Dogma

Πανηγύρισε ο Ι. Ν Προφήτου Ηλιού στο Άνω Ζερβοχώρι

Τη Δευτέρα 20 Ιουλίου το πρωί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων λειτούργησε και κήρυξε το θείο λόγο στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό του Προφήτου Ηλιού στο Άνω Ζερβοχώρι. 

Ο Σεβασμιώτατος στο κήρυγμα του ανέφερε μεταξύ άλλων: «Ἀποδεδειγμένος θεό­πτης ὁ Θε­σβίτης σύν Μω­σῇ καθορᾶ, ἅ ὀ­φθαλ­­μός οὐκ οἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἀν­θρώπων τῶν γη­γε­νῶν καρδία οὐ λελόγισται». Τιμᾶ σήμερα καί πα­νη­γυρίζει ἡ Ἐκκλησία μας μία ἀπό τίς σημα­ν­τι­­κότερες μορφές τῆς Παλαιᾶς Δια­θήκης, τι­μᾶ καί πανηγυρίζει τόν ἅγιο ἔνδοξο προ­φήτη Ἠλία.

Καί μέσα στήν ὑμνο­γραφία της τόν συγ­κρί­νει μέ ἄλλες δύο ὑπέ­ρο­χες μορφές, τόν προ­φή­τη Μωυσῆ καί τόν τί­μιο Πρόδρομο.

Κι ἄν ἡ σύγ­κριση μέ τόν Ἰωάν­νη τόν Βα­πτι­στή ὀφεί­λεται στήν ἀ­σκη­­τική ζωή πού ἔζη­σαν καί οἱ δύο, ὥστε καί οἱ δύο νά χαρακτη­ρί­ζονται ὡς ἔνσαρκοι ἄγ­­γελοι, ἡ σύγκριση μέ τόν προφήτη Μωυσῆ ὀφείλεται σέ ἕνα ἄλλο κοινό τους στοιχεῖο. Μω­υσῆς καί Ἠλίας ἦταν οἱ δύο προφῆτες πού ἐμφανί­σθη­καν στό ὄρος Θαβώρ κατά τήν ἡμέρα τῆς Μεταμορφώ­σεως τοῦ Κυρίου· ἦταν οἱ δύο προφῆτες πού ἐμ­φανίζονται συλλα­λοῦ­­­ν­τες μέ τόν Χριστό, ἀλλά καί αὐτοί πού ἀξιώνονται νά εἰσδύ­σουν ἐν ζωῇ στόν θεῖο γνόφο καί νά γίνουν θε­α­τές τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ.

Καί ἄν ὁ προφήτης Μω­­υσῆς εἶναι αὐτός πού στό ὄρος Σινᾶ πα­ρα­λαμβάνει τίς πλάκες τοῦ Νόμου καί συνο­μι­λεῖ μέ τόν Θεό, ὅπως συνομιλεῖ ἕνας ἄνθρω­πος μέ ἕναν φίλο του, ὁ προφήτης Ἠλίας εἶναι αὐτός πού ἀκούει τή φω­νή τοῦ Θεοῦ καί με­ταφέρει τό θέλημά του στούς ἀνθρώπους. Εἶναι αὐτός πού ἀξιώ­νεται νά μήν γνωρίσει τόν θάνα­το, ἀλλά νά ἀναληφθεῖ στόν οὐρανό ἐπάνω σέ πύρινο ἅρμα, δεῖγμα τῆς μεγάλης εὐνοίας τοῦ Θεοῦ πρός τό πρό­σω­πό του ἀλλά καί τῆς με­γά­λης χάριτος τήν ὁποία βρῆκε ἀπό τόν Θεό.

Ὁ προφήτης Ἠλίας εἶ­ναι ἕνα ἀπό τά ἐλά­χι­στα πρόσωπα στήν Πα­λαιά Δια­θή­κη πού γνώ­ρισαν τήν εὔ­νοια καί τή χάρη τοῦ Θε­οῦ μέ τόσο προ­φανῆ τρό­πο. Εἶναι ἕνα ἀπό τά ἐλάχιστα πρό­­σω­πα ἀξιώ­θη­καν νά δοῦν καί νά ἀκούσουν μυ­στήρια πού κανένας ἄνθρωπος δέν θά μπορέσει νά δεῖ καί νά ἀκούσει ποτέ.

Καί ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἔλαβε τόση χάρη ἀπό τόν Θεό ἦταν ἡ ἀπό­λυτη ὑπακοή καί ἡ ἀπό­­λυτη ἐμπιστοσύνη πού ἔδειχνε στίς ἐν­το­λές του. Ἦταν ἡ ἀπό­λυ­τη καθα­ρό­τη­τα καί ἁγι­ό­τητα τῆς ζωῆς του, ὥστε δικαιολο­γη­μένα νά ὀνομά­ζεται «ἔν­σαρ­κος ἄγ­γε­λος» καί νά πα­ρομοιά­ζεται ἀπό τούς ἱε­ρούς ὑμνο­­γρά­φους μέ τόν προφήτη Μωυσῆ καί τόν τίμιο Πρό­δρομο.

