Dogma

Η Εκκλησία της Ελλάδος την περίοδο του Εθνικού Διχασμού – Αφιέρωμα στην “Κιβωτό της Ορθοδοξίας”

Του Δρος Θεολογίας π. Αθανασίου Καρυάμη

Ο εθνικός διχασμός  άρχισε το 1915 έχοντας τις ρίζες του στο κίνημα στο Γουδί (1909) και  αφορούσε την απόφαση της επιλογής στρατοπέδου ενός μικρού βασιλείου, που μόλις είχε  σχεδόν διπλασιάσει τα σύνορά του και τον πληθυσμό του μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους (1912 – 1913). Το δίλλημα αυτό στην διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, δίχασε την πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας. Ο βασιλέας Κωνσταντίνος Α΄ επιθυμούσε την ουδετερότητα της Ελλάδας που έπρεπε να ανασυνταχθεί μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους και να αφομοιώσει τον νέο πληθυσμό, πιστεύοντας ότι η νίκη δεν ευνοούσε καμία από τις δύο πλευρές που είχαν επιπλέον επιδοθεί σε μεγάλους εξοπλισμούς με καινούρια όπλα. Όμως, ο πρωθυπουργός της χώρας Ελευθέριος Βενιζέλος αποφάσισε πως η καλύτερη λύση εκείνη την χρονική περίοδο ήταν η εμπλοκή του βασιλείου σε πόλεμο μαζί με τις χώρες της Εγκάρδιας Συμμαχίας, αφού πίστευε ότι θα ήταν οι νικήτριες, τονίζοντας ότι ο πόλεμος θα ήταν σύντομος, ενώ τα εδαφικά οφέλη της χώρας από μια τέτοια ένταξη θα ήταν μεγάλα[1].

     Δυστυχώς ο εθνικός διχασμός που επικράτησε στο πολιτικό πεδίο διχάζοντας την χώρα, δεν άργησε να παρασύρει τον εκκλησιαστικό οργανισμό σε μια ανάλογη αντιπαράθεση των εκκλησιαστικών ανδρών και απλών κληρικών, όμοια με εκείνη των πολιτικών ταγών που τους ακολούθησαν με απρόβλεπτες συνέπειες, μειώνοντας το κύρος της Εκκλησίας της Ελλάδος στα μάτια του απλού πιστού λαού, ενώ από εκείνη την αντιπαράθεση προήλθαν δύο συμπαγής ομάδες ιεραρχών. Η πρώτη ομάδα είχε συσπειρώθηκε γύρω από τον από Μονεμβασίας βασιλόφρονα μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο Μηνόπουλο (1902 – 1917 και 1920 – 1922) και μετέπειτα, στον από Τραπεζούντος Χρύσανθο Φιλιππίδη ως Αθηνών, που είχε  μαζί του τους αρχιερείς από την λεγόμενη Παλαιά Ελλάδα όλοι τους και αυτοί  βασιλόφρονες. Η δεύτερη ομάδα συντάχθηκε με τον από Κιτίου μητροπολίτη Αθηνών Μελέτιο Μεταξάκη. Σε αυτήν  εντάχθηκαν λίγο αργότερα όσοι αρχιερείς ήταν οπαδοί του Κρητικού πολιτικού, που προερχόταν κυρίως στη συντριπτική τους πλειοψηφία από τη Βόρειο Ελλάδα, από τις λεγόμενες Νέες Χώρες. Αυτές οι δύο ομάδες θα διατηρηθούν σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, και θα προσπαθούν να ελέγξουν μέσα από τον κρατικό μηχανισμό τις εκκλησιαστικές εξελίξεις, ενώ πάντοτε θα είναι προσανατολισμένες σε συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους, με σκοπό να έχουν την εύνοια των πολιτικών ταγών ή άλλων καταστάσεων όπως π. χ. στην περίοδο της τριπλής κατοχής και των δοσιλογικών κυβερνήσεων ή των δικτατοριών[2].

