Dogma

Η Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνος στην Ιερά Μονή Παναγίας Δοβρά Βεροίας – Βίντεο

Την Τετάρτη 14 Απριλίου το απόγευμα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων χοροστάτησε και κήρυξε το θείο λόγο στην Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνος στον υπό κατασκευή Ιερό Ναό του Αγίου Λουκά του Ιατρού στην Ιερά Μονή Παναγίας Δοβρά Βεροίας.

H Ακολουθία τελέστηκε τηρουμένων όλων των προβλεπόμενων περιοριστικών μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας, ενώ μεταδόθηκε απευθείας στην ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως, στην αντίστοιχη σελίδα στο Facebook και στον ραδιοφωνικό σταθμό «Παύλειος Λόγος 90.2 FM».

Ο Σεβασμιώτατος στην ομιλία του ανέφερε μεταξύ άλλων: «Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τάς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις; ποίαν ἀπαρχήν ἐπιθήσω, Χριστέ, τῇ νῦν θρηνωδία;»

Διανύουμε ἤδη τήν πέμπτη ἑβδο­μάδα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καί ἐγγίζουμε προ­ο­δευτικά πρός τό τέλος της. Καί ἐνῶ θά νομίζαμε ὅτι εἶναι καιρός νά διερωτηθοῦμε ἄν προσεγγί­ζουμε τόν σκοπό αὐτῆς τῆς κατα­νυκτικῆς περιόδου, ἄν δηλαδή δέν πλησιάζουμε μόνο χρονικά πρός τό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας, ἀλλά ἔχουμε ἀγωνι­σθεῖ γιά νά συσταυρωθοῦμε μαζί μέ τόν Χριστό καί νά νεκρώσουμε τόν παλαιό μας ἄνθρωπο «σύν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καί ταῖς ἐπιθυ­μίαις», ὥστε νά μπορέσουμε καί νά συναναστηθοῦμε μαζί του, ὁ ἱερός ὑμνογράφος τοῦ Μεγάλου Κανό­νος, τόν ὁποῖο ψάλαμε ἀπόψε, ὅπως ὅρισαν οἱ ὅσιοι καί θεοφόροι Πατέρες, θέτει ἕνα ἐντελῶς διαφο­ρετικό ἐρώτημα. Ποιό εἶναι αὐτό; Τό ἀκούσαμε πρίν ἀπό λίγο. «Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τάς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις; ποίαν ἀπαρχήν ἐπιθήσω, Χριστέ, τῇ νῦν θρηνωδία;»


Ἀπό ποῦ νά ἀρχίσω, διερωτᾶται ὁ ἱερός ποιητής, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρή­της, νά θρηνῶ τίς πράξεις τῆς ἄθλιας ζωῆς μου; καί πῶς νά ἀρ­χίσω τόν θρῆνο μου γι᾽ αὐτήν;

Αὐθόρμητα ἀνεβαίνει στά χείλη μας τό ἐρώτημα: «μᾶς πῶς εἶναι δυνατόν τώρα, στό τέλος σχεδόν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, νά κάνει λόγο γιά μιά ἀρχή; Τί νόημα ἔχει νά ἀρχίζει κανείς τώρα τήν προσπάθεια τῆς μετανοίας, ἐφόσον ἐγγίζουμε ἤδη τό Πάσχα;»

Καί ὅμως δέν οὔτε ἀνεπίκαιρα οὔ­τε τυχαῖα τά ἐρωτήματα πού θέτει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης. Γνωρίζο­ντας καλά τήν ἀνθρώπινη ψυχή ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἀλλά καί ἔχοντας μεγάλη ἐμπειρία πνευμα­τι­κοῦ ἀγῶνος, θέτει τά ἐρωτήματα αὐτά γιά νά μᾶς διδάξει δύο ἀλή­θειες πού δέν πρέπει νά μᾶς δια­φεύγουν.

Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι ποτέ δέν εἶναι ἀργά γιά νά ἀρχίσει ὁ ἄνθρωπος τόν ἀγώνα τῆς μετανοίας. Ποτέ δέν εἶναι ἀργά, γιά νά ἀφυπνισθεῖ, νά ἔλθει «εἰς ἑαυτόν», ὅπως ὁ ἄσωτος, νά ἀποφασίσει νά ἀλλάξει ζωή καί νά ἀγωνισθεῖ γιά νά καθάρει τήν ψυχή του καί νά πλησιάσει τόν Θεό. Ποτέ δέν εἶναι ἀργά, γιά νά ἀξιοποιήσει μία εὐκαιρία πού τοῦ προσφέρει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μᾶς καταδιώκει, κατά τόν ψαλμωδό Δαβίδ, μέ τό ἔλεός του, ἐπιδιώκο­ντας τή σωτηρία μας. Περιμένει τή μετάνοιά μας μέχρι τήν τελευταία στιγμή, ἐφόσον βέβαια δέν τήν ἀναβάλουμε σκόπιμα, καί «δέχεται καί τόν ἔσχατον, καθάπερ καί τόν πρῶτον», ὅπως θά ἀκούσουμε τό βράδυ τῆς Ἀναστάσεως στόν Κατη­χη­τικό Λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Καί αὐτό δέν εἶναι θεωρία, ἀλλά εἶναι γεγονός πού ἀποδεικνύεται ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας. Θά μᾶς τό ὑπενθυμίσει ἄλλωστε μέ τό παράδειγμα τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, στήν ὁποία ἔχει ἀφιε­ρώ­σει ἡ Ἐκκλησία μας τήν πέμπτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν, καί ἡ ὁποία ἀποτελεῖ παράδειγμα μετα­νοίας, διότι ἄν καί ἔζησε τά νεα­νικά της χρόνια βυθισμένη στήν ἁμαρτία, κατόρθωσε μέ τή μετά­νοια, τήν προσευχή καί τή νηστεία νά καθαρθεῖ, νά ἁγιασθεῖ καί νά ζεῖ πράγματι μία ἰσάγγελη πολι­τεία.

Ἡ δεύτερη ἀλήθεια, τήν ὁποία θέλει νά μᾶς ὑπενθυμίσει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης μέ τούς στίχους πού προανέφερα, εἶναι ὅτι δέν θά πρέπει ποτέ νά πιστεύσουμε ὅτι ἔχουμε προοδεύσει στή μετάνοια καί τήν πνευματική ζωή, ἤ πολύ περισσότερο ὅτι ἔχουμε πλησιάσει τόν στόχο μας. Αὐτές οἱ σκέψεις, τίς ὁποῖες μᾶς ὑποβάλλει ὁ πονη­ρός, ὅπως γνωρίζουμε ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τόσο τῶν παλαιῶν ὅσο καί τῶν συγχρόνων μας, εἶναι ἰδιαί­τερα ἐπικίνδυνες, γιατί ἀποβλέ­πουν στό νά μᾶς κάνουν νά ἐφη­συχάσουμε καί ἀκόμη χειρότερα νά νομίσουμε ὅτι κάτι ἔχουμε κάνει, καί ἔτσι νά παρασυρθοῦμε καί νά ἀποτύχουμε εἴτε ἐξαιτίας τῆς ἀδρα­νείας μας εἴτε ἐξαιτίας τῆς ὑπε­ρηφανείας μας.

Ἀντίθετα, ἄν κάθε ἡμέρα πιστεύ­ουμε ὅτι εἴμα­στε στήν ἀρχή τῆς προσπαθείας μας νά μετανοήσουμε γιά τίς ἁμαρτίες καί τά σφάλματά μας, ἄν κάθε ἡμέρα συνειδητοποι­οῦμε ὅτι πρέπει νά κάνουμε μιά καινούρια ἀρχή στήν πνευματική μας πορεία, θά συνειδητοποιοῦμε ταυτόχρονα πώς δέν ἔχουμε χρόνο νά χάνουμε, ἀλλά θά πρέπει νά σπεύσουμε γιά νά μήν δαπανοῦμε τή ζωή μας μακριά ἀπό τόν Θεό.

Ἔτσι καί θά μποροῦμε νά ἀγωνι­ζόμεθα μέ μεγαλύτερο ζῆλο καί μέ περισσότερη ταπείνωση, ἀλλά καί θά ἔχουμε περισσότερη χάρη ἀπό τόν Θεό, ὁ ὁποῖος θά μᾶς ἐνισχύει στόν ἀγώνα μας. Καί βλέποντας τήν προσπάθειά μας θά συγχωρή­σει καί τίς δικές μας ἁμαρτίες καί θά μᾶς ἀξιώσει καί νά συναναστη­θοῦμε μέ τόν Χριστό κατά τήν ἡμέ­ρα τῆς Ἀναστάσεώς του, ἀλλά πο­λύ περισσότερο νά ζήσουμε κοντά του στήν αἰώνια ζωή καί μακαριό­τη­τα.