα επόμενα χρόνια. Στην -λεγομένη- βυζαντινή περίοδο όμως, η Εκκλησία είχε λόγο επιστηρικτικό του λαού και πολλές φορές ήλθε σε ρήξη με τους αυτοκράτορες, με κορυφαία παραδείγματα την στάση του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου έναντι της αυτοκρατείρας Ευδοκίας, που είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατό του στην εξορία και του αγίου Βασιλείου έναντι των αυτοκρατόρων Ιουλιανού του παραβάτη και Ουάλη. Αλλά και κατά την περίοδο της τουρκικής σκλαβιάς οι Πατριάρχες όρθωναν το ανάστημά τους κατά των κατακτητών, είτε για να προστατεύσουν τον λαό από σκληρά μέτρα είτε για να υποκινήσουν απελευθερωτικά κινήματα. Γι’ αυτό στους επαράτους εκείνους χρόνους εσφαγιάσθησαν οκτώ Πατριάρχες, εκατό Αρχιερείς και περίπου δέκα χιλιάδες κληρικοί και μοναχοί.

– Κ.τ.Ο.: Πολλές φορές συζητούμε για το “κατ’ οικονομίαν” μέσα στην Εκκλησία: υπάρχουν όρια σε αυτό; Αν ναι, ποια είναι αυτά;

– κ. Αντώνιος: Η Εκκλησία οδεύει προς την Βασιλεία των Ουρανών με οδηγό την πίστη στον Χριστό, όπως εκφράζεται στο ιερό Ευαγγέλιο, στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, που αποφαίνονται με τα δόγματα και τους κανόνες και στην Ιερά Παράδοσή της.

Τα δόγματα είναι αδιαπραγμάτευτα, διότι η αλλοίωσις των δογμάτων έχει ως επακόλουθο τήν αλλοίωση της ιδίας της πίστεως. Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας άγιος Ευλόγιος έλεγε: “Εις τα της πίστεως ου χωρεί συγκατάβασις”. Τα προβλεπόμενα στους κανόνες, όμως, που δεν άπτονται του δόγματος, μπορούν να μεταβληθούν κατά την κρίση του Πνευματικού ή για μείζονα θέματα της Ι. Συνόδου, σύμφωνα με τον 102ο κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Αυτό λέγεται οικονομία. Η οικονομία έχει ένα και μόνον σκοπό· την σωτηρία των ανθρώπων. Οι κανόνες δεν σκοπεύουν να τιμωρήσουν τους ανθρώπους, αλλά να τους θεραπεύσουν, έστω και αν ορισμένες φορές πονούν, όπως άλλωστε και κάποια φάρμακα πονούν μεν αλλά θεραπεύουν. Γι’ αυτό κατά την άσκηση της οικονομίας μπορεί να εφαρμοσθούν οι κανόνες είτε ελαστικότερα είτε αυστηρότερα, προκειμένου να επιτευχθή ο μείζων σκοπός της σωτηρίας.

– Κ.τ.Ο.: Ποια είναι η γνώμη σας σε όσους υποστηρίζουν, κυρίως νέοι, ότι η Εκκλησία πρέπει να αλλάξει, να εκσυγχρονισθεί, να έλθει στο “σήμερα”;

– κ. Αντώνιος: Η Εκκλησία πρέπει να προσαρμόζεται με το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο κάθε εποχής, αλλά με τέτοιο τρόπο που να μη αλλοιώνεται η πίστη της. Αυτή είναι μία δύσκολη και πνευματικά επίπονη διαδικασία, διότι πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος της αλλοιώσεως. Γι’ αυτό και πρέπει να γίνεται με πολλή σύνεση, διάκριση και περίσκεψη. Και φυσικά όχι αυθαίρετα.

Οι άγιοι Πατέρες, έχοντας τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και ξεκάθαρη γνώση της Ορθοδόξου Πίστεως και Παραδόσεως, είχαν την δυνατότητα να προσφέρουν τον λόγο της αληθείας με διάφορα σχήματα και τρόπους χωρίς να τον αλλοιώνουν. Γι’ αυτό, αν και ήσαν Παραδοσιακοί, ήσαν πάντοτε σύγχρονοι. Στον αντίποδα ευρίσκονται οι συντηρητικοί. Αυτοί, δηλαδή, που, έχοντας περιδεή συνείδηση και φοβούμενοι μήπως αλλοιωθή η πίστις, αδυνατούν να την εκφράσουν με σύγχρονο τρόπο. Αυτοί είναι προσκολλημένοι στον τρόπο εκφράσεως των προηγουμένων και βλέπουν με καχυποψία κάθε προσπάθεια βελτιώσεως. Γι’ αυτό, παρά την καλή τους διάθεση, κάνουν τελικά κακό αντί καλό, όπως π.χ. οι Παλαιοημερολογίτες εδώ και οι Παλαιοπιστοί στην Ρωσσία.