     Η ρήξη μεταξύ ανακτόρων και του κόμματος των Φιλελευθέρων δίχασε τη χώρα σε μεγάλο βαθμό, ενώ  δεν άργησε να κοπεί στα δύο. Έτσι, υπήρχε η νόμιμη βασιλική κυβέρνηση στην Αθήνα και η Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης υπό την τριανδρία Ελευθέριου Βενιζέλου, στρατηγού Παναγιώτη Δακλή και ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, που διατηρούσαν για ευνόητους λόγους το λογότυπο Βασίλειον της Ελλάδος. Η κατάσταση είχε ξεφύγει εντελώς σε κάθε επίπεδο τόσο στους πολιτικούς σχηματισμούς που αγωνιούσαν για το δικό τους μέλλον όσο και στον εκκλησιαστικό οργανισμό, ως φυσική απόρροια της πολιτειοκρατίας που επικρατούσε από την εποχή του Αγώνα του 1821 και είχε δέσμια την Εκκλησία σε ένα φαύλο κύκλο. Όμως, η δομή της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης υπήρξε διαφορετική. Με το Διάταγμα υπ’ αριθ. 81 ο Βενιζέλος δεν είχε το τίτλο του πρωθυπουργού , ενώ η τριανδρία (Βενιζέλος, Δαγκλής και Κουντουριώτης) εμφανιζόταν ως συλλογική ηγεσία. Η έλλειψη χρημάτων τους ανάγκασε να υπάρχουν μόνο δύο υπουργία των Εξωτερικών και των Στρατιωτικών. Τα υπόλοιπα υπουργία αντικαταστάθηκαν με 9 «ανώτατες διευθύνσεις»[3].

     Οι αλλαγές στα σύνορα του ελληνικού κράτους δεν έφερναν αμέσως και τις αντίστοιχες αλλαγές στα εκκλησιαστικά όρια. Η προσάρτηση της Θεσσαλίας και ενός τμήματος της Ηπείρου στην ελληνική επικράτεια συνοδεύτηκε με την έκδοση από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως Συνοδικού Τόμου τον Μάιο του 1882. Όμως, μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων η προέκταση των ελληνικών συνόρων που περιλάμβανε και τις νέες εκκλησιαστικές επαρχίες, έφερε πάλι τον Οικουμενικό θρόνο στην ίδια θέση με εκείνη στην περίοδο της Επανάστασης του 1821 αφού δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με αυτές αφού  δεν βρισκόταν πλέον εδαφικά υπό τον έλεγχο της Υψηλής Πύλης. Οι εκκλησιαστικές αυτές επαρχίες αναγκαστικά, έπαψαν να είναι υπό τον έλεγχο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι, οι ιεράρχες αναγκάστηκαν να αναζητήσουν μια βιώσιμη λύση για το νέο καθεστώς λειτουργίας τους, με τη συνεργασία της ελληνικής κυβερνήσεως[4].

