Dogma

Ιερομάρτυς Πέτρος (Βαρλάμωφ)

Ο άγιος νέος ιερομάρτυς του Χριστού Πέτρος (Βαρλάμωφ) χειροτονήθηκε ιερέας το 1919, σε ηλικία μόλις είκοσι δύο ετών, και διορίστηκε εφημέριος του Ναού της Παναγίας του Καζάν, στο χωριό Πρεομπραζένσκι της επαρχίας Ουφά. Αμέσως επιδόθηκε στην ποιμαντική του διακονία με θερμό ζήλο και μεγάλη ενεργητικότητα.

Λειτουργούσε συχνά, κήρυσσε ακούραστα, βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη και συνάμα, για να συντηρήσει την οικογένειά του, καλλιεργούσε τη γη και εξέτρεφε ζώα. Να πώς τον χαρακτήρισαν αργότερα οι άθεοι κατήγοροί του:

«Είναι έξυπνος και δραστήριος. Αποτελεί υπόδειγμα ζωής και συμπεριφοράς για τους πιστούς. Ξεχωρίζει για τη συνέπειά του, την ευγένεια του χαρακτήρα του, τη θεολογική του κατάρτιση και την ευγλωττία του, χάρη στην οποία κατόρθωσε να μεταβάλει σε φανατικούς πιστούς ακόμα και πολλούς προλετάριους. Όσοι παραβρίσκονται στα κηρύγματά του, πάντοτε κλαίνε. Έχει επηρεάσει και πολλούς νέους, πλησιάζοντάς τους όχι μόνο ως παπάς αλλά και ως διανοούμενος. Η αίγλη της προσωπικότητάς του και η εδραίωση του κύρους του ανάμεσα στους πιστούς οφείλονται κυρίως στην υποδειγματική διαγωγή του ως ιερωμένου και ως ανθρώπου γενικά»…

Το 1927 επισκέφθηκε το χωριό ο επίσκοπος Στερλιταμάκ Μάρκος, βοηθός επίσκοπος της επαρχίας Ουφά. Προσφωνώντας τον στον ναό, ο π. Πέτρος είπε μεταξύ άλλων:

– Οι εκπρόσωποι της τωρινής εξουσίας ρίχνονται σαν τους γκρίζους λύκους πάνω στο ποίμνιό μου, για να το κατασπαράξουν πνευματικά. Με το έλεος του Θεού, όμως, το υπερασπίζω και το ποιμαίνω μ’ όσες δυνάμεις διαθέτω… Οι εχθροί της διδασκαλίας του Χριστού νομίζουν πως η πίστη χάθηκε. Κάθε άλλο! Η πίστη υπάρχει ακόμα στον λαό…

Στις 9 Μαρτίου του 1929 η γενική συνέλευση των κομμουνιστών του Πρεομπραζένσκι αποφάσισε ομόφωνα το κλείσιμο του ναού του χωριού. Ο π. Πέτρος κάλεσε τους πιστούς να υπερασπίσουν τον ναό τους.

– Αν εσείς αντιδράσετε δυναμικά, τους είπε, δεν θα μπορέσουν να τον κλείσουν.

Στα τέλη Απριλίου κυκλοφόρησε στο χωριό η φήμη ότι θα έκλειναν τον ναό την ημέρα της σοβιετικής γιορτής της Πρωτομαγιάς. Ο π. Πέτρος κάλεσε τους ενορίτες του σε συγκέντρωση στον ναό.

– Θα είμαι κι εγώ εκεί την Πρωτομαγιά, τους είπε. Ας κάνουν ό,τι θέλουν! Θα με συλλάβουν; Ας με συλλάβουν! Ο λαός, όμως, δεν πρέπει να τους αφήσει να κλείσουν τον ναό.

Την 1η Μαΐου μαζεύτηκαν διακόσιοι περίπου ενορίτες μπροστά στον ναό, αποφασισμένοι να τον υπερασπίσουν με οποιοδήποτε τίμημα. Παρέμειναν εκεί ως το μεσημέρι, αλλά κανένας από τους εκπροσώπους της εξουσίας δεν εμφανίστηκε.

Όλοι διαισθάνονταν ότι η σύλληψη του π. Πέτρου πλησίαζε. Όχι μόνο πιστοί αλλά και μερικοί κομμουνιστές, που τον εκτιμούσαν, τον συμβούλευαν να φύγει από το χωριό. Εκείνος, όμως, απαντούσε:

– Δεν υπάρχει κανένας λόγος να με συλλάβουν. Δεν έχω φταίξει σε τίποτα… Εν πάση περιπτώσει, δεν πρόκειται να εγκαταλείψω τη διακονία μου και τους ενορίτες μου.

Άρχισαν να τον καλούν στο Σοβιέτ του χωριού και να του συστήνουν την απάρνηση της ιεροσύνης με δελεαστικά ανταλλάγματα.

– Είσαι μορφωμένος άνθρωπος, του έλεγαν. Άφησε τον ιεροσύνη, κι εμείς θα σου εξασφαλίσουμε μεγάλο αξίωμα και καλό μισθό.

– Είμαι ο ποιμένας τόσων λογικών προβάτων, τους απαντούσε. Ποτέ δεν θα τα εγκαταλείψω…

Τελικά, στις 26 Μαΐου του 1929, συνελήφθη και κλείστηκε στη φυλακή του Στερλιταμάκ…

Η δίκη του π. Πέτρου, καθώς και άλλων πολιτών, για αντεπαναστατική δραστηριότητα έγινε στις 15-17 Ιανουαρίου του 1930 στο Στερλιταμάκ. Η υπεράσπιση ζήτησε από το δικαστήριο την εξέταση τριάντα πέντε μαρτύρων, από τους οποίους κλήθηκαν μόνο έξι. Ο π. Πέτρος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες που του απέδωσαν.