Ὁ Θεός ἦταν αὐτός πού καθοδη­γοῦ­σε τά βή­­ματα τοῦ προ­φή­του Ἠλιοῦ. Ἦταν αὐτός ὁ ὁ­ποῖος τόν διέ­τρεφε θαυ­μα­­τουργικά στέλνο­ντάς του ψω­μί μέ ἕνα κο­ράκι. Ἦταν αὐτός πού ἔκα­νε τό ἀλεύρι καί τό λάδι τῆς χή­ρας πού τόν φιλοξενοῦσε νά μήν τε­λει­ώνει ποτέ. Ἦταν αὐ­τός πού ἀνέστησε διά τοῦ προφή­του του Ἠ­λία τό νε­κρό παι­δί τῆς χήρας. Ἦταν αὐτός πού ἔστειλε πῦρ ἀπό τόν οὐ­ρανό, κατά τήν παρά­κληση τοῦ ἐκλε­κτοῦ του δούλου, τοῦ προ­φή­του Ἠ­λία, γιά νά κα­τα­καύσει τίς θυ­σίες στά εἴ­δωλα. Ἦταν αὐ­τός πού στό τέλος ἀνήρπα­σε τόν προ­φή­τη του μέ πύρινο ἅρμα ζωντανό καί συνομιλοῦντα μέ τόν μαθητή του Ἐλισ­σαῖο στόν οὐρανό γιά νά μή γνωρίσει τόν θά­νατο, ὁ ὁποῖος εἶ­ναι συνέπεια τῆς ἁμαρ­τί­ας, καθώς ὁ προφήτης Ἠ­λί­ας δέν εἶχε καμία σχέ­­ση μέ τήν ἁμαρτία.

Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἦταν κατά τήν ἐπίγειο ζωή του ὁ προφήτης, καί μάλι­στα σέ μία ἐποχή πού ἐπλε­όναζε ἡ ἁμαρ­τία, ἡ πλε­ονεξία, ἡ ἀσωτία καί ἡ δια­φθορά. Καί ἔχει σημασία αὐτό, για­τί συχνά ἀκοῦ­με στίς ἡμέρες μας τή δι­καιο­λο­γία ὅτι δέν εἶναι δυ­νατό νά ζήσει κανείς στήν ἐποχή μας σύμφω­να μέ τό θέλημα τοῦ Θε­οῦ, ὅταν ὅλοι γύρω μας ζοῦν σύμφωνα μέ τίς ἐπιθυ­μίες μας, ζοῦν μέσα στήν ἁμαρτία, καί ὅταν γύρω μας ὑπάρ­χουν δε­κά­δες πειρασμοί πού καθημε­ρι­­νά προ­σ­πα­θοῦν νά μᾶς ἀπο­μα­κρύ­νουν ἀπό τόν Θεό.

Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν καί στίς ἡμέ­ρες μας καί στήν κοινωνία πού ζοῦμε καί ἁμαρτία καί ἀπι­στία καί δια­φθο­ρά καί πει­ρασμοί πού ἐπι­διώ­κουν νά μᾶς παρα­σύρουν στήν ὁδό τῆς ἀπωλείας. Ὅμως ἡ ση­με­ρινή ἐποχή καί ἡ ση­με­ρινή κοινω­νία δέν εἶναι πιό ἁμαρτωλή ἀπό τήν κοι­νωνία τῆς ἐποχῆς τοῦ προ­φήτου Ἠλία.

Καί ἄν ἐκεῖ­νος κατόρ­θω­σε ζώ­ντας μέσα σ’ αὐ­­τή νά δια­τηρήσει τήν ψυχή καί τό σῶμα του καθα­ρό, ἄν ἐκεῖ­νος κα­τόρ­θωσε νά ἑλ­κύ­­σει χά­ρη στήν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς του καί τήν ὑπα­κοή του τή χάρη τοῦ Θε­οῦ καί νά ἀναδειχθεῖ «ἄνθρωπος τοῦ Θε­οῦ», τότε ἀσφα­λῶς μποροῦ­με νά τό ἐπι­τύχουμε καί ἐμεῖς.

Σέ μᾶς ἐπαφίεται νά τό θε­λή­σουμε καί νά ἀγωνι­σθοῦ­με γι’ αὐτό, καί εὔχο­μαι διά τῶν πρε­σβειῶν του νά τό ἐπι­τύχουμε ὅλοι μας.