Οι Πατέρες, όμως, επειδή είχαν πλήρη γνώση της πίστεως ήσαν ελεύθεροι και δεν εφοβούντο να χρησιμοποιήσουν ό,τι ήταν χρήσιμο για την διάδοσή της. Επί παραδείγματι, εχρησιμοποίησαν την μουσική των κοινών τραγουδιών της εποχής τους και επάνω στον ρυθμό τους έγραψαν τα εκκλησιαστικά άσματα, με τα οποία μετέδωσαν εύκολα τα πιστεύω της Εκκλησίας.

Προσαρμογή, λοιπόν, πρέπει να γίνεται, όπως λ.χ. στην γλώσσα του κηρύγματος. Δεν μπορεί, όμως, να θεωρηθή ως προσαρμογή η αποδοχή αντιλήψεων που έρχονται σε αντίθεση με την διδασκαλία του Ευαγγελίου. Διότι τότε δεν ομολογείται Χριστός, αλλά κάτι άλλο, που έχει μεν το όνομα Χριστός, αλλά δεν είναι. Αυτό συνιστά αίρεση.

Δεν είναι παραδοσιακοί, αλλά κινούνται σε λανθασμένο δρόμο, όσοι αντί να προβάλουν την Παράδοση της Εκκλησίας την αλλοιώνουν με σημαία δήθεν τον εκσυγχρονισμό. Άλλο σύγχρονος τρόπος προβολής της αληθείας και άλλο αλλοίωσις της αληθείας για να συμβαδίζουμε με το σύγχρονο τρόπο αντιλήψεως των πραγμάτων. Λ.χ. κάποιοι ιερείς αυθαίρετα κάνουν Θεία Λειτουργία το απόγευμα για να βοηθήσουν τάχα τους εργαζομένους να συμμετάσχουν. Αυτό είναι λάθος. Η Εκκλησία ορίζει να γίνεται μία Θ. Λειτουργία κάθε ημέρα και ο καθαγιασμός να τελείται οπωσδήποτε μετά το μεσονύκτιο. Όχι όποτε θέλει καθένας. Άλλοι πάλι αρνούνται την μοναδικότητα της Ορθοδόξου πίστεως ως προϋπόθεση σωτηρίας ή δεν θεωρούν αμάρτημα την σχέση προσώπων ιδίου φύλου ή ακόμη και εκτρώσεις υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Αυτοί δεν είναι Παραδοσιακοί αλλά διαστροφείς της αληθείας, για τους οποίους ο Κύριος είπε “τυφλός τυφλόν εάν οδηγή αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται”.

– Κ.τ.Ο.: Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν σήμερα πως η εκκοσμίκευση έχει εισχωρήσει μέσα στην Εκκλησία. Τι απαντάτε σε αυτούς;

– κ. Αντώνιος: Το θέμα αυτό ευρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το προηγούμενο.

Εκκοσμίκευση είναι η εισαγωγή κοσμικών ή αλλοτρίων θεολογικών αντιλήψεων στην πίστη, στην ζωή ή στον τρόπο λειτουργίας της Εκκλησίας. Αυτό είναι αίρεση.

Όμως, πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή και διάκριση κάθε νέα κίνησις στην Εκκλησία. Διότι, μπορεί μία αντίληψις ή μία ενέργεια να συνιστά πράγματι εκκοσμίκευση, μπορεί, όμως, και να είναι γνήσια ορθόδοξη, και να συνιστά ένα νέο τρόπο εκφράσεως της αληθείας και προσεγγίσεως των ανθρώπων της σημερινής εποχής, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η ουσία. Εξαρτάται, συνεπώς, από το κατά πόσον εγκρατής της Θ. Χάριτος και της πίστεως είναι αυτός που προβάλλει κάτι νέο, καί από το εάν δέχεται με ταπείνωση την πλήρη ή μερική απόρριψη της προτάσεώς του.

Όταν, λοιπόν, κάποιοι ισχυρίζονται, ότι η εκκοσμίκευσις έχει εισχωρήσει εις την Εκκλησία, θα πρέπει να ειπούν και ποια είναι τα συγκεκριμένα στοιχεία που συνιστούν την εκκοσμίκευση και αλλοιώνουν την πίστη της Εκκλησίας, ώστε να κρίνουμε εάν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής ή ψευδής και να διαπιστώσουμε, εάν η κρίσις γίνεται από ένα παραδοσιακό και ελεύθερο ή από ένα συντηρητικό και στενόκαρδο.

Η Εκκλησία δεν είναι μια ανθρωπίνη φιλοσοφική σύλληψις, ούτε ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα. Είναι η αποκάλυψις της αλήθειας, όπως μας την εφανέρωσε ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος από άπειρη αγάπη για εμάς εταπείνωσε τον εαυτό Του και έγινε άνθρωπος από τα άχραντα σπλάχνα της Παρθένου Μαριάμ. Αυτό το μεγάλο γεγονός εορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Εορτάζουμε το γεγονός, ότι ο Χριστός ήλθε στον κόσμο μας και έγινε ένας από εμάς. Ο κατά φύσιν Θεός έγινε και άνθρωπος, προκειμένου να κάμη τους ανθρώπους που θα πιστεύσουν σε Αυτόν κατά χάριν Θεούς.

Αυτός είναι ο απόλυτος σκοπός της υπάρξεώς μας· να θεοποιηθούμε.