      Ο μητροπολίτης Λήμνου Γεννάδιος Αλεξιάδης που υπηρετούσε ως επίσκοπος στο νησί από την εκλογή του το 1905 (επί των ημερών του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄) το 1912 μετατέθηκε  στη μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Το 1913 διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, για να βρεθεί μια νόμιμη έστω προσωρινή λύση, στα προβλήματα που η ενσωμάτωση της Βορείου Ελλάδος στην ελληνική επικράτεια  έφερε στον εκκλησιαστικό οργανισμό. Ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως να υποδειχθεί στην ελληνική κυβέρνηση η ανάληψη θεσμικής πρωτοβουλίας, για να υπάρξει λύση με την αρμόζουσα νομική ρύθμιση σε αυτό το αδιέξοδο. Με αυτό τον τρόπο θα άνοιγε ένα παράθυρο συνεργασίας μεταξύ της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος με τους αρχιερείς των Νέων Χωρών. Οι ιεράρχες από την Παλαιά Ελλάδα Μεσσηνίας Μελέτιος, Σπάρτης Γερμανός Θηβών Συνέσιος Άρτας Σπυρίδων και Μαντινείας Γερμανός, αναμεσά τους και πολλοί λαϊκοί συνεργαζόταν για την εξεύρεση λύσης. Το Φεβρουάριο του 1914 συναντήθηκαν με τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ και του παρέδωσαν ένα υπόμνημα με προτάσεις για την εσωτερική διοικητική αναδιοργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος που ήταν πλέον απολύτως αναγκαίες Στη συνέχεια, ο άνακτας διαβίβασε το σχετικό υπόμνημα στο πρωθυπουργό, ο οποίος το προώθησε να συζητηθεί στο υπουργικό συμβούλιο. Η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει δεκτό το αίτημα των εκκλησιαστικών ανδρών ώστε, να βρεθεί βιώσιμη λύση επιτρέποντας την σύγκληση της Συνόδου με τη συμμετοχή αρχιερέων από τις περιοχές που είχαν ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος. Στην ουσία οι εκκλησιαστικοί άνδρες έκαναν χρήση του φαινομένου της πολιτειοκρατίας, μέσα στο πλαίσιο εναρμόνισης της εφαρμογής σε γενικές γραμμές των επιδιώξεών της, που επήλθαν με τις αλλαγές στα σύνορα του ελληνικού κράτους. Η Πολιτεία τελικά αντιλαμβανόταν ότι η προσαρμογή των αλλαγών στον εκκλησιαστικό οργανισμό επικυρωμένη από τη νομοθεσία του κράτους, θα άνοιγε το δρόμο για ενιαία χρήση από την  κρατική μηχανή της Εκκλησίας στην Ελλάδα[5].

     Με το νέο νόμο 188 / 21 – 03 – 1914 η κυβέρνηση του Βενιζέλου προέβη στις απαιτούμενες αλλαγές στα εκκλησιαστικά πράγματα, την ώρα που ο εθνικός διχασμός βρισκόταν στην αφετηρία του. Η επιτροπή που επωμίσθηκε τον σχεδιασμό για την υλοποίηση αυτών των σημαντικών αλλαγών, είχε ως πρόεδρό της τον μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο Μηνόπουλο και μέλη της τους τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο Αλεξιάδη σφόδρα φιλοβενιζελικό, Δράμας Αγαθάγγελο Κωνσταντινίδη από τους απειροελάχιστους φανατικούς φιλοβασιλικούς αρχιερείς στη Βόρεια Ελλάδα και εκδότη φιλοβασιλικού εντύπου, Πέτρας Τίτο Ζωγραφίδη τον φανατικότερο οπαδό του Βενιζέλου που του στάθηκε από την αρχή της πορείας του στη Μεγαλόνησο μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Κρήτης, Μεσσηνίας Μελέτιο και  Μονεμβασίας και Λακεδαίμονος Γερμανό Τρωϊάνο που στο εγγύς μέλλον θα αξιοποιούνταν υποχρεωτικά από την Ιερά Σύνοδο, λόγω των θεολογικών και νομοκανονικών του γνώσεων, που τυχαία η Σύνοδος ανακάλυψε μέσα από την αρθρογραφία του στον αθηναϊκό Τύπο. Έτσι, στο εγγύς μέλλον θα υπάρξει ως απεσταλμένος της στις ΗΠΑ, για να ελέγξει  την πορεία της ελληνικής ομογένειας ύστερα από την δεύτερη επίσκεψη του μητροπολίτη Μελετίου Μεταξάκη  εκεί, αμέσως μετά από την υποχρεωτική απομάκρυνσή του μητροπολίτη Αθηνών από τον θρόνο του, ως απόρροια της επιλογής ως του καταλληλότερου για το τιμόνι της Εκκλησίας της Ελλάδος από τον ίδιο τον Κρητικό πολιτικό, και της συντριπτικής ήττας που ο κομματικός του σχηματισμός επέστη στις εκλογές στις  1η Νοεμβρίου 1920[6].

     Όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ αρρώστησε βαριά, οι βαθύτατα θρησκευόμενοι οπαδοί του βασιλικού θεσμού, συμμετείχαν μαζί με φιλοβασιλικούς αρχιερείς και ιερείς σε αγρυπνίες και παρακλήσεις υπέρ της αποκατάστασης της υγείας του άνακτα. Όλες αυτές οι προσευχές και αγρυπνίες δεν είχαν μόνο θρησκευτικό λατρευτικό χαρακτήρα, αλλά λάμβαναν κυρίως πολιτικό χαρακτήρα, αφού οι προσευχές συνδυαζόταν με έντονα αντιβενιζελικό μένος για τους οπαδούς του κόμματος των Φιλελευθέρων και τον αρχηγό τους. Μέσα σε αυτό το άσχημο κλίμα που είχε κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή του τόπου, η άρνηση του Βενιζέλου να συμμετάσχει το κόμμα του στις εκλογές που θα διεξαγόταν στις 31 – 05 – 1915 έριξε περισσότερο λάδι στη φωτιά. Η παρουσία ξένου στρατού στη Θεσσαλονίκη από της χώρες της Εγκάρδιας Συμμαχίας πόλωσε το κλίμα στο εσωτερικό. Το κύριο  πρόβλημα για τον εκκλησιαστικό οργανισμό, ήταν η ακύρωση ουσιαστικά από τις εξελίξεις στην πράξη των πορισμάτων της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, αφού η διχογνωμία των ιεραρχών και το ρήγμα που είχε παγιωθεί ματαίωσε την σύγκληση της Ιεράς Συνόδου για να επιληφθεί του συγκεκριμένου φλέγοντος ζητήματος[7].

     Η Ιερά Σύνοδος στην Παλαιά Ελλάδα μέχρι τα μέσα του 1916 δεν επιθυμούσε την άμεση εμπλοκή της στην πολιτική, όμως η διχοτόμηση του ελληνικού βασιλείου στα δύο με δύο διαφορετικές κυβερνήσεις επέδρασσε αρνητικά, πληθαίνοντας τις φωνές από εξωθεσμικούς παράγοντες που ήθελαν την εμπλοκή της για να χειραγωγήσουν το λαό. Ο επίσκοπος Κίτρους Παρθένιος έστειλε ένα τηλεγράφημα στην Αθήνα ενημερώνοντας για την ανάληψη των εκκλησιαστικών θεμάτων με εντολή της τριανδρίας, από τον Γεώργιο Αβέρωφ. Σύμφωνα με τον ιεροδιάκονο Χριστόφορο Κοντογιώργο που ήταν οπαδός του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο άνακτας ανέθεσε στο υπουργό Γεώργιο Στρέιτ την δημιουργία άτυπης επιτροπής με επικεφαλής τον Λαρίσης Αρσένιο Αφεντούλη για να συλλέξει στοιχεία για τη στάση και δράση αρχιερέων και ιερέων, που είχαν εμπλακεί έμμεσα στις πολιτικές διενέξεις. Η συλλογή σχεδόν όλων των πληροφοριών, βασιζόταν στην ενημέρωση που παρείχε ο επίσκοπος Θεουπόλεως Γεννάδιος βοηθός επίσκοπος του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γενναδίου. Η κατάσταση είχε ξεφύγει σε τέτοιο βαθμό, ώστε  ο ιεράρχης Δράμας Αγαθάγγελος φερόταν να τελούσε υπό κράτηση ανάμεσα στους ποινικούς στις φυλακές του Γεντί Κουλέ.  Επιπλέον, ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ευμένιος μεταφέρθηκε στη Χίο και φυλακίστηκε μαζί με ποινικούς κρατουμένους στις φυλακές Φρουρίου. Στη θέση του διόρισαν τον Πέτρας Τίτο τον φανατικότερο οπαδό του Κρητικού πολιτικού, ο οποίος όμως αρνήθηκε τον διορισμό[8].

