Dogma

Πρεσβεία ἐπ᾽ Ασσυρίους- Η ανατολική πολιτική του ιερού Φωτίου

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο θ΄ μ.Χ. αιώνας είναι ο αιώνας του ιερού Φωτίου, καθώς η προσωπικότητά του κυριαρχεί σε όλους τους τομείς της ζωής της αυτοκρατορίας, η οποία διανύει αυτήν την περίοδο την πιο κρίσιμη φάση του μακραίωνου βίου της.

Καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου
Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο θ΄ μ.Χ. αιώνας είναι ο αιώνας του ιερού Φωτίου, καθώς η προσωπικότητά του κυριαρχεί σε όλους τους τομείς της ζωής της αυτοκρατορίας, η οποία διανύει αυτήν την περίοδο την πιο κρίσιμη φάση του μακραίωνου βίου της.

Αλλά, ενώ πάρα πολλά έχουν γραφτεί για τον επιτυχή τρόπο με τον οποίο ο ιερός Φώτιος αντιμετώπισε τον εκ Δυσμών κίνδυνο τόσο για την αυτοκρατορία όσο και για την ορθοδοξία, ελάχιστα είναι γνωστά για την πολιτική που άσκησε η αυτοκρατορία, και πάλι με πρωταγωνιστή τον Φώτιο και το περιβάλλον του, προς Ανατολάς. Ακριβώς αυτή η πολιτική όμως παρουσιάζει σήμερα εξαιρετικό ενδιαφέρον και έρχεται και πάλι στην επικαιρότητα, καθώς μια ματιά στην εμπειρία του παρελθόντος ίσως μπορέσει να αποτελέσει μια πυξίδα για την αναζήτηση, με τις κατάλληλες ασφαλώς προσαρμογές, λύσεων για το σήμερα.

Καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοφίλου (829 – 842 μ.Χ.) σημειώνονται παρατεταμένες εχθροπραξίες ανάμεσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στο Χαλιφάτο των Αββασιδών. Παρά τις πολεμικές αντιπαρθέσεις όμως, τα πράγματα εμφανίζονται εντελώς διαφορετικά σε πολιτισμικό επίπεδο, καθώς οι Άραβες επιδεικνύουν έναν ιδιαίτερο σεβασμό και μεγάλη εκτίμηση στα ελληνικά γράμματα.

Έτσι, κατά τη διάρκεια του θ΄ μ.Χ. αιώνα ως τις αρχές του ι΄ οι Αββασίδες ηγέτες επιδεικνύουν έναν ιδιαίτερο ζήλο να ιδιοποιηθούν την κληρονομία του αρχαίου κόσμου. Από την άλλη πλευρά, διαπιστώνεται και από ρωμαϊκής πλευράς ένα ενδιαφέρον για πολιτισμική διείσδυση στην περιοχή των Αράβων. Ο ζήλος αυτός αποτυπώνεται στις προσπάθειες πολιτιστικών επαφών που καταγράφονται μεταξύ των ετών 829 και 907 μ.Χ. και στις οποίες φαίνεται να μετέχουν από ρωμαϊκής πλευράς εξέχουσες προσωπικότητες των γραμμάτων, όπως ο Ιωάννης ο Γραμματικός, ο Κωνσταντίνος Κύριλλος, ο Φώτιος και ο Λέων ο Χοιροσφάκτης, οι οποίοι ταξίδεψαν στην αυλή των Αββασιδών.

Ανεξάρτητα από τον σκοπό και τον χρόνο συγγραφής της «Βιβλιοθήκης» του ιερού Φωτίου, εκείνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι το έργο αυτό αποτελεί μια σημαντικότατη μαρτυρία ότι στους επιστημονικούς κύκλους του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης κατά τη συγκεκριμένη περίοδο αναβιώνει το ενδιαφέρον για την αρχαία ελληνική πολιτιστική κληρονομιά. Το ενδιαφέρον αυτό, που ασφαλώς δεν είναι άσχετο με την εκδήλωση ανάλογου ενδιαφέροντος από την πλευρά των Αράβων, αποτυπώνεται στα έργα του πνευματικού περιβάλλοντος του Φωτίου όπως του Νικήτου Βυζαντίου, του Αρέθα επισκόπου Καισαρείας και του Πατριάρχη Νικολάου Μυστικού.

Από τα γραπτά των παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι Βυζαντινοί λόγιοι του θ΄ μ.Χ. αιώνα είχαν πλήρη συναίσθηση του αδιεξόδου ενός θεολογικού διαλόγου ανάμεσα στη χριστιανική πίστη και στο Ισλάμ. Αναγνώριζαν όμως ότι με την καλλιέργεια των κοινών πολιτιστικών καταβολών Ρωμαίων και Αράβων, που ανάγονται στην αρχαία Ελλάδα, μπορούσε να βρεθεί ένας τρόπος ειρηνικής μεταξύ τους συνύπαρξης.

Σήμερα όλο και περισσότεροι άνθρωποι καλής θέλησης αναγνωρίζουν ότι η ασφάλεια και η σταθερότητα ενός κράτους εξαρτώνται από την παιδεία του, από το μορφωτικό επίπεδο του λαού του. Και, όπως αποδεικνύει η δράση του ιερού Φωτίου και του πνευματικού του περιβάλλοντος, η Εκκλησία μπορεί να αποτελέσει τον παράγοντα εκείνον που θα κινητοποιήσει τον πνευματικό κόσμο να βρει το θάρρος, ώστε να προβάλλει, μέσα σε μια εποχή απόλυτου ευτελισμού και απαξίωσης του ανθρώπινου προσώπου, τις διαχρονικές ανθρώπινες αξίες, στηριζόμενη στη μακραίωνη παράδοσή της, στις Γραφές της και στην πίστη της που την κατέστησαν ικανή όχι μόνον να συνυπάρξει για αιώνες με το διαφορετικό, αλλά και να καταστεί «φως του κόσμου» που θα καταυγάσει την ανθρωπότητα ολόκληρη.