Dogma

H Εορτή του Αγίου Αποστόλου Σωσιπάτρου στην Βέροια – ΦΩΤΟ

Την Κυριακή 29 Απριλίου το πρωί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων ιερούργησε στον Ιερό Ναό Αγίου Αντωνίου Πολιούχου Βεροίας επί τη εορτή του Αγίου Αποστόλου Σωσιπάτρου του Βεροιέως.

Στο τέλος ο Σεβασμιώτατος ευχήθηκε στον εορτάζοντα προϊστάμενο του Ιερού Ναού στην Βέροια Αρχιμ. Σωσίπατρο Πιτούλια για την ονομαστική του εορτή.

Η ομιλία του Σεβασμιωτάτου :
«Ἴδε ὑγιής γέγονας, μηκέτι ἁ­μάρ­­τανε».

Δύο προτροπές ἀπευθύνει ὁ Χρι­στός στόν παραλυτικό τῆς σημερι­νῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Τήν πρώτη, ὅταν τόν συναντᾶ στή στοά τῆς Προβατικῆς κολυμβή­θρας καί ἀκούει τό παράπονό του, ὅτι δέν ἔχει ἄνθρωπο νά τόν βοη­θήσει νά μπεῖ στό νερό μετά τήν κάθοδο τοῦ ἀγγέλου καί νά θε­ρα­πευθεῖ.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τοῦ τείνει τό χέρι καί τόν προτρέπει νά ση­κω­θεῖ, νά πάρει τό κρεβάτι του καί νά φύγει. Καί ὁ παράλυτος ὑπα­κούει καί τό θαῦμα γίνεται καί ὁ ἄνθρωπος περπατᾶ, μετά ἀπό τριά­ντα ὀκτώ χρόνια, ὑγιής.

Ἡ ἀγάπη ὅμως τοῦ Χριστοῦ δέν τόν ἐγκαταλείπει, τόν παρακολου­θεῖ. Παρακολουθεῖ καί τήν ἐχθρό­τητα τῶν Φαρισαίων πού ἐπι­πλήτ­τουν τόν πρώην πα­ράλυτο, γιατί τόλμησε νά σηκώσει τό κρεβάτι του κατά τήν ἡμέρα τοῦ Σαββά­του, πού ἦταν ἀπόλυτη ἀργία. Καί ἔτσι ξανασυναντᾶ τόν θεραπευ­θέ­ντα παράλυτο καί τοῦ ἀπευθύνει μία δεύτερη προτροπή. «Ἴδε ὑγιής γέ­γο­νας, μηκέτι ἁμάρτανε». Δές, τοῦ λέει, εἶσαι πλέον ὑγιής, φρό­ντιζε νά μήν ἁμαρτάνεις.

Μέ τήν προτροπή του αὐτή ὁ Χρι­στός δέν θέλει νά δείξει τή σχέ­­ση πού ἔχει ἡ ἁμαρτία μέ τήν ἀσθέ­νεια τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως πίστευ­αν οἱ Ἰουδαῖοι, θέλει ὅμως νά δι­δά­ξει τόσο στόν παράλυτο ὅσο καί σέ ἐμᾶς, ἀδελφοί μου, ὅτι γιά τή σω­τη­ρία μας δέν ἀρκεῖ μόνο ἡ δι­κή του θεία παρέμβαση, ἀλλά χρει­ά­ζεται καί ἡ δική μας προσπά­θεια.

Ὁ Χριστός θέτει μέ τήν Ἐκκλησία του στή διάθεση τοῦ πάσχοντος καί ταλαιπωρημένου ἀπό τήν ἁ­μαρ­τία ἀνθρώπου τήν κολυμ­βή­θρα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀλλά καί τά ἄλλα ἱερά μυστήρια, μέ τά ὁποῖα λαμβάνει τή θεία χάρη, τήν «πάντοτε τά ἀσθενῆ θερα­πεύ­ουσα καί τά ἐλλείποντα ἀναπλη­ροῦσα»,  καθαρίζεται ἀπό τούς ρύ­πους τῆς ἁμαρτίας, λαμβάνει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μέ τό μυ­στή­ριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογή­σεως, λαμ­­βάνει τό φάρμακο τῆς ἀθα­να­σίας μετα­λαμ­­βάνοντας τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, στηρί­ζε­ται στήν πί­στη, ὥστε νά ἀκολουθεῖ τήν ὁδό τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, καί νά μήν εἶναι σάν τόν παρά­λυ­το πού δέν μπορεῖ νά βαδίσει καί κεῖται ἀβοή­θητος καί μόνος.

Τά θέτει ὅλα αὐτά στή διάθεση τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὁ Χριστός μέ πολλή ἀγάπη καί πολλή συγκατά­βα­­ση στήν ἀσθένειά μας, γιατί γνω­ρίζει ὅτι «ἡ διάνοιά μας ἐπί τά πονηρά κεῖται», γιατί γνωρίζει τήν ἀδυναμία μας καί τή φυσική μας ροπή πρός τό κακό καί τήν ἁμαρτία, καί μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι εἶναι πρόθυμος νά συγχωρήσει «ἑβδο­μηκοντάκις ἑπτά», ἄπειρες δηλαδή φορές, τίς ἁμαρτίες μας.

Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι ἐμεῖς μποροῦμε νά ζοῦμε ἀδιαφορώντας γιά τίς ἐπιλογές μας καί γιά τίς πράξεις μας, ὅτι μποροῦμε νά ζοῦ­με ἀδιαφορώντας γιά τό θέ­λημα καί τίς ἐντολές του καί μετά νά ζη­τοῦμε τή συγχώρησή του.

Δέν εἶναι αὐτό, ἀδελφοί μου, τό νόημα τῆς συγχωρήσεως. Ὁ Χρι­στός μᾶς συγχωρεῖ, ὅταν ἁμαρ­τά­νουμε ἀπό ἄγνοια καί ἀπό ἀδυ­να­μία. Ἡ θεληματική καί ἑκούσια ἐπι­λογή τῆς ἁμαρτίας ὡς τρόπος ζωῆς δέν εἶναι ἀρεστή στόν Χρι­στό καί ἔχει συνέπειες καί γιά μᾶς, διότι ἡ ἁμαρτία σκληραίνει τήν ψυ­χή καί κάνει πιό δύσκολη τή με­τάνοια, κάνει πιό δύσκολο τό νά κατανοήσουμε τό σφάλμα μας καί νά ταπεινωθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιά νά λάβουμε τήν ἄφεση.

Τά παραδείγματα μεγάλων ἁμαρ­τω­­λῶν πού ἔζησαν ὅλη τή ζωή τους μέσα στήν ἁμαρτία καί μετα­νό­ησαν λίγο πρίν τό τέλος καί τούς ὁποίους ὁ Χρι­στός συγχώ­ρη­σε, ὅπως συγχώρησε τόν εὐγνώ­μονα ληστή πού τόν κα­τέστησε πρῶτον οἰκήτορα τοῦ πα­ραδείσου, δέν μᾶς διδάσκουν νά ἁμαρτά­νουμε, νομίζο­ντας ὅτι ἔτσι ἀπο­λαμ­βάνουμε τή ζωή μας, καί ὅτι ἀρκεῖ ἁπλῶς νά μετανοή­σουμε λίγο πρίν νά φύγουμε ἀπό τόν κό­σμο αὐτό.

Μᾶς διδάσκουν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιά νά μήν ἀπελπιζόμασθε, ἀλλά γιά νά ἔχου­με δύναμη καί θάρρος, ὅποτε πέ­φτουμε στήν ἁ­μαρτία, νά ζητοῦμε τό ἔλεος καί τή συγχώρησή του καί νά ἀγω­νι­ζόμασθε γιά νά μήν τό ἐπαναλά­βουμε, ἀκολουθώντας τήν προ­τρο­πή τοῦ Χριστοῦ πρός τόν θε­ραπευθέντα παράλυτο τῆς ση­μερι­νῆς εὐαγγελικῆς περικο­πῆς: «Ἴδε ὑγιής γέγονας, μηκέτι ἁμαρτάνε».

Αὐτό ἰσχύει ἰδιαιτέρως γιά ἐμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἴχαμε τό προνόμιο νά γεν­νηθοῦμε μέσα στήν Ἐκ­κλησία καί νά γαλουχηθοῦμε μέ τό κή­ρυγ­μα τοῦ πρωτοκορυφαίου ἀπο­στόλου Παύ­λου· γιά ἐμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε τήν τιμή ἡ πόλη μας νά ἔχει προσφέρει στήν Ἐκ­κλησία, ἐκτός τῶν πολ­λῶν ἄλ­λων ἁγίων καί ἕνα ἀπό­στο­λο καί συνέκ­δημο τοῦ ἀπο­στό­λου Παύ­λου, τόν ἅγιο ἀπό­στο­λο Σω­σί­πα­τρο, τοῦ ὁποίου τή μνήμη τι­μοῦμε καί πανηγυρί­ζου­με σήμε­ρα, καί ἔχουμε μάλιστα τήν ἰδιαίτερη εὐλογία νά προσκυνοῦμε τμῆμα τοῦ ἱεροῦ του λειψάνου.

Θά πρέπει νά ἔχουμε πάντοτε κα­τά νοῦ, ἀδελφοί μου, αὐτή τήν προ­τροπή τοῦ Χριστοῦ: «ἴδε ὑγιής γέγονας, μή­κε­τι ἁμαρτάνε», καί πολύ περισσό­τε­ρο, ὅταν μετέχου­με στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά μᾶς βοη­θᾶ νά εἴμεθα προ­σε­κτικοί στή ζωή μας, νά ἀπο­φεύ­γουμε τίς παγί­δες τῆς ἁμαρ­τίας καί νά ζοῦμε πάντοτε σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ ἀναστάντος Κυ­ρίου.