      Το διχαστικό κλίμα της περιόδου φαίνεται από δημοσίευμα σε φύλλο εφημερίδας που δημοσίευσε τηλεγράφημα από την Ελασσόνα, το οποίο ανέφερε ότι ο μητροπολίτης Κοζάνης Φώτιος και ο επίσκοπος Ειρηνουπόλεως Φώτιος που είχαν καταφύγει στην Κοζάνη «[…] μη υποταχθέντες εις την επαίσχυντον διαταγήν του επονειδίστου Ηλιάκη όπως παύσουν μνημονεύοντες εν εκκλησία το όνομα της Α. Μ. του βασιλέως, συνελήφθησαν συνεργασία Γάλλων και απεστάλησαν εις Θεσσαλονίκην»[9].

     Επιπλέον, στις 21 – 05 – 1916 ο Γάλλος στρατηγός Σαράιγ κήρυξε στη Θεσσαλονίκη το στρατιωτικό νόμο στο όνομα των χωρών της Εγκάρδιας Συμμαχίας, εξοργίζοντας τους αντιβενιζελικούς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μετά από πιέσεις των Επιστράτων και των προέδρων των επαγγελματικών σωματείων και με πρωτεργάτες τον Λαρίσης Αρσένιο Αφεντούλη  και τον καθηγητή της Φιλοσοφίας του Δικαίου και Πολιτικής Οικονομίας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νεοκλή Καζάζη στις 12 Δεκεμβρίου 1916 στο Πεδίον του Άρεως, σύσσωμη  η Εκκλησία της Ελλάδας ρίχνει εν μέσω του εθνικού διχασμού, κυριολεκτικώς τον λίθον του αναθέματος κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου, «του επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδα και καταδιώξαντος και φυλακίσαντος αρχιερείς»[10].

 Παραπομπές: 

[1] Heinz Richter, Η Ελλάδα (1915 – 1917) μέσα από τα ρωσικά αρχεία, εκδόσεις Γκοβότση, Αθήνα 2016, σελ. 18.

[2] Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος, Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία (1967 – 1974): ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 27 – 30.

[3] Νίκος Ζαχαρόπουλος, Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη: το κίνημα της εθνικής άμυνας στη Θεσσαλονίκη στο ιστορικό του πλαίσιο, Θεσσαλονίκη 1997, Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη, σελ. 187 – 192.

[4] Βαρνάβα Δ. Τζωρτζάτος (μητρ.), Η καταστατική νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Από της συστάσεως του ελληνικού βασιλείου, Εν Αθήναις 1967, χ. ε., σελ. 49 – 51.

[5] Θεοδόσης Τσιρώνης, Εκκλησία πολιτευομένη: ο πολιτικός λόγος και ο ρόλος της Εκκλησίας της Ελλάδος (1913 – 1941), εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2010,  σελ. 47 – 51.

[6] Θεμιστοκλής Ηλ. Πέτρου, Ο εθνικός διχασμός στην ομογένεια της Αμερικής και η αρχιεπισκοπεία του Αθηναγόρα, εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 2008, σελ. 30 – 32.

[7] Αθανάσιος Καραθανάσης, Εν Θεσσαλονίκη (1913 – 1951): Χρονολόγιο ήτοι εκκλησιαστικά, πολιτικά, κοινωνικά και ο μητροπολίτης Γεννάδιος Αλεξιάδης, εκδόσεις Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2020, σελ. 26 – 28.

[8] Αθανάσιος Σωτ. Καρυάμης (πρωτ.), Από τον εθνικό στον εκκλησιαστικό διχασμό. Τα προηγηθέντα του αναθέματος στο Βενιζέλο (1916) και τα μετέπειτα επί αναμείξει εις κοσμικάς φροντίδας, εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2021, σελ. 126 – 129.

[9] Εφημερίδα «Αστραπή», ημερομηνία 12 – 12 – 1916, Δευτέρα έκδοσις. 

[10] Αθανάσιος Σωτ. Καρυάμης (πρωτ.), Από τον εθνικό…, ό. π.,  σελ. 148.

Exit mobile version