Ο εισαγγελέας, βλέποντας το αναπόδεικτο των κατηγοριών, ζήτησε την αναπομπή της υποθέσεως στην ΓκεΠεΟυ για συμπληρωματική έρευνα. Ο συνήγορος της υπερασπίσεως διαμαρτυρήθηκε έντονα:

– Συμπληρωματική έρευνα δεν χρειάζεται! Από την ακροαματική διαδικασία αποδείχθηκε η αθωότητα των κατηγορουμένων. Ζητήσαμε εξαρχής την κλήτευση τριάντα πέντε μαρτύρων. Ο εισαγγελέας απέρριψε το αίτημά μας. Και τώρα υποστηρίζει ότι χρειάζονται κι άλλες μαρτυρίες. Είναι φανερό πως η ανάκριση, που διενεργήθηκε από την ΓκεΠεΟυ, ήταν στημένη. Οι κατηγορούμενοι βρίσκονται άδικα στη φυλακή εδώ και οχτώ μήνες. Γιατί, λοιπόν, να αναπεμφθεί η υπόθεση; Για να συνεχιστεί η σκευωρία σε βάρος τους; Το αποδεικτικό υλικό είναι πλήρες, και οποιαδήποτε αμφιβολία μπορεί να διαλυθεί εδώ, στο ακροατήριο. Η αναπομπή δεν αποβλέπει παρά στην κωλυσιεργία της διαδικασίας και στην κατασκευή ενοχοποιητικών στοιχείων. Γι’ αυτό ζητάμε να μη γίνει δεκτή η σχετική εισαγγελική πρόταση.

Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της υπερασπίσεως και ανέπεμψε την υπόθεση στην ΓκεΠεΟυ για συμπληρωματική έρευνα.

Η σύζυγος του π. Πέτρου Άννα κατόρθωσε να συναντηθεί με έναν από τους δικαστές, ο οποίος της είπε απερίφραστα:

– Αν αθωώσουμε τον άνδρα σας, θα πρέπει να καθίσουμε στο σκαμνί τους ανθρώπους του κόμματος σαν ψεύτες. Κι αυτό, βέβαια, δεν μπορούμε να το κάνουμε!

Σύντομα άρχισαν να μεταφέρουν τους κρατουμένους από το Στερλιταμάκ στην Ουφά. Οι συγγενείς τους, μαθαίνοντάς το, μαζεύτηκαν στην πύλη της φυλακής. Όταν βγήκε ο π. Πέτρος, είδε την πρεσβυτέρα του και τη μεγαλύτερη από τις πέντε κόρες του να είναι εκεί. Συγκινημένος, έκανε το σταυρό του και τις ευλόγησε.

Τους οδήγησαν μέχρι την Ουφά με τα πόδια. Την πρώτη μέρα της πορείας τους βάδισαν δεκαπέντε χιλιόμετρα και σταμάτησαν στο χωριό Ποντλέσνομ. Η Άννα, που ακολουθούσε με την κόρη της τη φάλαγγα των κρατουμένων, θέλησε να δώσει κάτι στον π. Πέτρο, αλλά οι φρουροί δεν την άφηναν να τον πλησιάσει. Με τα πολλά της παρακάλια τους έπεισε να της επιτρέψουν μια στιγμιαία συνάντηση με τον σύζυγό της. Ο π. Πέτρος, μολονότι ήταν άρρωστος, της έδωσε μια ζεστή μπέρτα, που είχε μαζί του, λέγοντας:

– Αννούλα, πάρε αυτήν την μπέρτα. Θα χρειαστεί στα κοριτσάκια.

Στις 5 Μαρτίου του 1930 ολοκληρώθηκε η νέα ανάκριση. Στο πόρισμά του ο ανακριτής ενοχοποιούσε τον π. Πέτρο, αναφέροντας ότι «ως καθοδηγητής ομάδας κουλάκων ασκούσε ενεργή δράση για την υπονόμευση όλων των σημαντικών μεταρρυθμίσεων της σοβιετικής εξουσίας στο χωριό Πρεομπραζένσκι».

Στις 9 Μαρτίου η τρόικα της ΓκεΠεΟυ τον καταδίκασε σε θάνατο με τουφεκισμό. Έτσι, στις 11 Μαρτίου του 1930, ο τριαντάχρονος ιερέας εκτελέστηκε στην Ουφά και προστέθηκε στην ένδοξη χορεία των αγίων ιερομαρτύρων της πίστεως. Ο τόπος της ταφής του παραμένει άγνωστος.

Ανάμεσα στα χαρτιά της πρεσβυτέρας του Άννας, όταν κι αυτή άφησε τον κόσμο τούτο, βρέθηκε μια προσευχή γραμμένη με το χέρι της. Αυτή την προσευχή έκανε στον Κύριο μετά τη σύλληψη του συζύγου της:

Σε ευχαριστώ, Κύριε και Θεέ μου, για όλα· για τη ζωή, για τις δυσκολίες που πέρασα, για τον χωρισμό από τον αγαπημένο μου σύζυγο, για τα βάσανα και για τις χαρές… Για όλα Σε ευγνωμονώ, Θεέ μου…

Από το βιβλίο: Πνευματική Ανθολογία από τους βίους και τους λόγους των Αγίων της Ρωσίας. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2018, σελ. 185.

Exit mobile version