Dogma

«Αβάσταχτο όταν λείπει η ελπίδα της Ανάστασης»

Μιλάμε με τον π. Αδαμάντιο Αυγουστίδη, αναπληρωτή καθηγητή Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, ψυχίατρο, δ/ντή Ιδρύματος Ποιμαντικής Επιμορφώσεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

«Καμία κτιστή βιολογική ή ψυχολογική θεραπεία δεν μπορεί να νικήσει τον «έσχατο εχθρό» του ανθρώπου, το θάνατο. Δεν πρέπει, επομένως, να γίνεται σύγχυση μεταξύ των ανθρωπίνων ιαματικών μέσων και της θεραπευτικής κοινωνίας του κτιστού ανθρώπου με τις ζωοποιές άκτιστες ενέργειες του Θεού διά των μυστηρίων της Εκκλησίας».

Μιλάμε με τον π. Αδαμάντιο Αυγουστίδη, αναπληρωτή καθηγητή Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, ψυχίατρο, δ/ντή Ιδρύματος Ποιμαντικής Επιμορφώσεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

– Ποιμένας, θεραπευτής και πανεπιστημιακός δάσκαλος;

«Την ιεροσύνη δεν μπορώ να τη δω σαν επάγγελμα, αλλά ως χάρισμα και συστατικό της ταυτότητάς μου. Στην παράδοση της ορθόδοξης Εκκλησίας υπήρχαν πάντοτε κληρικοί-γιατροί. Οταν γίνεσαι κληρικός, καλείσαι να προσφέρεις στην Εκκλησία τα χαρίσματα που σου δώρισε ο Θεός, επομένως και τις ιατρικές ή ψυχιατρικές γνώσεις.

Τα ίδια ισχύουν και για την πανεπιστημιακή ιδιότητα. Ο πανεπιστημιακός κληρικός οφείλει να είναι σωστός επιστήμονας, αφοσιωμένος δάσκαλος και, συγχρόνως, να κατανοεί και την ακαδημαϊκή εργασία ως διακονία. Αν απαντούσα στο ερώτημα που μου θέσατε με ζύγι το θάνατο, θα σας έλεγα ότι όταν πεθάνω θα με κηδεύσουν ενδεδυμένο την ιερατική στολή, ενώ οι τίτλοι σπουδών και ακαδημαϊκής καριέρας θα μείνουν πίσω».

– Ψυχανάλυση ή εξομολόγηση;

«Η διάζευξη μας παγιδεύει σε μια θεολογική ή επιστημονική απολυτότητα. Οι θεραπευτικές μέθοδοι που έχει εφεύρει ο άνθρωπος, πάντα κατά παραχώρηση του φιλάνθρωπου Θεού, είναι πολύτιμες, όμως δεν παρέχουν υπαρξιακής τάξεως σωτηρία στον άνθρωπο, αλλά ανακούφιση ή ίαση κάποιων από τις νοσηρές εκδηλώσεις της πεπτωκυίας φύσεως. Δεν προσφέρουν την υπέρβαση της φυσικής φθοράς και αναγκαιότητας, των οποίων έσχατη φανέρωση είναι ο θάνατος.

Καμία ψυχολογική θεραπευτική μέθοδος δεν μπορεί να θεωρηθεί υποκατάστατο της Εξομολογήσεως ούτε η Εξομολόγηση επιτρέπεται να ευτελίζεται, θεωρούμενη ως εναλλακτική θρησκευτικού τύπου «ψυχο»-λογική θεραπεία, και όταν κάποιος χρειάζεται και τις δύο, δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ τους».

– Γιατί η σημερινή Οικούμενη γεύεται καθημερινά την πικρία της Εβδομάδας των Παθών;

«Στην καθημερινότητά μας ο θάνατος μοιάζει να νικά τη ζωή. Οι ανθρώπινες εξουσίες (οικονομικές, ιδεολογικές, πολιτικές κ.ο.κ.) μοιάζουν ανεξέλεγκτες και παντοδύναμες. Τολμούν να συκοφαντούν και να καταδικάζουν σε θάνατο όχι μόνο ανθρώπους, αλλά και τον Θεό. Γίνεται ασταμάτητα προσπάθεια να εκριζωθεί ο Θεός από τις καρδιές των ανθρώπων. Ετσι τα διάφορα προσωπεία του θανάτου, ο πόνος, η ένδεια, η αδικία, η αλαζονική κακομεταχείριση του πλησίον, οι τυραννίες, η επιβολή της ανηθικότητας και πολλά άλλα, φαντάζουν πανίσχυρα και ικανά να επιβάλλουν τη δηλητηριώδη επικράτειά τους. Ολα αυτά γίνονται αβάσταχτα όταν λείπει η ελπίδα και εν τέλει η βεβαιότητα της Ανάστασης».

– Πώς βιώνουμε σήμερα το γεγονός του Πάσχα;

«Εάν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε η πίστη μας είναι μάταιη, λέει ο Απόστολος Παύλος. Καίτοι δηλώνουμε χριστιανοί, η ζωή μας μοιάζει να μην έχει φωτιστεί από το φως της Αναστάσεως. Σαν να προτιμάμε το σκοτάδι της αδικίας, της υποκρισίας, των εγωισμών και των μικροσυμφερόντων.

Οι εξωτερικές εκδηλώσεις της γιορτής δημιουργούν μεν μια ψευδαίσθηση χαράς, αλλά χωρίς ουσία και αντίκρισμα υπαρξιακό. Η Εκκλησία, γιορτάζοντας το Πάσχα, απευθύνει μια πρόσκληση εξόδου από την υποδούλωση στη φθορά και την αναγκαιότητα. Πρόσκληση να γευθούμε την αυθεντική ελευθερία από την κυριαρχία του «εσχάτου» εχθρού, που είναι ο θάνατος».

– Ο λόγος σας προς αστέγους, ανέργους, αρρώστους;

«Ο Χριστός θυσιάζεται στον Σταυρό εκουσίως για όλη την ανθρωπότητα, ώστε διά της Αναστάσεως να νικηθεί ο θάνατος. Ωστόσο, όλους τους αναξιοπαθούντες ο Χριστός τους αποκαλεί αδελφούς Του ελαχίστους και με αυτό το ήθος υποχρεούμαστε ως Εκκλησία να τους νοιαζόμαστε. Στη σύγχρονη κρίση γνωρίζω ότι η Εκκλησία ήδη κάνει πολλά για να ανακουφίσει αυτούς τους αδελφούς μας. Οχι ως ένα κοινωνικοπρονοιακό ίδρυμα μεταξύ άλλων, αλλά εκφράζοντας έμπρακτα την αγάπη που καθορίζει και οριοθετεί το ήθος Της. Ομως, πολλά μπορούν να γίνουν ακόμα. Κανείς δεν μπορεί να νιώθει αναπαυμένος στην πίστη του αν ο πλησίον του υποφέρει».

– «Εορτών εορτή και πανήγυρις πανηγύρεων», η Ανάσταση;

«Απολύτως. Θυμίζω πάλι τον Απόστολο Παύλο: «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών»».